Όταν η συχνότητα των μετακινήσεων φθείρει τον θεσμό

11:16
5
Φωτογραφία: exapsalmos.gr Φωτογραφία: exapsalmos.gr

Όταν ο θεσμός γίνεται ρουτίνα λόγω των συχνών μετακινήσεων και ο πατρικός λόγος υποχωρεί, η υστεροφημία του Πρώτου της Ορθοδοξίας κινδυνεύει να αδικηθεί από το ίδιο του το έργο.

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα

Ο θεσμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν είναι ένας ακόμη εκκλησιαστικός διοικητικός μηχανισμός. Είναι σύμβολο, είναι μνήμη, είναι ιστορία, είναι σταυρός και ασφαλώς είναι μαρτυρία αιώνων. Γι’ αυτό και κάθε πράξη του εκάστοτε Πατριάρχη δεν αξιολογείται μόνο ανθρώπινα, αλλά πρωτίστως θεσμικά.

Κατανοούμε απολύτως την ανθρώπινη ανάγκη του Παναγιωτάτου να ταξιδεύει. Είναι φανερό ότι η ζωή εντός των στενών ορίων της Πόλεως δημιουργεί ψυχολογική πίεση· κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται διαρκώς εγκλωβισμένος πίσω από αόρατα αλλά υπαρκτά τείχη. Όμως άλλο η ανθρώπινη ανάγκη και άλλο η θεσμική εικόνα.

Διότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν ανήκει μόνο στον εαυτό του.Και αυτό το γνωρίζει πολύ καλά από τότε που επέλεξε να διαβεί αυτό τον ανηφορικό δρόμο. 

Η υπερβολική συχνότητα των ταξιδιών —ιδίως προς την Ελλάδα αλλά και γενικότερα— δημιουργεί σταδιακά μια αίσθηση ευκολίας, σχεδόν καθημερινότητας, που δεν συνάδει με το βάρος του αξιώματος. 
Όταν ο Πατριάρχης εμφανίζεται διαρκώς «εν κινήσει», ο θεσμός χάνει αναπόφευκτα την αίγλη του και ασφαλώς κάτι από τη μοναδικότητά του. Η παρουσία του παύει να αποτελεί σημαντικό γεγονός και γίνεται ρουτίνα.

Αρκεί να αναλογιστούμε ένα απλό αλλά αποκαλυπτικό στοιχείο: στα χρόνια της πατριαρχίας του, τέσσερις Πάπες —ο Ιωάννης Παύλος Β΄, ο Βενέδικτος, ο Φραγκίσκος και ο Λέων ΙΔ΄— επισκέφθηκαν το Φανάρι από μία μόλις φορά. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Πατριάρχης Β αρθολομαίος έχει επισκεφθεί την Ιταλία δεκάδες φορές, ακόμη και για λόγους περιορισμένης εκκλησιαστικής βαρύτητας.Έδωσε το παρών στην κηδεία του Πάπα Φραγκίσκου αλλά και στην ενθρόνιση του Λέοντος ΙΔ´ και γεύτηκε την ψυχρότητα των Καθολικών. Έφτασαν στο σημείο να τον αφήσουν να μετακινείται με… λεωφορείο μαζί με όλους τους άλλους, ωσάν να ήταν ένας απλός Ιεράρχης της σειράς.

Δεν αναφερόμαστε βεβαίως σε ιδιωτικά ταξίδια ανάπαυλας, στα οποία κάθε άνθρωπος δικαιούται να προβαίνει για λόγους υγείας και ξεκούρασης. Αναφερόμαστε σε υπηρεσιακές μετακινήσεις που παρουσιάζονται ως εκκλησιαστικές, ενώ στην ουσία αφορούν συμμετοχές σε εκδηλώσεις αμιγώς καθολικού χαρακτήρα ή συνέδρια περιορισμένης σημασίας για την Ορθοδοξία. Μόνο την προηγούμενη χρονιά, τέτοιες μεταβάσεις ξεπέρασαν —σύμφωνα με δημόσια στοιχεία— τις έξι.

Όλα αυτά, όσο κι αν γίνονται με καλή πρόθεση, συνθέτουν τελικά μια εικόνα που δεν ωφελεί το κύρος του Πατριαρχικού θρόνου.

Και αυτό είναι πραγματικά κρίμα.

Διότι ο Παναγιώτατος είναι αναμφίβολα ένας άξιος και χαρισματικός εκκλησιαστικός ηγέτης. Έχει σημαδέψει θετικά τη σύγχρονη πορεία της Ορθοδοξίας και κατόρθωσε να καταστήσει το Φανάρι τηλαυγή φάρο που φωτίζει την Οικουμένη. Ακριβώς γι’ αυτό, οι επιλογές του κρίνονται αυστηρότερα — όχι από εμπάθεια, αλλά από αγωνία.

Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί δυσφορία στους πιστούς αφορά την υπερβολική αστυνομική παρουσία για προστασία κατά τις επισκέψεις του στην Ελλάδα. 

Η εικόνα δεκάδων αστυνομικών γύρω από τον Πατριάρχη δημιουργεί απόσταση και ψυχρότητα. Οι πιστοί αδυνατούν να τον πλησιάσουν, να λάβουν την ευχή του, συχνά δε απωθούνται με τρόπο που δεν αρμόζει στο εκκλησιαστικό ήθος.

Ο Πατριάρχης δεν κινδυνεύει στην Ελλάδα. Και σίγουρα όχι περισσότερο απ’ όσο κινδυνεύει στις μετακινήσεις του στην Κωνσταντινούπολη. Ο ελληνικός λαός αγαπά και σέβεται βαθύτατα τον Πατριάρχη του. Τον έχει συνδέσει με τους λαϊκούς μύθους της Πόλης, με τις αλησμόνητες πατρίδες, με τον καημό και την ελπίδα του Γένους.

Αλήθεια, αναπαύει τον Πατριάρχη — και όσους τον περιβάλλουν — η εικόνα της μη μαζικής παρουσίας και συμμετοχής του λαού από τις επισκέψεις και εμφανίσεις του Πατριάρχη; Τον καθησυχάζει η «σιωπή» των όχι ασφυκτικά γεμάτων (όπως θα έπρεπε) ναών, η χλιαρή συμμετοχή, τα κενά πρόσωπα εκεί όπου άλλοτε υπήρχε ένταση και παλμός;

Διότι η απουσία του ποιμνίου δεν είναι ουδετερότητα αλλά είναι μήνυμα και μάλιστα ηχηρό. 

Και όταν το μήνυμα αυτό επαναλαμβάνεται, παύει να είναι συγκυριακό και γίνεται προειδοποίηση.

Ή μήπως, τελικά, ευχαριστεί τον Πατριάρχη και τη συνοδεία του η συναναστροφή με τους έχοντες και κατέχοντες;

Η άνεση των επισήμων, τα κλειστά δείπνα, οι προνομιακές Επαφές και συναντήσεις;

Βεβαίως και οφείλει να συνομιλεί και με αυτούς και να τους κρατά ζεστούς με την Εκκλησιά — όμως δεν έρχεται γι’ αυτούς.

Ο Πατριάρχης έρχεται πρωτίστως για τον λαό που θρησκεύεται, για τον απλό πιστό που περιμένει μια ευχή, έναν λόγο, ένα βλέμμα παρηγοριάς.

Γιατί χωρίς τον λαό, κάθε επίσκεψη — όσο λαμπρή κι αν φαίνεται — μένει κενή περιεχομένου.

Τέλος, οφείλουμε με σεβασμό να επισημάνουμε και κάτι ακόμη.

Το ύφος ορισμένων δημόσιων τοποθετήσεών του, εσχάτως, ιδίως απέναντι στους επιθετικούς και αγενείς Ρώσους αξιωματούχους δεν αρμόζει σε έναν Πατριάρχη και μάλιστα στον Πρώτο της Ορθοδοξίας. Όταν ο Πατριάρχης χρησιμοποιεί εκφράσεις που δεν συνάδουν με το ύφος του θεσμού, δεν αποστομώνει τους επικριτές του. Αλλά αντιθέτως, τους προσφέρει αφορμές για νέες επιθέσεις.

Ο Πατριάρχης δεν καλείται να ανταπαντά. Δεν είναι εκπρόσωπος Τύπου του θεσμού που εκπροσωπεί. Αντιθέτως καλείται να υπερβαίνει.

Σε τέτοιες οδυνηρές προκλήσεις, ο λόγος του οφείλει να είναι λόγος πατέρα. Λόγος σύνεσης, αγάπης και πνευματικής ανωτερότητας. 

Ακόμη και —κυρίως— όταν απαιτείται αυτοκριτική. Πόσο διαφορετικά θα ηχούσε διεθνώς αν στην αήθη πρόκληση των Ρώσων δήλωνε με την απάντησή του ότι κατανοεί τον θυμό των Ρώσων αξιωματούχων (όχι του λαού, που διαχρονικά σέβεται τον Οικουμενικό Πατριάρχη) και να αναλάμβανε δημοσίως το μέρος της ευθύνης που του αναλογεί για τον σημερινό διχασμό της Ορθοδοξίας.

Μια τέτοια στάση θα προκαλούσε θαυμασμό όχι μόνο στον χριστιανικό κόσμο, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.Και σίγουρα θα έκανε μεγαλύτερη και θετικότερη εντύπωση από το … «σκασίλα μας» που είπε κάποτε, αφήνοντας άφωνο όλο τον ορθόδοξο κόσμο.

Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του προκατόχου του, του Μακαριστού μεγάλου Πατριάρχη Δημητρίου, τον οποίο ο λαός δικαίως αποκαλούσε και συνεχίζει να αποκαλεί Πατριάρχη της Αγάπης. 

Όταν ένιωθε ότι προσβάλλεται, σιωπούσε και χαμογελούσε. Ακόμη και στην απερίσκεπτη – και σίγουρα όχι σκόπιμη- αγενή συμπεριφορά του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη, ο οποίος κατά την εθιμοτυπική επίσκεψη που πραγματοποίησε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία όπου διέμενε ο Πατριάρχης κατά την ιστορική πρώτη επίσκεψή του στην Ελλάδα(1987), αξίωσε ( άκουσον, άκουσον)«να κατέλθει ο Πατριάρχης στην είσοδο για να τον υποδεχθεί». Και όση ώρα περίμενε τον Πατριάρχη να βγει να τον υποδεχθεί καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο. 

Ο μειλίχιος και ταπεινός Πατριάρχης δεν αντέδρασε- τουλάχιστον εμφανώς -σε αυτή την αξίωση. Υπάκουσε στους τύπους χωρίς να θίξει το ήθος του.Και βγήκε με αργό και σταθερό βήμα στην είσοδο του ξενοδοχείου και τον υποδέχθηκε. 

Και όταν αργότερα ο Πρόεδρος αισθάνθηκε την ανάγκη να του ζητήσει συγνώμη για την επιμονή του-αποδίδοντάς την στην σοβαρότητα του θεσμού που εκπροσωπεί- η απάντηση του Δημητρίου έμεινε ιστορική:

«Ως Δημήτριος ασφαλώς και σας συγχωρώ.
Αλλά ως Πατριάρχης δεν μπορώ.
Έχετε λησμονήσει τι έχει προσφέρει το μαρτυρικό Φανάρι για να είναι σήμερα η Ελλάδα ελεύθερη».
 
Και η στάση αυτή είναι ο λόγος που ύψωσε τον θεσμό.

Όχι ο συχνός λόγος, αλλά ο σιωπηλός.

Όχι η διαρκής παρουσία, αλλά η βαρύτητά της. 

Και ίσως γιαυτό ο Θεός αξίωσε αυτόν τον ταπεινό Πατριάρχη Δημήτριο να ζήσει κατά την Πατριαρχία του τόσα μεγάλα και σημαντικά γεγονότα στην πορεία του Φαναρίου που έμειναν στην ιστορία. 
 
Ο χρόνος δεν χαρίζεται σε κανέναν — ούτε καν στους μεγάλους. Και όσο η πατριαρχική διακονία του Βαρθολομαίου πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή της,( μακάρι να ζήσει χίλια χρόνια),κάθε πράξη, κάθε λόγος, κάθε παρουσία ή απουσία αποκτά βαρύτητα πολλαπλάσια από εκείνη του παρελθόντος.
Από εδώ και στο εξής, ο Παναγιώτατος οφείλει να σκέφτεται διπλά — ίσως και τριπλά — πριν από κάθε του βήμα. Διότι δεν οικοδομεί πλέον το έργο του, αλλά το σφραγίζει.
 
Οι επόμενες επιλογές του δεν θα προστεθούν απλώς στην πατριαρχική του πορεία, αλλά θα αποτελέσουν τις τελευταίες ψηφίδες που ολοκληρώνουν ένα λαμπρό και ιστορικό ψηφιδωτό.
Και όπως σε κάθε μεγάλο έργο, δεν είναι μόνο η αρχή και η διάρκεια που μένουν στη μνήμη των ανθρώπων, αλλά κυρίως το τέλος.

Αυτές οι τελικές πράξεις θα αποτελέσουν την ουσία της πολύχρονης πατριαρχικής θητείας του. Θα είναι εκείνες που θα συνοψίσουν τον λόγο για τον οποίο θα μνημονεύεται στο μέλλον — όχι μόνο από τους συγχρόνους του, αλλά από τις επόμενες γενεές της Ορθοδοξίας και του Γένους.

Η υστεροφημία δεν διαμορφώνεται εν κινήσει, αλλά κρίνεται στο καταστάλαγμα. Εκεί όπου ο θόρυβος υποχωρεί και απομένει μόνο το ίχνος της ψυχής.

Είθε, λοιπόν, οι τελευταίες αυτές ψηφίδες να τοποθετηθούν με διάκριση, μέτρο και πατρική σοφία. 

Διότι αυτές οι ψηφίδες θα είναι ο στέφανος και η τιμή του στο επέκεινα — το πνευματικό του αποτύπωμα ενώπιον της Ιστορίας, της Εκκλησίας και του Θεού.

Και έτσι, όταν θα έχει πια σιγήσει κάθε ανθρώπινη κρίση, να παραμείνει ζωντανή μόνο μία μνήμη: ότι υπήρξε ο Πατριάρχης που δεν υπηρέτησε απλώς τον θεσμό, αλλά τον ύψωσε μέχρι το τέλος.

Πηγή 

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης