ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΛΑΙΕΣ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ (Α΄)
Του Πρεσβυτέρου Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου, Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
«Ὅ ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν · ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾿ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ … καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (1 Ιωαν. 1- 7).
Μέ τήν κατάθεση τῆς προσωπικῆς του ἐμπειρίας-μαρτυρίας ἀρχίζει τήν Καθολική του ἐπιστολή ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἐκφράζοντας σύνολη τήν πίστη τῆς πρωτο-χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ προσωπική ἐμπειρία–σχέση μέ τόν ἴδιο τόν Σαρκωθέντα Λόγο ἀποτελεῖ τήν πηγή καί τό θεμέλιο τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας καί θεολογίας. Τό ἀποστολικό κήρυγμα θεμελιώνεται στήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μοναδικός Σωτήρας καί Λυτρωτής : «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία . οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πραξ. 4, 12).
Παράλληλα ὅμως μέ τήν ἁγιοπνευματική ἐκκλησιαστική ἐμπειρία τῆς Θεολογίας, τήν ὁποία ζεῖ καί ἀπό τήν ὁποία τροφοδοτεῖται ἡ Ἐκκλησία, στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίστηκε, ἤδη ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή, καί ἕνα ἄλλο φρόνημα πού ἀποτελεῖ σύνθεση στοιχείων τοῦ κόσμου (Κολ. 2, 20), φιλοσοφίας καί κενῆς ἀπάτης (Κολ. 2, 8), διανοημάτων ἀνθρώπων πονηρῶν καί γοήτων (2 Τιμ. 3, 13), διδασκαλιῶν δαιμονίων (1 Τιμ. 4, 1), γραωδῶν μύθων (1 Τιμ. 4, 7) βεβήλων κενοφωνιῶν καί ἀντιθέσεων τῆς ψευδωνύμου γνώσεως (1 Τίμ. 6, 20), πού σκοπό εἶχαν νά ἐνσπείρουν σύγχυση καί νά πλανήσουν «εἰ δυνατόν καί τούς ἐκλεκτούς» (Ματθ. 24, 24). Στήν ἐκκλησιαστική ὁρολογία ὀνομάζονται «αἱρέσεις ἀπωλείας» (2 Πετρ. 2, 1). Ὡς αἵρεση χαρακτηρίζεται κάθε διδασκαλία ἤ ὀργανωμένη ὁμάδα ἀτόμων, πού διαφοροποιεῖται σέ βασικά καί οὐσιώδη θέματα ἀπό τήν ἀποκαλυφθεῖσα Ἀλήθεια, ὅπως αὐτή παραδόθηκε ἀπό τόν Χριστό στούς Ἀποστόλους Του, καταγράφηκε στά κείμενα τῆς Κ. Διαθήκης, διαφυλάχθηκε μέσα στούς αἰῶνες στήν ἐκκλησιαστική παράδοση καί βιώνεται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθώντας τίς ἐπισημάνσεις τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων ἔδωσε ἰδιαίτερη σημασία στήν διαφύλαξη τῆς «ὑγιαινούσης διδασκαλίας» (2 Τιμ. 4, 3) καί στήν καταδίκη τῶν αἱρέσεων, συγκαλώντας ἀκόμα καί Οἰκουμενικές Συνόδους.
Πηγή τῶν αἱρέσεων εἶναι τό «πνεῦμα πλάνης», πού βρίσκει στόν ἀνθρώπινο ἐγωισμό τό ἀπαραίτητο πρόσφορο ἔδαφος γιά νά αὐξηθεῖ καί νά καρποφορήσει. Ἡ ἀνθρώπινη διάνοια δέν μπορεῖ νά κατανοήσει τό «μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον» (1 Τιμ. 3, 16) τήν πραγματική Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί συνακόλουθα τό «σκάνδαλο» καί τή «μωρία» τοῦ κηρύγματος τοῦ Σταυροῦ (1 Κoρ. 1, 23). Εἶναι φυσικό λοιπόν ὅλη ἡ πολεμική ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν «ψευδώνυμη γνώση» (Ἅγ. Εἰρηναῖος) νά ἐπικεντρώνεται στήν πολεμική κατά τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στή σχέση Του μέ τόν Θεό Πατέρα καί τόν ἄνθρωπο καί στό παρατεινόμενο στούς αἰῶνες ἱστορικό Σῶμα Του, τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔτσι, δεκάδες ἦταν οἱ αἱρετικές ὁμάδες πού πολέμησαν τήν εὐαγγελική Ἀλήθεια καί προσπάθησαν νά προκαλέσουν σύγχυση στούς πιστούς καί σέ τελική ἀνάλυση νά τούς ὁδηγήσουν στήν πλάνη καί τήν αἵρεση. Ὁ Ἃγ. Ἐπιφάνιος, Ἐπίσκοπος Σαλαμῖνος Κύπρου (τέλος 3ου αἰ.), στό ἔργο τοῦ «Πανάριο» ἀναφέρεται σέ 80 αἱρέσεις πού εἶχαν ἐμφανιστεῖ μέχρι τήν ἐποχή του.
Ἀρχικά, στήν ἀποστολική ἐποχή ἐμφανίστηκε ὁ Γνωστικισμός, ὁ ὁποῖος μέ τίς πολλές ἐπί μέρους ὁμάδες, προσπάθησε νά συμβιβάσει τήν διά Ἰ. Χριστοῦ Θ. Ἀποκάλυψη μέ τίς διάφορες φιλοσοφικές καί πνευματικές κινήσεις τῆς ἐποχῆς, μακριά ὅμως ἀπό τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία καί μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπό τόν Γνωστικισμό προῆλθε ὁ Δοκητισμός γιά νά ἀκολουθήσουν στή συνέχεια οἱ μεγάλες ἀντιτριαδικές πλάνες τῶν Ἀρείου, Μακεδονίου, Σαβελλίου (3ος – 4ος αἰ.) καί ἀκολούθως οἱ παραχαράξεις τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος μέ τίς αἱρέσεις τῶν Νεστοριανισμοῦ, Μονοφυσιτισμοῦ, Μονοθελητισμοῦ (5ος-7ος αἰ.) καί τή συμπερίληψη τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων, τήν Εἰκονομαχία (8ος-9ος αἰ.).
Ἀργότερα, ἡ ἀποκοπή τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης ἀπό τό Σῶμα τῆς Μίας Ἐκκλησίας (11ος αἰ.), λόγῳ τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ filioque καί τῆς διεκδίκησης τῆς παπικῆς ἐξουσίας ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀποξένωσε ἀπό τή ζωογόνο Χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μέ ἀποτέλεσμα νά ὁδηγηθεῖ σιγά-σιγά ἡ Δύση στήν ἀποδοχή πληθώρας ἑτεροδιδασκαλιῶν πού ἦταν ξένες στήν ἐκκλησιαστική καί πατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ (ἐνδεικτικά: κτιστή χάρις, σχολαστικισμός, ἀντιησυχασμός). Ἀποκορύφωση τῶν αἱρετικῶν κακοδοξιῶν τῆς Ρώμης εἴχαμε στήν A΄ Βατικανή Σύνοδο (1870) μέ τήν ἀποδοχή τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί ἀλαθήτου ὡς δογμάτων πίστεως ἀναγκαίων γιά τή σωτηρία καί στή Β΄ Βατικανή (1962-1965) μέ τήν υἱοθέτηση κακοδόξων καί βλασφήμων περί Ἐκκλησίας διδασκαλιῶν. Ἡ ἐκτροπή ἀπό τήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν φυσικό νά ὁδηγήσει καί σέ ἀλλοίωση τῆς λατρείας καί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους μέ τραγικά ἀποτελέσματα γιά τό Χριστιανισμό στή Δύση.
Ἀπό τήν αἱρετική μήτρα τοῦ Παπισμοῦ καί ὡς ἀντίδραση σ’ αὐτόν, γεννήθηκε ἡ Διαμαρτύρηση, ὁ Προτεσταντικός κόσμος (15ος αἰ). Δυστυχῶς, ἡ μέχρι τότε ἐν τῇ πράξει περιφρόνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἀπό τόν Παπισμό, ἔγινε στούς Προτεστάντες βασικό δόγμα πίστεως («sola scriptura») μέ συνέπεια τήν πλήρη ἀποξένωσή τους ἀπό τήν ἀληθή Θεολογία, ὅπως αὐτή τήν ἔζησε στήν ἐμπειρία της ἡ Ἐκκλησία. Ὑπό αὐτές τίς συνθῆκες ἦταν ἀναμενόμενη ἡ παντελής ἔκπτωση σέ σωρεία πλανῶν καί κακοδοξιῶν καί συνεπακόλουθα ὁ περαιτέρω κατακερματισμός σέ ἑκατοντάδες ἑτερόκλητες ὁμάδες πού ὅλες διεκδικοῦν τή συμμετοχή τους στή Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι σήμερα, ἀπό τόν Προτεσταντισμό προέρχονται πολλές, ἀκόμα καί ἀντιτριαδικές, ἀκραῖες νεοπροτεσταντικές καί νεοπεντηκοστιανές κινήσεις, οἱ ὁποῖες ὀρθότερα χαρακτηρίζονται ὡς παραχριστιανικές ὁμάδες, καί ὄχι χριστιανικές αἱρέσεις (πχ. Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, Μορμόνοι, Ἀντβεντιστές), ἐνῶ καί στίς πλέον “παραδοσιακές” προτεσταντικές ὁμολογίες (π.χ. Ἀγγλικανική κοινωνία) συναντᾶμε πλήρη ἔκπτωση ἀπό τή χριστιανική παράδοση ἀκόμα καί σέ καθοριστικά ζητήματα χριστιανικῆς ἠθικῆς καί λατρείας (ἱερωσύνη γυναικών, γάμοι κιναίδων).
Στά τέλη τοῦ 19ου αἰ. οἱ ἴδιοι οἱ Προτεστάντες μέ τίς «Μεγάλες Εὐαγγελικές Ἀφυπνίσεις» (Great Evangelical Awakenings) [1] συνειδητοποίησαν μεταξύ ἄλλων ὅτι ὁ κατακερματισμός τους ἀποτελεῖ σαφῆ ἀπόδειξη τῆς ἔκπτωσής του ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Δυστυχῶς ὅμως, ἀντί νά ἀναζητήσουν τήν πνευματική ἀσθένεια πού τούς ὁδήγησε στό κατάντημα αὐτό καί ἐν μετανοίᾳ νά προσέλθουν στήν ἱστορική Ἐκκλησία, θέλησαν νά “θεραπεύσουν” μόνο τό σύμπτωμά της. Δημιουργήθηκε ἔτσι, ἀρχικά στόν προτεσταντικό χῶρο[2] καί μέ πρωτοπόρους τούς Προτεστάντες, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση μέ σκοπό νά ἀποκαταστήσει τήν ἑνότητα τῆς «Ἐκκλησίας» ἀπό τόν κατακερματισμό καί ὄχι – δυστυχῶς – ἀπό τήν ἔκπτωση ἀπό τήν ἁγιοπνευματική παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Εἶναι προφανές ὅτι μία τέτοια προσπάθεια μέ τίς προϋποθέσεις τῆς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογίας εἶναι ἐντελῶς ξένη στήν ἐκκλησιαστική καί πατερική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Ἀργότερα, στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ., τήν - ὑπό τίς ἀνωτέρω προτεσταντικές ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις καί στοχεύσεις - Οἰκουμενική Κίνηση νομιμοποίησαν ὁρισμένοι Ὀρθόδοξοι Πρωθιεράρχες, ἐνῶ ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965) τῆς παρέσχε πλήρη “θεολογική” κάλυψη[3] μέ τήν περιφρόνηση τῆς ὁμόφωνης πατερικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἔτσι φτάσαμε –γιά νά περιοριστοῦμε σέ ἕνα μόνο παράδειγμα– στήν Θ΄ Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ) στό Πόρτο Ἀλλέγκρε (2006), στήν ὁποία Ὀρθόδοξοι Ἀντιπρόσωποι συνυπέγραψαν μέ Προτεστάντες ὅτι : «Κάθε ἐκκλησία [σσ. ὑπό τόν ὄρο «Ἐκκλησία» ἐννοοῦνται καί ὅλες οἱ προτεσταντικές ὁμολογίες πού συμμετέχουν στό ΠΣΕ] εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία καί ὄχι ἁπλά μέρος της. Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη [ἡ καθολική Ἐκκλησία]. Κάθε ἐκκλησία πληροῖ τήν καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται ἐν κοινωνίᾳ μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες ... Ἀκόμη καί τώρα πού ἡ συμμετοχή στήν ἴδια Εὐχαριστία δέν εἶναι πάντοτε δυνατή, οἱ διηρημένες ἐκκλησίες ἐκφράζουν τήν [μεταξύ τους] ἀμοιβαία ἐκτίμησι καί ὄψεις τῆς καθολικότητος … Ὁ ἓνας χωρίς τόν ἂλλον εἲμαστε πτωχότεροι»[4]. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση, στά πλαίσια τοῦ ΠΣΕ ἀναγνώρισε τήν “καθολικότητα” τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων καί ἐπί πλέον διακήρυξε ὅτι ἡ Καθολικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἄν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ !
Δέν εἶχε, λοιπόν, δίκιο ὁ Καθηγητής τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς καί Ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὅταν πρῶτος αὐτός χαρακτήρισε τόν Οἰκουμενισμό ὡς «παναίρεση» τῆς ἐποχῆς μας ;
Εἶναι ἀπολύτως σαφές ὅτι ὁ Δυτικός Χριστιανισμός, ὡς Παπισμός καί Προτεσταντισμός, μέ τήν ἔκπτωσή του ἀπό τήν Εὐαγγελική Ἀλήθεια καί τήν ἀποκοπή του ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, στερούμενος τῆς Θ. Χάριτος δέν μπόρεσε νά ζωογονήσει καί νά χαριτώσει τό Δυτικό ἄνθρωπο, πού διψοῦσε γιά τόν πραγματικό Χριστό καί τήν Ἀλήθειά Του. Δέν ἦταν λοιπόν παράξενο πού ὁ κατά παράδοση Χριστιανός Εὐρωπαῖος ἄρχισε σιγά-σιγά νά θεωρεῖ τόν κόσμο μέ ποικιλία μορφῶν (διαφωτισμός, ρομαντισμός, (μετά)νεωτερικότητα), ὄχι ἁπλῶς μακριά ἀπό τή Χριστιανική Θεολογία, ἀλλά καί σέ ἀντίδραση πρός αὐτή. Ἔτσι διαμορφώθηκε ὁ εὐρωπαϊκός πολιτισμός κατ’ ἐπίφαση καί μόνο χριστιανικός, ἐνῶ στό βάθος ἐχθρικός πρός τό γνήσιο πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Οὐσιαστικά, ὁ Χριστός ἐκδιώχθηκε ἀπό τήν ψυχή καί τοῦ Εὐρωπαίου ἀνθρώπου καί τῆς ἴδιας τῆς Εὐρώπης καί ἔπαψε νά νοηματοδοτεῖ τή ζωή καί τή δράση τους[5].
Ἀλλ’ ὅμως οὔτε ἡ φύση, οὔτε καί ἡ ἀνθρώπινη ψυχή μπορεῖ νά ἀνεχθεῖ τό κενό.
Ἔτσι, ὁ διψασμένος γιά τήν Ἀλήθεια ἄνθρωπος, μακριά ἀπό τό ζωοπάροχο νερό τοῦ Εὐαγγελίου, κατάντησε νά ἀναζητᾶ σέ θολά καί στάσιμα νερά[6] νά ξεδιψάσει ἀπό τά ἐρωτήματα ἀναζήτησης γιά τό νόημα ὕπαρξής του, γιά τήν ποιότητα ζωῆς, γιά τήν τελείωση, γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καί ἐπικοινωνία μαζί Του, γιά τόν θάνατο, γιά τήν αἰωνιότητα κλπ.
Τό «Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» ἀντικαταστάθηκε στήν ψυχή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἀπό τό «εὐαγγέλιο τοῦ ἀρχαίου ὄφεως», ἡ ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ἔδωσε τή θέση της στή νόθο πνευματικότητα τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων καί παραθρησκευτικῶν ὁμάδων[7].
Πρεσβύτερος
Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621 [email protected]
[1] π. Π. Heers, «Οἱ ἱεραποστολικές καταβολές τοῦ συγχρόνου οἰκουμενισμοῦ, Ὁρόσημα στήν πρό τοῦ 1920 πορεία του», στό http://www.impantokratoros.gr/1FD9FFD7.print.el.aspx
[2] Ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός γεννήθηκε μέ τήν Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920. Τό ὀρθό εἶναι ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τήν ἀνωτέρω ἐγκύκλιό του προσχώρησε στήν ἤδη δραστηριοποιούμενη στόν Προτεσταντικό χῶρο Οἰκουμενική Κίνηση. Ἀναλυτικά βλ. π. Π. Heers, πιό πάνω.
[3] Τό «περί Οἰκουμενισμοῦ» Διάταγμα τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου.
[4] 9th Assembly of WCC, Assembly Documents, Text on ecclesiology: Called to be the One Church, 6-7, στό http://www.impantokratoros.gr/B46B3299.el.aspx.
[5] Χαρακτηριστικά εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ τά λόγια τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς): «Ποιά λοιπόν εἶναι ἡ Εὐρώπη; Εὐρώπη εἶναι ὁ πάπας καί ὁ Λούθηρος, ἡ κορεσμένη δηλαδή ἀνθρώπινη ἀπληστία καί ὁ ἱκανοποιημένος μέχρι ἐσχάτου βαθμοῦ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὁ πάπας εἶναι τό συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης ἀπληστίας γιά ἐξουσία. Ὁ Λούθηρος εἶναι τό συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης θέλησης νά ἑρμηνεύσει, ἐξηγήσει τά πάντα μέ τή λογική. Ὁ πάπας παρουσιάζεται σάν κυβερνήτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί ὁ Λούθηρος παρουσιάζεται σάν ὁ ἐπιστήμονας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτοί οἱ δύο εἶναι ἡ Εὐρώπη μέ δύο λόγια, καί σύμφωνα μέ τήν ἱστορία ἕως τώρα. Ὁ ἕνας ἔριξε τήν ἀνθρωπότητα στή φωτιά καί ὁ ἄλλος στό νερό. Καί οἱ δύο μαζί σημαίνουν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Σημαίνουν ἄρνηση τῆς πίστης καί ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διά μέσου αὐτῶν τῶν δύο ἐπιδρᾶ ἀρνητικά ἐδῶ καί αἰῶνες τό πνεῦμα τοῦ κακοῦ στό σῶμα τῆς Εὐρώπης…Μέχρι τότε πού ἡ Εὐρώπη προσκυνοῦσε τόν Χριστό ὡς τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, καί μέχρι τήν στιγμή πού ἡ Εὐρώπη σεβόταν τούς δικούς Του ἀποστόλους, μάρτυρες, ἁγίους, καί ἀμέτρητους χριστιανούς, ὁμοίαζε μέ πλατεῖα φωτισμένη μέ ἑκατοντάδες χιλιάδες φῶτα. Ὅταν ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ἀπληστία καί εὐφυΐα κυρίεψαν τήν Εὐρώπη, τότε ἐκείνη ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Χριστό. Τότε τά φῶτα τῆς πλατείας ἔσβησαν μπροστά στά μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἔπεσε βαθύ σκοτάδι. Ἐπικράτησε τό σκοτάδι πού ἐπικρατεῖ στήν φωλιά τοῦ τυφλοπόντικα… Ἐξαιτίας τῆς ἀπληστίας κάθε λαός καί κάθε ἄνθρωπος, μιμούμενος τόν πάπα, ἄρχισε νά ἀναζητᾶ τήν ἐξουσία, τήν ἀπόλαυση, τήν δόξα. Ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης εὐφυΐας κάθε λαός καί κάθε ἄνθρωπος θεώρησε πώς αὐτός εἶναι πιό ἔξυπνος ἀπό τούς ἄλλους καί πώς ἔχει πετύχει πολύ περισσότερα ἀπό τούς ὑπόλοιπους λαούς. Πῶς λοιπόν νά μήν ἀρχίσουν πόλεμοι ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους; Πῶς νά μήν ἐπικρατήσει ἡ τρέλα καί ἡ λύσσα;» (Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος, Μέσα ἀπό τό παράθυρο τῆς φυλακῆς. Μηνύματα στό λαό, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 109).
[6] Ἀναλυτικότερα γιά τά αἴτια ἀναπτύξεως τῶν νέων αἱρέσεων, βλ. π. Α. Ἀλεβιζοπούλου, Νεοφανεῖς αἱρέσεις καταστροφικές λατρεῖες στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκδ. Διάλογος, Ἀθήνα 1995, σελ. 18.
[7] Γιά τούς προδρόμους τῆς σύγχρονης παραθρησκείας, βλ. πρωτ. Βασ. Γεωργόπουλος, «Ἀποκρυφισμός καί Νέα Ἐποχή», στό Πτυχές τῆς Νέας Ἐποχῆς, Πρακτικά, ΙΖ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως … ἔκδ. Κλάδος ἐκδόσεων τῆς ἐπικοινωνιακῆς καί μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2007, σ. 95-104
Νωρίτερα η ΕΟΔ έγραψε για την προσκυνηματική εκδρομή φοιτητών της Χίου με τον Μητροπολίτη Μάρκο.