π. Σεραφείμ Ρόουζ: Ο Διαφωτισμός και η επίθεση κατά των θαυμάτων

Φωτογραφία: Αρχείο ΕΟΔ Φωτογραφία: Αρχείο ΕΟΔ

Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ αναλύει την επίθεση του Διαφωτισμού στα θαύματα μέσω του Χιουμ και την ορθολογιστική «άμυνα» του Βολταίρου, αποκαλύπτοντας τις ρίζες της σύγχρονης αποστασίας.

Η ΕΟΔ συνεχίζει να δημοσιεύει τις 13 διαλέξεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ σε μετάφραση του Γεώργιου Τρακάκη, Επιστήμονα Υλικών Δρ. Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών, Πάτρα. Ένα Ορθόδοξο Μάθημα Επιβίωσης: κατανοώντας την αποστασία του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την Ορθόδοξη πίστη.

Διάλεξη 5 - Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΙI - Β' ΜΕΡΟΣ: 

Εναντίωση στα Θαύματα

Η τελευταία άμυνα όσων υπερασπίζονταν την υπερφυσική θρησκεία με οτιδήποτε άλλο πέρα από μία καθαρά συναισθηματική βάση, ήταν η ύπαρξη των θαυμάτων. Και υπήρξε ένας συγγραφέας στην Αγγλία που ανέλαβε να κατεδαφίσει οριστικά ολόκληρη την ιδέα των θαυμάτων. Αυτός ήταν ο Ντέιβιντ Χιουμ[1], ένας Σκωτσέζος, για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα ως εξαιρετικά σημαντικό για ολόκληρη τη σύγχρονη φιλοσοφία μας. Και είναι ενδιαφέρον ότι αυτό το εγχειρίδιο περί νεότερης σκέψεως[2], γραμμένο τη δεκαετία του ’20 από έναν τυπικό διαφωτισμένο άνθρωπο [τον Ράνταλ], ο οποίος είναι πολύ ακριβής στις παραπομπές του και στην ανάλυση των ιδεών, είναι ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό προϊόν όλων αυτών των ιδεών. Έτσι, για εκείνον ο Χιουμ αποτελεί σχεδόν το απόλυτο μέτρο. Λέει:

«Στο περίφημο “Δοκίμιό του περί Θαυμάτων”, το 1748, απέδειξε τόσο πειστικά —ώστε έκτοτε σπανίως το έχουν αμφισβητήσει ευφυείς άνθρωποι— ότι ένα θαύμα, με την έννοια ενός υπερφυσικού γεγονότος ως σημείου της θεϊκότητας εκείνου που το επιτελεί, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να τεκμηριωθεί. Ακόμη και αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι τα καταγεγραμμένα γεγονότα πράγματι συνέβησαν, ότι ήταν υπερφυσικά και ότι επαρκούσαν για να θεμελιώσουν μία θρησκεία, και πάλι είναι αδύνατον να αποδειχθεί κάτι τέτοιο».

Και παραθέτει τον ίδιο τον Χιουμ, ο οποίος λέει:

«Καμία μαρτυρία δεν είναι επαρκής για να θεμελιώσει ένα θαύμα, εκτός εάν η μαρτυρία είναι τέτοιας φύσεως, ώστε το ψεύδος της να είναι πιο θαυμαστό από το γεγονός που επιχειρεί να αποδείξει… Ένα θαύμα δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποτελέσει θεμέλιο ενός θρησκευτικού συστήματος… Ας υποθέσουμε ότι όλοι οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την Αγγλία συμφωνούσαν [ότι η βασίλισσα Ελισάβετ πέθανε και, αφού ετάφη, έναν μήνα αργότερα επέστρεψε στον θρόνο και κυβέρνησε ξανά την Αγγλία] {οι παρενθέσεις ανήκουν στον Ράνταλ}. Δεν θα αμφέβαλλα για τον υποτιθέμενο θάνατό της και για όλα τα άλλα δημόσια γεγονότα που ακολούθησαν· απλώς θα υποστήριζα ότι επρόκειτο για προσποίηση και ότι δεν ήταν, ούτε θα μπορούσε να είναι, πραγματικό γεγονός… Θα απαντούσα ακόμη ότι η πανουργία και η ανοησία των ανθρώπων είναι τόσο συνηθισμένα φαινόμενα, ώστε θα προτιμούσα να πιστέψω ότι και τα πιο εξαιρετικά γεγονότα προκύπτουν από τον συνδυασμό αυτών, παρά να δεχθώ μια τόσο κραυγαλέα παραβίαση των νόμων της φύσεως. Αν όμως αυτό το θαύμα αποδιδόταν σε κάποιο νέο θρησκευτικό σύστημα, οι άνθρωποι, σε όλες τις εποχές, έχουν εξαπατηθεί τόσο πολύ από γελοίες ιστορίες αυτού του είδους, ώστε αυτό και μόνο το γεγονός θα αποτελούσε πλήρη απόδειξη απάτης και θα ήταν επαρκές, για κάθε άνθρωπο με λογική, όχι μόνο να απορρίψει το γεγονός, αλλά να το απορρίψει και χωρίς περαιτέρω εξέταση… Καθώς οι παραβιάσεις της αλήθειας είναι πιο συχνές στις μαρτυρίες που αφορούν θρησκευτικά θαύματα από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα πραγματικών γεγονότων… αυτό πρέπει να μας οδηγεί σε μια γενική απόφαση να μην τους δίνουμε ποτέ καμία προσοχή, όσο εύλογο πρόσχημα κι αν τα περιβάλλει».

Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον συγγραφέα, όλα αυτά αποτελούν ήδη οριστική απόδειξη ότι τα θαύματα δεν υπάρχουν ή, τουλάχιστον, ότι δεν μπορούν να αποδειχθούν. Είναι όμως φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος διέθετε μία πολύ ισχυρή πίστη στο να μην πιστεύει στα θαύματα. Και θα χρειαστεί να εξετάσουμε αργότερα από πού προέρχεται αυτή η πίστη και γιατί όλα αυτά του φαίνονται τόσο αυτονόητα.

Αυτός είναι ο τρόπος σκέψεως που επικρατούσε εκείνη την εποχή σε όλους σχεδόν όσους έγραφαν βιβλία. Άλλοι υπερασπίζονταν λίγο περισσότερο τη θρησκεία, άλλοι λίγο λιγότερο· όλοι όμως κατευθύνονταν προς την ίδια κατεύθυνση, προς την αποβολή κάθε υπερφυσικού στοιχείου. Και αυτή η νοοτροπία κατέλαβε τόσο έντονα τους ανθρώπους, ώστε δεν μπορούσαν παρά να σκέπτονται με αυτούς τους όρους. Θα δούμε αργότερα ότι ο Χιουμ εφάρμοσε το ίδιο αυτό κριτήριο και στην επιστήμη, με αποτελέσματα απολύτως καταστροφικά.

Επίθεση στην θρησκεία και υπεράσπισή της

Σύντομα όμως, ακόμη και αυτή η ίδια η θρησκεία της «λογικότητας», στην οποία το μόνο που απέμενε ήταν ότι υπάρχει ένας Θεός και ότι οι άνθρωποι οφείλουν να είναι καλοί, άρχισε και αυτή να δέχεται επιθέσεις. Διότι η λογική δεν ικανοποιείται όσο υπάρχει κάτι ακόμη για να επιτεθεί. Και τώρα η επίθεση δεν στρέφεται πλέον μόνο εναντίον του υπερφυσικού, αλλά εναντίον της ίδιας της θρησκείας συνολικά. Και εδώ, ίσως προς έκπληξή μας, διαπιστώνουμε ότι δύο από τους μεγάλους υπερασπιστές της θρησκείας είναι ακριβώς ο Βολταίρος και ο Ντιντερό, δηλαδή εκπρόσωποι αυτής της νέας αντίληψης περί θρησκείας. Ο Βολταίρος επιχειρηματολογεί σε μια εποχή κατά την οποία ο ίδιος εξακολουθεί να κρατά τον Ντεϊσμό του, ενώ πολλοί Γάλλοι στοχαστές έχουν ήδη καταλήξει στον υλισμό και στον αθεϊσμό. Και λέει:

«Όταν βλέπω ένα ρολόι του οποίου οι δείκτες δείχνουν τις ώρες, συμπεραίνω ότι ένα νοήμον ον έχει τακτοποιήσει τα ελατήρια αυτής της μηχανής, ώστε οι δείκτες της να δείχνουν τις ώρες. Κατ’ αναλογίαν, όταν βλέπω τα όργανα του ανθρώπινου σώματος, συμπεραίνω ότι ένα νοήμον ον έχει τακτοποιήσει αυτά τα όργανα για να δεχθούν και να θρέψουν το έμβρυο επί εννέα μήνες στη μήτρα· ότι τα μάτια δόθηκαν για να βλέπουν, τα χέρια για να πιάνουν κ.ο.κ.».

Αυτό είναι το λεγόμενο «επιχείρημα εκ του σχεδίου», μία απόδειξη της υπάρξεως του Θεού. Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι πρέπει να υπάρχει τελική αιτία για τα πάντα. Ο Βολταίρος λέει:

«Υπάρχω· άρα κάτι υπάρχει. Αν κάτι υπάρχει, τότε κάτι πρέπει να υπάρχει από όλη την αιωνιότητα· διότι ό,τι υπάρχει είτε υπάρχει αφ’ εαυτού είτε έχει λάβει το είναι του από κάτι άλλο».

Αυτό ήδη ακούγεται σαν τον Θωμά τον Ακινάτη.

«Αν υπάρχει αφ’ εαυτού, υπάρχει κατ’ ανάγκην, υπήρχε ανέκαθεν κατ’ ανάγκην, και αυτό είναι ο Θεός· αν έχει λάβει το είναι του από κάτι άλλο, και εκείνο από τρίτο, τότε εκείνο από το οποίο το τελευταίο έλαβε το είναι του πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ο Θεός…

Η νόηση δεν είναι ουσιώδες γνώρισμα της ύλης, διότι ένας βράχος ή ένας κόκκος δεν σκέπτεται. Από πού λοιπόν έλαβαν αίσθηση και σκέψη τα σωματίδια της ύλης που σκέπτονται και αισθάνονται; Δεν μπορεί να το έλαβαν από τον εαυτό τους, αφού σκέπτονται παρά τη θέλησή τους· δεν μπορεί να το έλαβαν από την ύλη γενικά, αφού η σκέψη και η αίσθηση δεν ανήκουν στην ουσία της ύλης· άρα πρέπει να έχουν λάβει αυτά τα χαρίσματα από τα χέρια ενός Υπέρτατου Όντος, νοήμονος, απείρου και πρώτης αιτίας όλων των όντων».

Βλέπουμε ότι εδώ ο Βολταίρος προσκολλάται ακόμη σε έναν παλαιότερο τρόπο σκέψεως. Και καταλήγει λέγοντας:

«Στην άποψη ότι υπάρχει Θεός υπάρχουν δυσκολίες· αλλά στην αντίθετη άποψη υπάρχουν παραλογισμοί».

Αργότερα, όμως, άνθρωποι που θα θεωρούν τους εαυτούς τους ορθολογικούς και με κοινή λογική θα αρχίσουν να λένε ότι δεν υπάρχει κανένας παραλογισμός στο να πιστεύει κανείς ότι ο κόσμος εξελίχθηκε από μόνος του κ.ο.κ. Αυτό θα το δούμε σε μεταγενέστερη διάλεξη, όταν θα εξετάσουμε συνολικά την ιδέα της εξελίξεως.

Ο Βολταίρος πίστευε ακόμη και στην αθανασία της ψυχής. Σχετικά με την αθανασία της ψυχής λέει:

«Χωρίς να θέλουμε να εξαπατήσουμε τους ανθρώπους, μπορεί να ειπωθεί ότι έχουμε λόγους τόσο να πιστεύουμε όσο και να αρνούμαστε την αθανασία του όντος που σκέπτεται».

Και βεβαίως, εδώ δεν στηρίζεται στην επιστήμη· μιλά με βάση παλαιές πεποιθήσεις, τις οποίες οι πιο ριζοσπαστικοί στοχαστές είχαν ήδη αρχίσει να καταρρίπτουν και να εγκαταλείπουν.

Ήδη όμως, με τους υλιστές και τους αθεϊστές αυτής της περιόδου, λίγο πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, αρχίζουμε να διακρίνουμε ορισμένους από τους λόγους για τους οποίους ολόκληρη η κοσμοθεωρία του Διαφωτισμού κατέρρευσε. Παρ’ όλα αυτά, η βασική στάση του Διαφωτισμού παρέμενε η ίδια: η αισιοδοξία, ότι είναι δυνατόν να κατανοηθεί πλήρως τι είναι ο κόσμος. Δεν υπάρχουν πλέον μυστήρια. Ακόμη και ο Χριστιανισμός είναι «λογικός».

-----------
[1] Ντέιβιντ Χιουμ (David Hume, 1711–1776): Σκωτσέζος φιλόσοφος και ιστορικός, από τις κεντρικές μορφές του εμπειρισμού και του Διαφωτισμού. Στο Essay on Miracles (1748) διατύπωσε τη διάσημη κριτική του κατά των θαυμάτων, υποστηρίζοντας ότι καμία μαρτυρία δεν μπορεί να θεμελιώσει λογικά ένα υπερφυσικό γεγονός, εφόσον αυτό παραβιάζει τους «νόμους της φύσεως». Με τη θέση αυτή, τα θαύματα απορρίπτονται όχι βάσει ιστορικής εξέτασης, αλλά εκ των προτέρων, λόγω φιλοσοφικής προϋπόθεσης. Η σκέψη του Χιουμ άσκησε καθοριστική επιρροή στη νεότερη φιλοσοφία, οδηγώντας σε ριζική αμφισβήτηση όχι μόνο της αποκαλυπτικής θρησκείας, αλλά τελικά και της ίδιας της βεβαιότητας της επιστημονικής γνώσης.
[2] The Making of the Modern Mind, John Herman Randall, Houghton Mifflin Company

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης