Η Ζωή, οι Αγώνες και το Εγκώμιο του Πρώτου Εθνικού Κυβερνήτη της Ελλάδας
Της Μαρίας Μαντουβάλου.
Ποιὸς ἦταν ὁ Ἰωάννης Καπποδίστριας, αὐτὸς ποὺ κατὰ καιροὺς χαρακτηρίστηκε ἀπὸ Ἕλληνες καὶ ξένους κορυφαίους ἐπιστήμονες, ἐρευνητὲς τῆς ζωῆς του, καθὼς καὶ αὐτοκράτορες καὶ ἡγεμόνες τῆς Εὐρώπης, πρωτοστάτης τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας, ἅγιος ἔνδοξος ἐθνομάρτυρας, ἀσκητὴς τῆς πολιτικῆς, ἔνθεος ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, μάρτυρας τῆς Ρωμηοσύνης, κορυφαῖος τῶν Ἑλλήνων τοῦ 19ου αἰ., νικητὴς τοῦ Μέττερνιχ, ὁ ἐξ ἀπορρήτων σύμβουλος καὶ Ὑπουργὸς τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρωσίας Ἀλεξάνδρου Α’, ρυθμιστὴς δεξιοτέχνης τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας, ἂν καὶ μὴ Ρῶσος, ἀλλὰ Ἕλληνας, ὁ μεγάλος ἀρχιτέκτονας τῆς πανευρωπαϊκῆς εἰρήνης καὶ προστάτης τῆς Γαλλίας καὶ Ἑλβετίας;
Ὁ κόμης Ἰωάννης Καπποδίστριας, ἔζησε καὶ ἔδρασε στὴν Ἑλλάδα καὶ σὲ ὅλη σχεδὸν τὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὴν Ρωσία, Αὐστρία καὶ Ἑλβετία.
Ὕστερα ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια αἱματηρῶν ἀπελευθερωτικῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους γιὰ τὴν ἀποκατάστασή του, οἱ Ἕλληνες ἀποφάσισαν ὅτι «ὁ κατὰ πρᾶξιν καὶ θεωρίαν» ἱκανὸς νὰ κυβερνήσει τὴν ἑλληνικὴ πολιτεία εἶναι ὁ κόμης Ἰωάννης Καπποδίστριας (1776-1831), ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἅγιος τῆς Πολιτικῆς, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ ἐκλογὴ του ἦταν ὁμόφωνη ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ τρίτη τῶν Ἑλλήνων Συνέλευση τῆς 3ης Ἀπριλίου 1827, στὴν Τροιζήῆνα, μὲ πρόεδρο τὸν Γεώργιο Σισίνη καὶ Γραμματέα τὸν Ν. Σπηλιάδη.
Ὁ Καπποδίστριας εἶχε προβλέψει τὶς περιπέτειες ποὺ τὸν περίμεναν, γιατί γνώριζε τὰ παρασκήνια τῶν Μεγάλων Δυνάμεων γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ κυρίως πάνω στὸ θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας καθὼς καὶ τοὺς λίγους μέν, ἀλλὰ ἰσχυροὺς ἐκτελεστὲς τῶν ξένων ἐντολῶν Ἕλληνες, ὀπαδοὺς τῆς θρησκευτικῆς προπαγάνδας καὶ φυσικὰ ὀπαδοὺς τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Ἔγραφε στὸν φίλο του Ἐϋνάρδο ἀπὸ τὴ Ρωσία ὅτι τὴν ἐκλογή του ἀπὸ τὴν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας, θεωροῦσε ὡς «σταυρὸ ποὺ τοῦ προορίστηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ».
Τὸν σταυρὸ τὸν δικό του τὸν σήκωσε ἀγόγγυστα ὁ Καπποδίστριας. Τὸν σταυρὸ ὅμως ὡς σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν ὑπερασπίστηκε δυναμικὰ καὶ ἀνυποχώρητα τόσο στὸ ἐσωτερικὸ ὅσο καὶ ἀπέναντι τοῦ Πατριαρχείου στὸ ὁποῖο ἔγραφε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1828 «λυπούμεθα μὴ δυνάμενοι νὰ ἀποδείξωμεν καρποφόρους, ὅσους οἱ σεβάσμιοι ἱεράρχαι κατέβαλλον ἀγῶνας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος». Οἱ διαταγὲς τῆς Παναγιότητος ἦταν κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Σουλτάνου, ἄρα ἀπαράδεκτες γιὰ τὸν Κυβερνήτη καὶ τὸν πιστὸ λαὸ τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας κατὰ τὸν Καπποδίστρια «ἡ τύχη εἶναι ἔργο τῆς θείας πρόνοιας» καὶ ἀργότερα διαβεβαίωνε τὸν Πατριάρχη ὅτι ἡ Κυβέρνηση ἐνεργεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο γιὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνηση θὰ παρέμενε ἄγρυπνη ἀπέναντι σὲ κάθε αἱρετικὴ διδασκαλία στὴν Ἐκκλησία.
Ὁ Καπποδίστριας, ὁ κορυφαῖος Εὐρωπαῖος διπλωμάτης καὶ μέγας Ἕλληνας πολιτικός, ἦταν αὐτὸς ποὺ τόλμησε καὶ ἀντέδρασε ἔντονα στὸν πανίσχυρο αὐστριακὸ καγκελάριο Μέττερνιχ, στὸν αὐτοκράτορα τῆς Ρωσίας Ἀλέξανδρο τὸν Α΄, ἦταν αὐτὸς ποὺ συνέβαλε ὡς Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας στὴ θεμελίωση τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ὕστερα ἀπὸ τοὺς Ναπολεόντειους πολέμους, διεκπεραίωσε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία τὸ ἔργο τῆς πολιτειακῆς ἀνασυγκρότησης τῆς Ἑλβετίας, συνέβαλε στὸ Παρίσι τὸ 1815 στὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ Γαλλία ἀπὸ τὸν βέβαιο διαμελισμό της, ποὺ ἦταν ἀμετάκλητη ἀπόφαση Αὐστρίας, Ἀγγλίας, Πρωσίας, ὁ κατακερματισμός της. Ὁ Λουδοβίκος ΙΗ΄ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνη ἀπηύθυνε στὸν Καπποδίστρια τὰ πιὸ ὡραῖα ἐπαινετικὰ λόγια.
Ἀπὸ τὶς 8 Ἰανουαρίου 1828 ποὺ ἀποβιβάζεται στὸ Ναύπλιο ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος μέχρι τὸ τραγικὸ τέλος του στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1831, δηλαδὴ μέσα σὲ λιγότερο ἀπὸ τέσσερα χρόνια, κατόρθωσε νὰ δημιουργήσει ἔργα ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ μὲ ποιὸ ρυθμὸ καὶ αὐτοθυσία ἔγιναν.
Ἡ ἔκρηξη τῆς Ἐπανάστασης εἶχε καταστρέψει ὅ,τι θετικὸ εἶχε δημιουργηθεῖ σὲ ὅλους τοὺς χώρους καὶ τοὺς θεσμούς, ἐκπαιδευτικό, ἐκκλησιαστικό, δικαστικό, οἰκονομικό, διοικητικό, στρατιωτικό. Ὁ Καπποδίστριας ἔφερε κοσμογονία στοὺς θεσμοὺς σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἐρειπωμένης χώρας.
Ἀμέσως μόλις ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνηση σύστησε Πολεμικὸ Συμβούλιο, Ὑπουργικὸ Συμβούλιο καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ Τμήματα Οἰκονομίας, Ἐσωτερικῶν καὶ Πολεμικῶν. Ἔλαβε μέτρα γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς πειρατείας καὶ τῆς ληστείας, ἀποκατέστησε τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν εὐνομία στὶς πόλεις καὶ στὴν ἐπαρχία, ὀργάνωσε κυβερνητικὲς ὑπηρεσίες καὶ ἐπαρχιακὴ διοίκηση, ἀνασύνταξε τὸν στρατὸ καὶ τὸν στόλο, ἔθεσε σὲ λειτουργία τὴν οἰκονομία τῆς χώρας καὶ ἐξασφάλισε μὲ διάφορους τρόπους τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα γιὰ τὴν κάλυψη τῶν κρατικῶν δαπανῶν, ποὺ εἶχε περιορίσει στὸ ἐλάχιστο. Ἵδρυσε δικαστήρια, φρόντισε γιὰ τὴν εἴσπραξη τῶν φόρων ἀπ᾿ εὐθείας ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση, χωρὶς τὴν ὕποπτη μεσολάβηση τῶν προκρίτων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μειωθεῖ ἡ πολιτικὴ τους δύναμη. Ἔλαβε μέτρα γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ φρόντισε γιὰ τὴν ἔκδοση σχολικῶν βιβλίων. Τὸ πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1829 μεταφέρθηκε ἡ ἕδρα τῆς Κυβέρνησης ἀπὸ τὴν Αἴγινα, ποὺ ἦταν μέχρι τότε πρωτεύουσα, στὸ Ναύπλιο, ποὺ ὁρίστηκε προσωρινὰ ὡς «καθέδρα τῆς κυβέρνησης».
Ἐπιδόθηκε μὲ ἔνθεο πάθος στὸν ἱερὸ σκοπὸ τῆς κυβερνητικῆς του ἀποστολῆς καὶ κυρίως φρόντισε νὰ μὴν ἐκδίδονται ἀντιφατικοὶ νόμοι καὶ μὲ φωτισμένες ἀποφάσεις ἔκοψε νόμισμα, τὸν φοίνικα, δημιούργησε Τράπεζα, στὴν ὁποία ὡς πρῶτο κεφάλαιο κατέθεσε τὴν προσωπική του περιουσία, δὲν ἔστειλε τὰ χρήματά του στὴν Ἑλβετία, ἂν καὶ οἱ Ἑλβετοὶ τὸν λάτρευαν ὡς Σωτῆρα τους, ὅπως καὶ ἦταν. Προτίμησε, ὅμως, ἀντὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς φίλους του, νὰ τροφοδοτήσει τὸν ἑλληνικὸ λαό. Νὰ τὸν καταστήσει αὐτάρκη, γιὰ νὰ πάψει νὰ δανείζεται καὶ νὰ ὑποθηκεύει τὴ γῆ του, ὡς ἐγγύηση τῶν δανείων. Στὴν κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα ποὺ βρέθηκε Κυβερνήτης της ὁ Καπποδίστριας ὅλα ἔπαθαν μεταλλαγὴ σὲ μία στιγμή. Ἐπινόησε τὰ κατάλληλα μέτρα, ἀφοῦ πρῶτα φρόντισε νὰ διαλύσει τὶς φατρίες καὶ τὶς κλίκες τῶν μηχανορράφων, πρᾶγμα ποὺ τελικά τοῦ στοίχισε τὴ ζωὴ καὶ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κυβερνήτης προαισθανόταν ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀποφύγει.
Ἡγέτης ἀφιλοκερδής, προνοητικός, ὑπερήφανος, ἀνιδιοτελής, ἀπευθυνόταν σὲ ἕνα λαὸ τοῦ ὁποίου ἡ νεολαία, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγωνιστὲς στηρίζονταν σὲ ἰδανικά, στὰ ἰδανικὰ τῆς ἐλευθερίας, τῆς πίστης, τῆς πατρίδας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἐπιδίωξή του ἦταν, ὅπως προκύπτει ἀπὸ πλῆθος γραπτῶν πηγῶν, ποὺ διαθέτουμε γύρω ἀπὸ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο του, νὰ θεμελιώσει γερὰ τὸ νέο κράτος, μὲ τὴ βοήθεια ἄξιων καὶ ἱκανῶν συνεργατῶν, ὥστε τὸ ἔργο του νὰ εἶναι ἀποτελεσματικό. Ἔτσι, ἡ ἔλευσή του στὴν Ἑλλάδα θὰ δρομολογήσει καὶ τὴν ταυτόχρονη σχεδὸν κάθοδο στὴν πατρίδα πολλῶν Ἑλλήνων λογίων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ γεωπόνων.
Ἡ ἀρτισύστατη πολιτεία ἔπρεπε νὰ ἐνισχυθεῖ μὲ τοὺς ἱκανούς, ἀφοῦ ἀκόμη σκοπὸς ἦταν ἡ ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ κρατικὴ αὐτονομία ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ πύλη, γεγονὸς ποὺ κατόρθωσε σὲ σύντομο σχετικὰ χρόνο. Πῆρε πλῆθος πρωτοβουλιῶν μόλις ἦρθε στὴν ἐρημωμένη Ἑλλάδα καὶ ὀργάνωσε σὲ ἄριστο βαθμὸ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευση μὲ ἀρχὲς αὐστηρὰ ἑλληνικὲς καὶ ὀρθόδοξες, θεμελίωσε τὴ Δικαιοσύνη, φρόντισε γιὰ τὴν περίθαλψη τῶν ὀρφανῶν καὶ τὴν ἄρτια ἐκπαίδευση τόσο τῶν στρατιωτικῶν, ὅσο καὶ τῶν κληρικῶν. Ἔχτισε τὴ Γεωργικὴ Σχολὴ στὴν Τίρυνθα καὶ Στρατιωτικὴ Σχολὴ στὸ Ναύπλιο, ὀργάνωσε ἐθνικὸ στρατὸ ἀπὸ ἄτακτα στρατεύματα. Ἵδρυσε ναυπηγεῖα στὸν Πόρο καὶ στὸ Ναύπλιο, κατασκεύασε ἐθνικοὺς δρόμους. Φρόντισε νὰ διαφυλάξει τὶς ἀρχαιότητες, ἱδρύοντας τὸ 1829 Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία καὶ Μουσεῖο μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀνδρέα Μουστοξύδη, ἐπιφανῆ λόγιο τοῦ Ἔθνους.
Στὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκπαίδευσης εἶχε πολύτιμο βοηθὸ τὶς εἰσηγήσεις του πολυμαθοῦς ὀρθόδοξου ὑπαλλήλου τοῦ ρωσικοῦ κράτους Ἀλέξανδρου Στούρζα, βιογράφου καὶ ἐκδότου τῶν ἐπιστολῶν του ἀργότερα καὶ κατόχου τοῦ προσωπικοῦ ἀρχείου τοῦ Κυβερνήτη.
Τὰ οἰκονομικά τοῦ κράτους ὁ Καπποδίστριας τὰ ἐξασφάλιζε καὶ μὲ τὴν πολύτιμη βοήθεια τῶν πλούσιων φίλων του τοῦ ἐξωτερικοῦ, Ἑλλήνων καὶ φιλελλήνων. Ξεχωριστὴ θέση γιὰ τὴ συνδρομὴ τοῦ Καπποδίστρια στὸ οἰκονομικὸ πεδίο κατέχει ὁ Γαλλοελβετὸς φιλέλληνας Ἰωάννης Ἐϋνάρδος, ποὺ ἐνίσχυσε ἠθικὰ καὶ οἰκονομικὰ τὸν Ἀγῶνα καὶ στήριξε τὶς προσπάθειες τοῦ Καπποδίστρια, γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς οἰκονομίας τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Ἕλληνας στὴν ψυχὴ καὶ στὸ φρόνημα, μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ, νύχτα μέρα σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῶν ἐτῶν 1822-1827 μόχθησε καὶ πάσχισε ἀκαταπόνητα γιὰ τὴν ἐμπέδωση τῶν ἑλληνικῶν δικαίων. Συζητᾶ μὲ πολλοὺς ξένους στρατιωτικοὺς φιλέλληνες τὸ θέμα τῆς στρατιωτικῆς στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα βοήθειας. Καταστρώνει σχέδια δράσης καὶ ἐνεργειῶν. Ἔκανε τὴ Γενεύη ἤδη τὸ 1825 νὰ εἶναι ἀφιερωμένη ὁλοκληρωτικὰ στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν ἀγῶνα της. Προετοίμασε μία ἐκρηκτικὴ ἔκφραση διαμαρτυρίας τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινῆς γνώμης γιὰ τὴν πολιτικὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἀνακτοβουλίων ἀπέναντι στὸ ἑλληνικὸ θέμα. Πίσω ἀπὸ τὰ φιλελληνικὰ ἄρθρα βρίσκεται ὁ Καπποδίστριας καὶ οἱ στενοί του Εὐρωπαῖοι φίλοι. Μὲ τὴν πτώση τῆς ἱερῆς πόλης τοῦ Μεσολογγίου τὸ 1826 πηγαίνει καὶ ἀγωνίζεται σκληρὰ στὴ Γαλλία, στὴ Χάγη, στὸ Ἄμστερνταμ, στὴ Γερμανία καὶ ἔτσι ξεσπάει στὴν Εὐρώπη μεγάλο φιλελληνικὸ ρεῦμα, ἐνῷ παράλληλα τὸν παρακολουθοῦν οἱ ἀστυνομικὲς ἀρχὲς τῶν χωρῶν αὐτῶν. Ὡστόσο μὲ τὶς δραστηριότητές του αὐτὲς ὁ Καπποδίστριας κατόρθωσε νὰ πυκνώσουν οἱ ὑλικὲς ἐνισχύσεις πρὸς τοὺς ἀγωνιζόμενους καὶ ἡ κοινὴ εὐρωπαϊκὴ γνώμη νὰ ἀσκήσει ἀποτελεσματικὴ πίεση στὶς κυβερνήσεις τῶν χωρῶν της καὶ μετέτρεψε εὐνοϊκὰ γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ὑπόθεση τὴν πολιτική τους.
Σπάνια, ἂν ὄχι μοναδική, ἡ περίπτωση Καπποδίστρια, ποὺ ἦταν μεγάλος ὡς πολιτικός, ἀλλὰ καὶ μεγάλος ὡς ἄνθρωπος, στὸ ἔπακρον πατριώτης καὶ φιλελεύθερος, ἀγαποῦσε τὸν ἄνθρωπο καὶ σεβόταν τὰ δικαιώματα καὶ τὶς ἀξίες του. Αὐτὲς ὅμως ἔπρεπε ἀπαρέγκλιτα νὰ εἶναι ἑλληνικὲς καὶ ὀρθόδοξες.
Ἀπὸ τὸ Ὡσαννὰ – Σταύρωσον. Ὄχι ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ποὺ τὸν λάτρεψε, ἀλλὰ ἀπὸ συμφεροντολόγους τοκογλύφους καὶ μικρόψυχους Ἑλληνόφωνους καὶ ξένους πράκτορες προπαγανδιστές. Σὲ ὅλους αὐτοὺς στάθηκε ἀσπίδα ἀκλόνητη ὁ Καπποδίστριας καὶ κιβωτὸς τῶν προαιώνιων ἀξιῶν καὶ ἀρχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πολέμησε μὲ ὅσα μέσα εἶχε τὴν ἐπιχειρούμενη ἀλλοτρίωση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔπρεπε νὰ φύγει. Ἦταν πολὺ σκληρὸ ἐμπόδιο γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ μὲ συμβιβαστικὰ μέσα.
Ἡ ὅλη πνευματική του πορεία ἦταν μίμηση τοῦ Χριστοῦ. Ἔγινε θρῦλος ποὺ κέρδισε τὴν ἀθανασία καὶ ἔμεινε σύμβολο, ποὺ μιλᾶ στὶς ἑλληνικὲς καρδιές, γιὰ τὴ μεγάλη θυσία καὶ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη στὸν Ἕλληνα, μὲ τὴν αὐταπάρνησή του καὶ τὶς ἀξίες ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ στενὰ ὅρια τῆς πρόσκαιρης ζωῆς.
Ἡ πιὸ εὐτυχισμένη στιγμὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα, στὴν αἱματηρὴ διαδρομὴ τοῦ ἀγῶνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, ἦταν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Καπποδίστρια, ὡς πρώτου Κυβερνήτη της. Τὸ τεράστιο πολιτικὸ μέγεθος τοῦ Καπποδίστρια, ποὺ ἀπὸ χρόνια τὸ ἔθνος τὸν λαχταροῦσε καὶ τὸν περίμενε, φάνηκε μετὰ τὸν μαρτυρικό του θάνατο, γιατί ἔλειψαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἡ διαύγεια τοῦ νοῦ του, ἡ εὐστροφία του, ἡ ἱκανότητά του νὰ παίρνει γρήγορες ἀποφάσεις, ἡ ἀπόλυτη τιμιότητα, οἱ ὁραματισμοί του, ἡ ἀφοσίωσή του στὸ ἔργο του, ἡ διπλωματική του ἐπιδεξιότητα, ἡ ἱκανότητά του νὰ γνωρίζει πολλὰ καὶ ὡστόσο νὰ κατορθώνει πολλὰ σημεῖα ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του νὰ τὰ ἀφήνει στὴ σκιά, κερδίζοντας ἔτσι διπλωματικὲς μάχες στὰ συνέδρια καὶ ἀκυρώνοντας διάφορες συνθῆκες, πάνω στὰ ζωτικὰ θέματα γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ὅπως τὸ ἀκανθῶδες θέμα ποὺ καθόριζαν οἱ Μεγάλες Δυνάμεις γιὰ τὰ ἐθνικὰ κτήματα τῆς Ἑλλάδος ἢ ἡ χάραξη τῶν ὁρίων τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ὅπου ὁ Καπποδίστριας πρότεινε νέες ὁροθετικὲς γραμμές. Τὶς ἀπόψεις τοῦ Καπποδίστρια υἱοθετοῦν ἐν μέρει οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἔτσι ἀποφεύγονται τερατουργήματα, ὅπως τὸ νὰ θεωρηθοῦν διάφορα κτήματα ὡς τουρκικὰ καὶ νὰ ἀποδοθοῦν στοὺς Τούρκους κτήματα ἑλληνικά. Τὰ πάντα ἁρπάξανε οἱ Τοῦρκοι πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση καὶ αὐτὰ ἀνακτήθηκαν στὴν Ἐπανάσταση ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες μὲ χειμάρρους αἱμάτων καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα μερικὰ ἐξασφάλιζαν τὰ δύο δάνεια τοῦ Λονδίνου, καὶ ἄλλα ἔτρεφαν τὸ ἑλληνικὸ γυμνὸ ἔθνος. Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ ἀνατρέπανε τὶς τυχοδιωκτικὲς θρασύτατες ἀπαιτήσεις τῆς Πύλης καὶ τὰ χειριζόταν ὅλα μὲ ἀπίστευτη δεξιοτεχνία ὁ Κυβερνήτης.
Ἐπὶ Κυβερνήσεως Καπποδίστρια δὲν ἐκτελέστηκε καμμία θανατικὴ ποινή. Περιόρισε ὅμως διεφθαρμένες πρακτικές. Ὁ δῆθεν αὐταρχικὸς Καπποδίστριας ἀποκατέστησε τὴν ἀσφάλεια ζωῆς καὶ περιουσίας στὴν ὕπαιθρο καὶ τὶς πόλεις. Δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀναγέννηση τῆς νεκρωμένης οἰκονομίας τῆς χώρας. Ἀνοικοδόμησε πόλεις καὶ χωριὰ καὶ ὅλα αὐτὰ μέσα ἀπὸ τὸ χάος σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα. Τὸ κυριότερο προσπάθησε νὰ ἐξισώσει τὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν σὲ ὅλα τὰ διαμερίσματα τῆς χώρας. Περιόρισε τὴν ἄσκηση προνομίων σὲ βάρος τῆς δίκαιης κατανομῆς τῶν Ἐθνικῶν ἐσόδων καὶ σὲ βάρος τῆς συνοχῆς τοῦ Κράτους. Μὲ τὴν ἀπώλειά του ὁλόκληρη ἡ Ἑλλάδα βυθίστηκε στὸ πένθος. Τὸ καύχημα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἔσβησε, μόλις ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ στεγνώνει τὰ δάκρυά του ἀπὸ τὸ μακροχρόνιο ἀγῶνα του καὶ νὰ γεμίζει μὲ ἐλπίδες γιὰ τὸ μέλλον, ποὺ τὶς στήριζε ὅλες στὸν Κυβερνήτη του, τὸν σωτῆρα ἄγγελό του.
Ὁ λαὸς θρήνησε πικρὰ τὸν τραγικὸ θάνατό του καὶ οἱ ἐκδηλώσεις ὀδύνης κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας τοῦ Καπποδίστρια ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. «Τὴν αὐγὴν», γράφει ὁ Κολοκοτρώνης στὴ «Διήγησή» του, «ὁπού τὸ ἔμαθαν οἱ πολίτες τῆς Τριπολιτσᾶς, ἔμειναν νεκροί. Ἄφησαν τὰ ἐργαστήριά τους, τὶς δουλειές τους καὶ ἐπερπατοῦσαν στοὺς δρόμους σὰν τρελλοὶ». Ὅλα τὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς, περιγράφοντας τὴν κηδεία του, λένε ὅτι ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ὁ νεκρός του Κυβερνήτη, «ὁ λαὸς μὲ ὀλολυγμοὺς τὸν ὑποδέχετο, θρηνούντων καὶ ἀναβοώντων τὸν πατέρα! Τὴν ἐλπίδα».
Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Καπποδίστρια ἐξυπηρετήθηκαν τὰ ὀλιγαρχικά συμφέροντα, ποὺ τὸν καταπολεμοῦσαν κάτω ἀπὸ τὸν συνταγματικὸ καὶ φιλελεύθερο μανδύα μὲ τὴν ἀγγλογαλλικὴ συμπαράσταση. Ἀκόμη, πολλαπλασιάστηκαν οἱ παρεμβάσεις τῶν Εὐρωπαίων διπλωματικῶν ἐκπροσώπων στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας καὶ ἀπὸ τὸ μόνιμο κλῖμα ἀναταραχῆς ἐπωφελήθηκαν οἱ Μεγάλες Δυνάμεις, ὥστε νὰ παρεμβαίνουν συνεχῶς στὰ ἐσωτερικά τῆς χώρας. Ἀκολούθησε ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ κρατικοῦ κύρους, ἡ πλήρης κατάπτωση τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπόγνωση τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
Αἰωνία του ἡ Μνήμη καὶ ἂς ἀναστηθεῖ ἕνας Ἰωάννης Καπποδίστριας, γιὰ τὸ προδομένο καὶ ταπεινωμένο σήμερα ἑλληνικὸ ἔθνος, ποὺ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητο κράτος, ἀλλὰ μᾶλλον αὐτόνομο, ἀφοῦ ἔχουμε μὲν αὐτοδιοίκηση, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνηση δὲν ἀποφασίζει γιὰ ὅλα τὰ θέματα, ποὺ ἀφοροῦν τὸ κράτος. Οἱ Μεγάλες – «Σύμμαχες» – Δυνάμεις ἐπανέκαμψαν, εἶναι καὶ πάλι παροῦσες στὴν ἑλληνικὴ πατρίδα καὶ διαγκωνίζονται πάνω στὸ πληγωμένο καὶ πάλι κορμὶ τῆς Ἑλλάδας. Ὁ Καπποδίστριας, μὲ τὸ παράδειγμά του πρέπει νὰ ἀνοίξει καὶ σήμερα τὸ δρόμο, ἀφοῦ, ὅπως γράφει ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης στὰ «Ἀπομνημονεύματά του»:
«Σὲ λίγες ἡμέρες ἀπέδειξε ὁ Καπποδίστριας σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι ὑπάρχει ἔθνος ἑλληνικὸν καὶ ἔθνος ἀγαθόν, τίμιον, ἐνάρετον καὶ μάλιστα δεκτικότατον νὰ κυβερνηθεῖ, ὅπως ὅλα τὰ πολιτισμένα ἔθνη».
Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κυβερνήτης ἔγραφε τὶς πικρὲς πολιτικὲς του διαπιστώσεις πρὸς τὸν Μητροπολίτη Οὐγγροβλαχίας Ἰγνάτιο: «…Οἱ γενναῖοι μας Ἕλληνες χαίρονται. Μόνον ὀλίγοι τινὲς ἀπατῶνται μεγάλως νομίζοντες ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα εἶναι δι᾿ αὐτοὺς καὶ μέλλουσι νὰ πάθωσιν ὅ,τι ἔπαθον καὶ αἱ λίραι τοῦ δανείου. Ὅτι μὲν κλέπτουσιν ὅπου ὑπάρχει διοίκησις, εἶναι μὲν ἀναμφίβολον. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει χώρα, ὅπου πλησίον τῶν κλεπτῶν νὰ ὑπάρχουν χιλιάδες καὶ χιλιάδες οἰκογενειῶν ἀστέγων καὶ ἀποθνησκουσῶν ἐκ πείνης, καθὼς ἐν Ἑλλάδι. Στοχασθῆτε, Δεσπότη μου, ὅτι αἱ δυστυχεῖς αὐταὶ οἰκογένειαι πάσχουν ἐξ αἰτίας τῶν κλεπτῶν καὶ παρακαλῶ, ἂν δύνασθε, ἐνθαρρύνατέ με νὰ εἶμαι συγκαταβατικὸς πρὸς μίαν δράκα [δηλαδὴ μικρὴ ὁμάδα] ἀνθρωπαρίων μεταλλοθέων [δηλαδὴ χρυσοκανθάρων] ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν ἐκίνησα τὴν βαρεῖαν χεῖρα τῆς δικαιοσύνης, ἀρκούμενος νὰ τοὺς γνωρίσω καλῶς καὶ νὰ τοὺς παραδώσω, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, εἰς τὰς ἀρὰς τοῦ λαοῦ…».
Της Μαρίας Μαντουβάλου.
Ἀν. Καθ. Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε ποιους ενοχλεί η ταινία Καποδίστριας.