Η τουρκική αναθεωρητική πολιτική στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Χθες 20:49
22
ΦΩΤΟ: mega ΦΩΤΟ: mega

Γεώργιος Νεκτάριος Λόης, Ph.D. Καθηγητής Πανεπιστημίου

Η τουρκική πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς εάν εξετάζεται ως μια σειρά αποσπασματικών διπλωματικών, στρατιωτικών ή νομικών επεισοδίων. Οι υπερπτήσεις, οι θαλάσσιοι χωροταξικοί σχεδιασμοί, οι μονομερείς χαρτογραφήσεις, οι διεκδικήσεις γύρω από τα ελληνικά νησιά, οι κινήσεις στον ενεργειακό τομέα και, πιο πρόσφατα, η ανακήρυξη τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» αποκτούν διαφορετική σημασία όταν ενταχθούν σε ένα ευρύτερο και μακροχρόνιο στρατηγικό πλαίσιο. Η ουσία της τουρκικής προσέγγισης δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάθε μεμονωμένη ενέργεια, αλλά στη δυνατότητα των διαδοχικών ενεργειών να παράγουν σωρευτικά αποτελέσματα και να μεταβάλλουν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η γεωπολιτική και πολιτική πραγματικότητα της περιοχής. Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής βρίσκεται μια ευρύτερη αναθεωρητική αντίληψη για τον ρόλο της Τουρκίας στο περιφερειακό σύστημα.

Η Άγκυρα δεν αντιμετωπίζει το Αιγαίο αποκλειστικά ως έναν χώρο διμερών διαφορών με την Ελλάδα, αλλά ως κρίσιμο τμήμα μιας ευρύτερης γεωπολιτικής ζώνης μέσα στην οποία επιδιώκει να διευρύνει την πολιτική, στρατιωτική και στρατηγική επιρροή της. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» λειτουργεί ως ενοποιητικό στρατηγικό αφήγημα. Η θάλασσα παύει να εμφανίζεται ως διακριτός χώρος που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας και παρουσιάζεται περισσότερο ως προέκταση του ηπειρωτικού γεωπολιτικού χώρου της Τουρκίας. Η αντίληψη αυτή επιτρέπει την οργανική σύνδεση της χερσαίας, θαλάσσιας και στρατιωτικής ισχύος και διαμορφώνει ένα ενιαίο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι επιμέρους τουρκικές αξιώσεις αποκτούν συνοχή.

Ο ευρύτερος πολιτικός στόχος της συγκεκριμένης στρατηγικής δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την άμεση κατάκτηση εδαφών ή την ένοπλη επιβολή μιας νέας τάξης πραγμάτων. Αντιθέτως, φαίνεται να επιδιώκεται μια σταδιακή μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται οι ελληνοτουρκικές διαφορές. Η κρίσιμη μετατόπιση είναι από την αντίληψη ότι ενώ υφίσταται ένα καθορισμένο νομικό καθεστώς προς την αντίληψη ότι υπάρχει ένα σύνολο «ανοιχτών διαφορών» οι οποίες πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης και αμοιβαίου συμβιβασμού. Υπό αυτή την έννοια, η στρατηγική επιτυχία δεν προϋποθέτει ότι η διεθνής κοινότητα θα αποδεχθεί το σύνολο των τουρκικών θέσεων. Αρκεί όμως να παγιωθεί σταδιακά η εντύπωση ότι η υφιστάμενη κατάσταση είναι αμφισβητούμενη και ότι η επίλυσή της προϋποθέτει πολιτική διαπραγμάτευση και όχι απλώς εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων.

Η στρατηγική αυτή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον παράγοντα του χρόνου. Μια μεμονωμένη πράξη, όπως ένας χάρτης, ένα προεδρικό διάταγμα ή η ανακήρυξη μιας προστατευόμενης θαλάσσιας περιοχής, δεν μεταβάλλει από μόνη της το διεθνές νομικό καθεστώς. Η επανάληψη όμως αντίστοιχων ενεργειών μπορεί να δημιουργήσει ένα συσσωρευμένο αρχείο πρακτικής, να ενισχύσει τη διεθνή ορατότητα μιας διεκδίκησης και, κυρίως, να εξοικειώσει σταδιακά κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες με την παρουσία της.

Πρόκειται για μια διαδικασία κανονικοποίησης μέσω σώρευσης. Όσο περισσότερες φορές μια αμφισβητούμενη θέση εμφανίζεται σε χάρτες, επίσημα έγγραφα, διεθνείς καταχωρίσεις, διπλωματικές δηλώσεις και διοικητικές πράξεις, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να αρχίσει να αντιμετωπίζεται όχι πλέον ως εξαίρεση αλλά ως μόνιμο στοιχείο της περιφερειακής πραγματικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η δημιουργία των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων. Η σημασία τους δεν έγκειται πρωτίστως στην άμεση παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Η επιλογή ενός περιβαλλοντικού και διοικητικού εργαλείου επιτρέπει στην Άγκυρα να εμφανίζει μια μορφή πρακτικής δικαιοδοσίας χωρίς να προχωρεί σε μια ευθεία και περισσότερο κλιμακωτική ανακήρυξη κυριαρχίας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Έτσι, μια ενέργεια σχετικά χαμηλής έντασης μπορεί να συμβάλει στην εδραίωση της εικόνας ότι η Τουρκία ασκεί διοικητική και ρυθμιστική παρουσία σε περιοχές των οποίων το καθεστώς αμφισβητεί. Η επιλογή αυτή περιορίζει παράλληλα και το άμεσο πολιτικό κόστος της Τουρκίας, διότι καθιστά δυσκολότερη μια έντονη αντίδραση από ελληνικής πλευράς χωρίς αυτή να παρουσιαστεί ως δυσανάλογη.

Η αμφισημία αποτελεί συνεπώς βασικό χαρακτηριστικό της τουρκικής μεθόδου. Κάθε επιμέρους κίνηση μπορεί να διαθέτει μια φαινομενικά περιορισμένη ή τεχνική ερμηνεία: προστασία του περιβάλλοντος, ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, χωροταξικός σχεδιασμός ή εφαρμογή εσωτερικής νομοθεσίας. Την ίδια στιγμή, η πράξη μπορεί να αποκτά διαφορετικό νόημα όταν εντάσσεται στο ευρύτερο στρατηγικό αφήγημα. Η διπλή αυτή λειτουργία επιτρέπει τη διατήρηση του ανταγωνισμού κάτω από το κατώφλι της ανοικτής σύγκρουσης. Η επιτυχία δεν εξαρτάται από μία αποφασιστική ενέργεια, αλλά από την ικανότητα επαναλαμβανόμενων μικρών κινήσεων να περιορίζουν προοδευτικά τον χώρο των διαθέσιμων επιλογών της αντίπαλης πλευράς.

Σχετικά Έτοιμη για τη Χάλκη δηλώνει η Τουρκία – Αναμένει την απόφαση Ερντογάν
Ο Τούρκος υπουργός Παιδείας Γιουσούφ Τεκίν δήλωσε ότι έχει ολοκληρωθεί η προετοιμασία για τη Χάλκη, όμως η απόφαση ανήκει στην πολιτική ηγεσία.

Η μέθοδος αυτή μπορεί να ερμηνευθεί στο πλαίσιο του πολιτικού και μη συμβατικού πολέμου. Ο πολιτικός πόλεμος αφορά την αξιοποίηση των συνολικών εργαλείων του κράτους για την επίτευξη πολιτικού αποτελέσματος χωρίς αναγκαστικά να προηγείται ή να ακολουθεί ένοπλη σύγκρουση. Ο μη συμβατικός ανταγωνισμός περιλαμβάνει την επιρροή των αντιλήψεων, την αξιοποίηση της αμφισημίας, την ανάπτυξη αφηγημάτων, τον εξαναγκασμό και την επιλεκτική χρήση σκληρής ισχύος. Στην περίπτωση της Τουρκίας, τα στοιχεία αυτά δεν λειτουργούν αυτοτελώς αλλά συνδυάζονται σε μία στρατηγική που επιδιώκει σωρευτικά αποτελέσματα κάτω από το όριο του πολέμου. Η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική συνιστώσα, χωρίς όμως να απαιτείται η συνεχής ενεργός χρήση της. Το στρατιωτικό στοιχείο λειτουργεί πρωτίστως ως παράγοντας αξιοπιστίας. Οι υπερπτήσεις, οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι παρενοχλήσεις πλοίων, η ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων και η διατήρηση του casus belli δημιουργούν ένα πλαίσιο εντός του οποίου οι διπλωματικές και νομικές απαιτήσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Η στρατιωτική ισχύς δεν χρειάζεται απαραίτητα να χρησιμοποιηθεί για να επιτύχει τον σκοπό της. Αρκεί η παρουσία της και η πιθανότητα χρήσης της να επηρεάζουν τις επιλογές της αντίπαλης πλευράς και των τρίτων κρατών. Η τουρκική στρατηγική συνδυάζει, επομένως, τη στρατιωτική δυνατότητα με τις διπλωματικές, νομικές και πληροφοριακές ενέργειες και δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον πίεσης.

Εξίσου σημαντική είναι η πληροφοριακή διάσταση. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν λειτουργεί μόνο ως στρατιωτικό ή γεωπολιτικό δόγμα αλλά και ως αφήγημα που οργανώνει και νοηματοδοτεί τις επιμέρους πολιτικές. Η ενσωμάτωσή της σε χάρτες, σχολικά εγχειρίδια, τηλεοπτικές παραγωγές και ψηφιακές καμπάνιες συμβάλλει τόσο στην εσωτερική εδραίωση της αντίληψης όσο και στην εξωτερική της προβολή. Παράλληλα, η ανάπτυξη κρατικών μηχανισμών στρατηγικής επικοινωνίας επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάζει τις ενέργειές της με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το ακροατήριο.

Μια πράξη μπορεί στο εσωτερικό της Τουρκίας να προβάλλεται ως εδραίωση εθνικών δικαιωμάτων, ενώ προς το εξωτερικό να εμφανίζεται ως τεχνικό, περιβαλλοντικό ή διοικητικό μέτρο. Το διπλωματικό και νομικό επίπεδο συμπληρώνει τη στρατηγική αυτή. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι επιστολές προς τον ΟΗΕ, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και οι ανακηρύξεις θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών δημιουργούν ένα πλέγμα επίσημων πράξεων οι οποίες, ακόμη και όταν δεν μεταβάλλουν αυτομάτως το διεθνές νομικό καθεστώς, διατηρούν τις τουρκικές αξιώσεις ενεργές στο διεθνές περιβάλλον.

Παράλληλα, η οικονομική και ενεργειακή διάσταση -αγωγοί, υποθαλάσσια καλώδια, έρευνες υδρογονανθράκων και διαδρομές σύνδεσης Ασίας και Ευρώπης – δημιουργεί πρόσθετα πεδία άσκησης πίεσης και διαπραγμάτευσης. Ακόμη και το μεταναστευτικό μπορεί να λειτουργήσει διατομεακά, καθώς συνδυάζει ζητήματα ασφάλειας, κοινωνικής πίεσης, οικονομικού κόστους και διπλωματικής μόχλευσης. Η αποτελεσματικότητα της τουρκικής στρατηγικής συνδέεται και με την ικανότητά της να μεταβάλλει το πεδίο και την ένταση του ανταγωνισμού. Όταν μια συγκεκριμένη μέθοδος προκαλεί υψηλό κόστος ή έντονη αντίδραση, η πίεση μπορεί να μετακινηθεί σε διαφορετικό επίπεδο, χωρίς να εγκαταλείπεται ο συνολικός στόχος. Έτσι, το στρατιωτικό πεδίο μπορεί να υποχωρεί προσωρινά ενώ ενισχύεται το νομικό, το πληροφοριακό ή το ενεργειακό.

Η ύπαρξη θεσμοθετημένων μηχανισμών συντονισμού του τουρκικού θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού καταδεικνύει ότι τουλάχιστον ένα σημαντικό μέρος των κινήσεων αυτών μπορεί να εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία σχεδιασμού και σώρευσης. Η στρατηγική αυτή ευνοείται επιπλέον από τη ρευστότητα του σύγχρονου διεθνούς συστήματος. Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει ταυτόχρονα «τη σημασία της για την ευρωπαϊκή ασφάλεια», την ιδιόμορφη σχέση της με Ρωσία και ΗΠΑ, τη θέση της στην ευρασιατική γεωπολιτική και τη γενικότερη αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Δεν διαθέτει απαραίτητα σταθερούς συμμάχους που να αποδέχονται το σύνολο των επιδιώξεών της, όμως η δυνατότητα να συνομιλεί και να συναλλάσσεται με διαφορετικούς πόλους αυξάνει τα περιθώρια ελιγμών της. Η στρατηγική της φιλοδοξία συνδέεται επομένως με την επιδίωξη αναβάθμισης από περιφερειακή δύναμη σε ευρύτερο ευρασιατικό δρώντα. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν είναι ούτε γραμμική ούτε αλάνθαστη και κάθε τουρκική ενέργεια δεν πρέπει να ερμηνεύεται αυτομάτως ως επιτυχής προέλαση.

Κάθε νέα τουρκική πρωτοβουλία μπορεί να αποτελεί αντίδραση σε ελληνικές κινήσεις που έχουν αυξήσει το κόστος μιας προηγούμενης τουρκικής επιλογής ή έχουν περιορίσει τον διαθέσιμο χώρο δράσης. Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι επομένως ποια πλευρά πραγματοποιεί περισσότερες ενέργειες, αλλά ποια κατορθώνει να τις μετατρέψει αποτελεσματικότερα σε μακροπρόθεσμο πολιτικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα, η τουρκική στρατηγική στηρίζεται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Προϋποθέτει ότι ο χρόνος θα λειτουργεί προς όφελος της Άγκυρας, ότι οι τρίτοι δρώντες δεν θα διαθέτουν επαρκή προσοχή ώστε να διαχωρίζουν συστηματικά τη νομική πραγματικότητα από τη συσσωρευμένη πολιτική εικόνα και ότι η αντίδραση της άλλης πλευράς θα παραμένει κατακερματισμένη και επικεντρωμένη σε κάθε επεισόδιο χωριστά. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές δεν εκπληρωθούν, η συσσώρευση των ενεργειών δεν οδηγεί αυτομάτως στη μετατροπή τους σε πολιτικό ή στρατηγικό αποτέλεσμα.

Σχετικά Μεταφέρθηκε απέναντι από τη Σάμο η 51η τουρκική Ταξιαρχία Καταδρομών
Εγκατέστησε την 51η Ταξιαρχία Καταδρομών κοντά στη Σάμο η Τουρκία

Υπό αυτό το πρίσμα, η ουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο εάν μια συγκεκριμένη τουρκική πράξη παράγει άμεσα νομικά αποτελέσματα ή εάν ένα μεμονωμένο επεισόδιο λήγει υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Η σημαντικότερη διάσταση είναι η μακροχρόνια κατεύθυνση των ενεργειών και η ικανότητά τους να διαμορφώνουν αντιλήψεις, προσδοκίες και πολιτικές επιλογές. Εάν μια αμφισβήτηση επαναλαμβάνεται για αρκετό χρόνο χωρίς να παράγει δυσανάλογο κόστος, μπορεί σταδιακά να πάψει να εκλαμβάνεται ως εξαίρεση και να ενσωματωθεί στην αντίληψη περί μιας «φυσιολογικής» κατάστασης ανταγωνισμού. 

Κατά συνέπεια, η τουρκική στρατηγική στο Αιγαίο μπορεί να περιγραφεί ως μια διαδικασία σωρευτικής αμφισβήτησης και σταδιακής οικοδόμησης πολιτικής πραγματικότητας. Δεν στηρίζεται σε μία αποφασιστική κίνηση αλλά στη συνδυασμένη λειτουργία πολλαπλών εργαλείων: διπλωματικών, νομικών, στρατιωτικών, πληροφοριακών, οικονομικών και ενεργειακών. Η ισχύς της βρίσκεται στη διάρκεια, στην αμφισημία και στην ικανότητα μεταφοράς της πίεσης από το ένα πεδίο στο άλλο. Στόχος δεν είναι απαραίτητα η άμεση επιβολή μιας νέας κατάστασης, αλλά η σταδιακή μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο θα ληφθούν οι αποφάσεις μιας μελλοντικής κρίσης ή διαπραγμάτευσης.

Το κρίσιμο επομένως συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική αντιπαράθεση στο Αιγαίο δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τα μεμονωμένα επεισόδια. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ακολουθία, η συσσώρευση και η πολιτική αξιοποίηση των ενεργειών. Η πραγματική αναμέτρηση αφορά τελικά τον προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους θα γίνει αντιληπτή και θα αντιμετωπιστεί η επόμενη κρίση. Η διαδικασία αυτή δεν αρχίζει τη στιγμή που εκδηλώνεται η κρίση, αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα από τη σταδιακή διαμόρφωση του πολιτικού, πληροφοριακού και στρατηγικού περιβάλλοντος.

Με αυτή την έννοια, η τουρκική πολιτική δεν επενδύει πρωτίστως στη νίκη σε κάθε επιμέρους επεισόδιο, αλλά στη συσσώρευση των αποτελεσμάτων τους και στην προοδευτική μετατροπή της αμφισβήτησης σε μια νέα κανονικότητα. Απέναντι σε μια στρατηγική σωρευτικής αμφισβήτησης, που επιδιώκει να μετατρέψει την επανάληψη σε κανονικότητα, η ελληνική απάντηση οφείλει, αντίστοιχα, να είναι σταθερή, σωρευτική και πολυεπίπεδη.

Κάθε τουρκική ενέργεια που θίγει ή επιχειρεί να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία ή τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα, μέσω σαφούς νομικής και διπλωματικής απόρριψης, ώστε να μη δημιουργείται ούτε εικόνα ανοχής ούτε προηγούμενο. Σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να καταγράφεται και να κατατίθεται επισήμως η νομικώς τεκμηριωμένη ελληνική θέση στους αρμόδιους διεθνείς και ευρωπαϊκούς θεσμούς, παράλληλα με τη συνεχή ενημέρωση τρίτων κρατών.

Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν αρκεί να δηλώνει τι δεν αποδέχεται, αλλά χρειάζεται να ασκεί συστηματικά και ορατά τα δικά της νόμιμα δικαιώματα, μέσω θεσμικών, διοικητικών, ενεργειακών και θαλάσσιων πρωτοβουλιών, ώστε απέναντι στην τουρκική συσσώρευση να παράγεται και αντίστοιχη ελληνική πραγματικότητα.

Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε ότι η Κύπρος κατήγγειλε στον ΟΗΕ 543 παραβιάσεις της Τουρκίας σε διάστημα 3 μηνών.

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης