Μας χωρίζει η Ιστορία ή ο τρόπος που την διηγούμαστε?

Ελλάδα και Ρωσία στους Αιώνες
Αφορμή για το παρόν άρθρο στάθηκε ένα βίντεο του σεβαστού π. Ευαγγέλου Παπανικολάου, με τίτλο «Οι Ρώσοι δεν μας αγάπησαν ποτέ!». Το θέμα αγγίζει τις σχέσεις Ελλήνων και Ρώσων, τη στάση της Ρωσίας σε κρίσιμες περιόδους της ελληνικής ιστορίας και τις επιδιώξεις της Μόσχας απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Δεν είναι λίγοι οι λόγοι για τους οποίους ένας Έλληνας μπορεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία τη ρωσική πολιτική. Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που δικαιολογούν αυτή τη στάση. Εκείνο που με προβληματίζει είναι κατά πόσο μπορούμε, εξετάζοντας τις αποφάσεις αυτοκρατόρων, κυβερνήσεων και εκκλησιαστικών ηγεσιών, να καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα για τα αισθήματα ενός ολόκληρου λαού.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια. Ιδίως όταν η συζήτηση γίνεται μέσα στην Εκκλησία, οι λέξεις έχουν βαρύτητα.
Μια ιστορία με δύσκολες σελίδες
Ας ξεκινήσουμε από τα Ορλωφικά, το 1770. Η Ρωσία, επιδιώκοντας να πλήξει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενθάρρυνε την εξέγερση ελληνικών πληθυσμών. Πολλοί Έλληνες πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα της απελευθέρωσης. Η ρωσική στρατιωτική υποστήριξη, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί. Η εξέγερση απέτυχε και οι συνέπειες, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, ήταν οδυνηρές.
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να παραμεριστεί. Οι μεγάλες δυνάμεις ενεργούσαν τότε, όπως και σήμερα, με γνώμονα τα συμφέροντά τους. Η ομόδοξη Ρωσία δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Αν κάποιος επικαλείται τα Ορλωφικά ως παράδειγμα των κινδύνων που κρύβει η άκριτη εμπιστοσύνη σε μια ξένη δύναμη, δύσκολα θα διαφωνήσουμε. Οι Έλληνες πλήρωσαν ακριβά εκείνες τις προσδοκίες.
Από την άλλη πλευρά, η ιστορία των ελληνορωσικών σχέσεων δεν σταματά στο 1770.
Το 1827, στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, ρωσικά πολεμικά πλοία συμμετείχαν μαζί με τα βρετανικά και τα γαλλικά στη σύγκρουση με τον οθωμανοαιγυπτιακό στόλο. Η ναυμαχία υπήρξε καθοριστική για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης. Ακολούθησε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828–1829, ο οποίος επηρέασε τις διπλωματικές εξελίξεις που οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Δεν υποστηρίζω ότι η Ρωσία ενήργησε από ανιδιοτελή αγάπη προς τον Ελληνισμό. Ούτε ότι η ελληνική ανεξαρτησία υπήρξε αποκλειστικά δικό της επίτευγμα. Το Ναυαρίνο ήταν αποτέλεσμα κοινής δράσης τριών δυνάμεων, ενώ καθοριστικός υπήρξε πρωτίστως ο αγώνας των ίδιων των Ελλήνων.
Ωστόσο, η ρωσική συμμετοχή είναι ιστορικό γεγονός. Δεν θα ήταν σωστό να την αποσιωπήσουμε επειδή σε άλλες περιόδους η ρωσική πολιτική κινήθηκε αντίθετα προς τα ελληνικά συμφέροντα.
Ας θυμηθούμε ακόμη ότι η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό, μια πόλη της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας με σημαντική ελληνική εμπορική παρουσία. Η ύπαρξη εκείνης της ελληνικής κοινότητας προσέφερε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οργανώθηκε η Εταιρεία. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ρωσική κυβέρνηση ενέκρινε την επαναστατική της δράση. Ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ αποδοκίμασε την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη το 1821.
Αυτές οι αντιφάσεις έχουν ενδιαφέρον. Δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να περιγράψουμε δύο αιώνες σχέσεων με μια απόλυτη φράση.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το 1878. Η Ρωσία υποστήριξε τότε τη δημιουργία μιας εκτεταμένης βουλγαρικής ηγεμονίας, προκαλώντας σοβαρές ανησυχίες στην Ελλάδα για το μέλλον της Μακεδονίας και της Θράκης. Η κοινή ορθόδοξη πίστη δεν εμπόδισε τη ρωσική διπλωματία να προωθήσει μια λύση που ερχόταν σε αντίθεση με τις ελληνικές επιδιώξεις.
Όποιος μελετήσει αυτές τις περιόδους θα συναντήσει βοήθεια, ανταγωνισμό, απογοητεύσεις και συγκρούσεις συμφερόντων. Θα δυσκολευτεί, όμως, να βρει ιστορική βάση για ένα συμπέρασμα που αφορά προσωπικά όλους τους Ρώσους.
Η κοινή πίστη δεν κατάργησε τις πολιτικές διαφορές
Στις σχέσεις της Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάρχουν επίσης σοβαρά ζητήματα. Δεν θα ήταν έντιμο να τα υποβαθμίσουμε.
Οι αντιλήψεις περί ιδιαίτερης αποστολής της Μόσχας στον ορθόδοξο κόσμο έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες. Η ιδέα της «Τρίτης Ρώμης» συνδέθηκε με την άνοδο του ρωσικού κράτους και την αντίληψη ότι η Μόσχα είχε αναλάβει έναν ξεχωριστό ρόλο μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.
Στους νεότερους χρόνους οι σχέσεις έγιναν ακόμη πιο σύνθετες. Η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία και η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας από το Πατριαρχείο Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2018 αποτελούν σοβαρά γεγονότα. Το ίδιο ισχύει για τη συγκρότηση ρωσικής εξαρχίας στην Αφρική, περιοχή που υπάγεται στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Οι ενέργειες αυτές έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και δικαιολογημένα απασχολούν τον ορθόδοξο κόσμο. Υπάρχουν εκκλησιολογικά και κανονικά ζητήματα που δεν λύνονται με ευχές ή με γενικές αναφορές στην ενότητα.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν απαιτεί καμία εχθρότητα προς τον ρωσικό λαό. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις αποφάσεις του Πατριαρχείου Μόσχας, ακόμη και πολύ αυστηρά, χωρίς να αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε Ρώσο ορθόδοξο χριστιανό.
Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι ούτε μέσα στη Ρωσία υπάρχει απόλυτη ομοφωνία για κάθε πολιτική ή εκκλησιαστική απόφαση. Όπως δεν υπάρχει και στην Ελλάδα.
Η Εκκλησία έχει αντιμετωπίσει στο παρελθόν τις συνέπειες της ταύτισης της εκκλησιαστικής ζωής με τα εθνικά συμφέροντα. Το 1872, η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό. Η απόφαση εκείνη εκδόθηκε μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, αλλά το ζήτημα που ανέδειξε δεν έπαψε να μας απασχολεί.
Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός έθνους. Αυτό χρειάζεται να το θυμούνται όλοι, ανεξαρτήτως της πλευράς στην οποία βρίσκονται κάθε φορά.
Οι άνθρωποι που δεν χωρούν στις πολιτικές αντιπαραθέσεις
Θα ήθελα εδώ να σταθώ σε μια άλλη πλευρά των σχέσεων των δύο λαών, που συχνά απουσιάζει από τις συζητήσεις.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός έφθασε στη Μόσχα τον 16ο αιώνα, προσκεκλημένος για να συμβάλει στη μετάφραση και στη διόρθωση εκκλησιαστικών βιβλίων. Η ζωή του στη Ρωσία δεν ήταν εύκολη. Διώχθηκε, καταδικάστηκε και πέρασε πολλά χρόνια περιορισμένος.
Θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει την περιπέτειά του ως ακόμη ένα παράδειγμα σκληρής συμπεριφοράς της ρωσικής εκκλησιαστικής εξουσίας απέναντι σε έναν Έλληνα.
Υπάρχει, όμως, και η συνέχεια. Ο ίδιος άνθρωπος τιμάται σήμερα ως άγιος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ιστορία του δεν είναι απλή και ασφαλώς δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα. Μαρτυρεί πάντως ότι οι σχέσεις των δύο ορθόδοξων κόσμων δεν μπορούν να περιοριστούν σε μια διαρκή αντιπαλότητα.
Και υπάρχει βέβαια ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Ένας Ρώσος που έζησε στο Άγιον Όρος και άφησε στην Εκκλησία μια σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη.
Η διδασκαλία του για την αγάπη προς τους εχθρούς είναι γνωστή. Δεν αποτελεί μια ωραία θεωρία που μπορούμε να επικαλούμαστε μόνο όταν οι περιστάσεις μάς ευνοούν. Είναι ένας δύσκολος τρόπος ζωής, που μας καλεί να προσευχόμαστε ακόμη και για εκείνους που μας αδικούν.
Σκέφτομαι συχνά πόσο εύκολα επικαλούμαστε τους Αγίους όταν θέλουμε να ενισχύσουμε μια άποψη και πόσο δύσκολα ακολουθούμε όσα μας δίδαξαν.
Ο Άγιος Σιλουανός δεν μας ζητά να συμφωνούμε με κάθε πράξη των άλλων. Μας καλεί να μη χάσουμε την αγάπη μας γι' αυτούς. Η διαφορά είναι μεγάλη.
Το ίδιο ισχύει για τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και τον Άγιο Λουκά, Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Η ζωή και η προσφορά τους ανήκουν στην πνευματική κληρονομιά ολόκληρης της Ορθοδοξίας.
Δεν αναφέρω τους Αγίους αυτούς για να υπερασπιστώ τη Ρωσία. Οι Άγιοι δεν είναι επιχειρήματα υπέρ κυβερνήσεων. Τους αναφέρω γιατί μας θυμίζουν ότι πίσω από τα κράτη, τους πολέμους και τις εκκλησιαστικές διενέξεις υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους αναδείχθηκαν και μεγάλες μορφές αγιότητας.
Τι γίνεται με την Ουκρανία;
Θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μιλήσουμε για τη Ρωσία σήμερα χωρίς να αναφερθούμε στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η ρωσική εισβολή του 2022 προκάλεσε ανυπολόγιστο πόνο. Άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, οικογένειες ξεριζώθηκαν, πόλεις καταστράφηκαν. Ο πόλεμος συνεχίζει να αφήνει βαθιές πληγές.
Δεν υπάρχει λόγος να ωραιοποιήσουμε την κατάσταση. Η καταδίκη της εισβολής και η συμπαράσταση στους ανθρώπους που υποφέρουν είναι απολύτως συμβατές με τον σεβασμό προς τον ρωσικό λαό.
Δεν είναι όλοι οι Ρώσοι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις του Κρεμλίνου. Όπως και οι Ουκρανοί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μέσα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που περιβάλλουν την πατρίδα τους.
Η Εκκλησία, ιδιαίτερα σε τέτοιες περιόδους, καλείται να σταθεί δίπλα στους ανθρώπους που υποφέρουν. Να μιλήσει για την αδικία, να στηρίξει τα θύματα και να προσευχηθεί για την ειρήνη.
Αυτό δεν είναι ουδετερότητα απέναντι στον πόλεμο. Είναι η διάκριση ανάμεσα στην καταδίκη μιας πράξης και στην απόρριψη ενός ανθρώπου εξαιτίας της εθνικότητάς του.
Τι περιμένουμε από τον λόγο ενός κληρικού;
Επιστρέφοντας στην αφορμή αυτού του άρθρου, θα ήθελα να είμαι σαφής. Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα του π. Ευαγγέλου Παπανικολάου να εκφράζει την άποψή του για την ιστορία της Ρωσίας ή για τη στάση της Μόσχας απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η ιστορική κριτική είναι θεμιτή. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι και αναγκαία.
Εκείνο που αξίζει να συζητήσουμε είναι η γενίκευση. Μια φράση όπως «Οι Ρώσοι δεν μας αγάπησαν ποτέ» μπορεί να γίνει αντιληπτή ως κρίση για έναν ολόκληρο λαό, ακόμη κι αν η πρόθεση του ομιλητή είναι να ασκήσει κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές ενέργειες.
Γι' αυτό έχει σημασία να διακρίνουμε τι ακριβώς εννοούμε κάθε φορά. Οι αποφάσεις μιας κυβέρνησης δεν αποτελούν ασφαλή μαρτυρία για τα αισθήματα όλων των πολιτών της.
Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να ασκήσουμε αυστηρότατη κριτική στη ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια ή στις σύγχρονες ενέργειες του Πατριαρχείου Μόσχας. Υπάρχει άφθονο ιστορικό υλικό για μια τέτοια συζήτηση.
Γιατί, όμως, να χρειάζεται να αποδώσουμε σε όλους τους Ρώσους μια κοινή στάση απέναντι στους Έλληνες;
Το ερώτημα αυτό δεν τίθεται για να δημιουργήσει νέα αντιπαράθεση. Αφορά την ευθύνη όλων μας, ιδίως όταν μιλούμε δημόσια για ζητήματα που αγγίζουν την πίστη και την ιστορική μνήμη.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. 4,5).
Η επιείκεια δεν είναι αδυναμία ούτε αποφυγή της αλήθειας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο χριστιανός προσπαθεί να σταθεί απέναντι στον άλλον, ακόμη κι όταν έχει λόγους να διαφωνεί μαζί του.
Δεν γνωρίζω με ποιο κριτήριο θα μπορούσαμε να αποφανθούμε ότι ένας ολόκληρος λαός δεν αγάπησε ποτέ έναν άλλον. Γνωρίζω, όμως, ότι η Ιστορία μάς δίνει αρκετούς λόγους να είμαστε προσεκτικοί με τις απόλυτες κρίσεις.
Και γνωρίζω ακόμη ότι ο Χριστός δεν μας ζήτησε να αγαπούμε μόνο όσους στάθηκαν δίκαιοι απέναντί μας.
Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο η εντολή είναι σαφής: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Ματθ. 5,44).
Αν αυτή η εντολή αφορά ακόμη και τους εχθρούς μας, ασφαλώς αφορά και τους ανθρώπους ενός λαού με τον οποίο μας συνδέουν αιώνες κοινής πίστης, αλλά και σοβαρών ιστορικών διαφωνιών.
Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε σε όλα για να σεβαστούμε ο ένας τον άλλον. Ούτε να ξεχάσουμε την Ιστορία για να μιλήσουμε με αγάπη.
Ας είμαστε αυστηροί με την αδικία, προσεκτικοί με τα ιστορικά γεγονότα και περισσότερο επιεικείς όταν μιλούμε για ανθρώπους.
Ίσως αυτός να είναι και ο καλύτερος τρόπος να υπερασπιστούμε την αλήθεια χωρίς να πληγώσουμε περισσότερο την ενότητα που τόσο έχει ανάγκη ο ορθόδοξος κόσμος.
---
Πηγές και βιβλιογραφία
1. Richard Clogg, *A Concise History of Greece*, Cambridge University Press — για την Ελληνική Επανάσταση και τις σχέσεις με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις.
2. David Brewer, *The Greek War of Independence*, Overlook Press — για την Επανάσταση, τη διπλωματία και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.
3. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, ιστορικές ενότητες για την Ελληνική Επανάσταση και τις Μεγάλες Δυνάμεις.
4. Ιστορικά διπλωματικά έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών (*Foreign Relations of the United States*, 1878) — για τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
5. Ορθόδοξες ιστορικές και αγιολογικές πηγές για τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό.
6. Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), *Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης* — για τη ζωή και τη διδασκαλία του Αγίου.
7. Πρακτικά και ιστορικές μελέτες για τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872 και την καταδίκη του εθνοφυλετισμού.
8. Επίσημη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Μόσχας, 15 Οκτωβρίου 2018, σχετικά με τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
9. Επίσημη ανακοίνωση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, 30 Δεκεμβρίου 2021, σχετικά με τη ρωσική εκκλησιαστική παρουσία στην Αφρική.
10. Εκθέσεις του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα σχετικά με τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.
11. Καινή Διαθήκη: Φιλιπ. 4,5 · Ματθ. 5,44.
Διαβάστε επίσης
Η τουρκική αναθεωρητική πολιτική στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο
Γεώργιος Νεκτάριος Λόης, Ph.D. Καθηγητής Πανεπιστημίου
Ο Άγιος Σώστης ως περίπτερο της Ελλάδας στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900
Με αφορμή την σημερινή μνήμη του Αγίου Σώζοντος, η ΕΟΔ δημοσιεύει αφιέρωμα για το ελληνικό περίπτερο που έκλεψε τις εντυπώσεις στο Παρίσι του 1900 και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, όπου τιμάται ως Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
Κωνσταντίνος Κανάρης: Ο μπουρλοτιέρης του αγώνα
Σαν σήμερα 2 Σεπτεμβρίου 1877, πέθανε ο μεγάλος αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης, Κωνσταντίνος Κανάρης.
Το «ολοκαύτωμα» των βιβλίων από την Τεχνητή Νοημοσύνη
Τεχνολογικοί κολοσσοί εξαφανίζουν μαζικά εκατομμύρια έντυπους τόμους για την εκπαίδευση αλγορίθμων, απειλώντας την ιστορική μνήμη και την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.
Έγγραφο του 1585 για τη Μονή Πλουμπούιτα εντοπίστηκε στη Μονή Ξηροποτάμου
Το σιγίλιο του πρίγκηπα Μιχαήλ Β΄ της Βλαχίας καταγράφει την αφιέρωση της μονής του Βουκουρεστίου στο αγιορείτικο μοναστήρι.
Η σφαγή του Ηρακλείου το 1898 και η αποχώρηση του οθωμανικού στρατού
Η επίθεση της 25ης Αυγούστου ακολούθησε την εγκατάσταση υπαλλήλων του Εκτελεστικού Κρήτης στην πόλη.