Σεραφείμ Ρόουζ: Α' ΜΕΡΟΣ της 5ης Διάλεξης - Ο Διαφωτισμός ΙΙ

Φωτογραφία: Αρχείο ΕΟΔ Φωτογραφία: Αρχείο ΕΟΔ

Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ αναλύει την πνευματική ανατροπή του Διαφωτισμού, την αποθέωση του ορθολογισμού και τις συνέπειες της απομάκρυνσης από την παράδοση στην πορεία του κόσμου.

Η ΕΟΔ συνεχίζει να δημοσιεύει τις 13 διαλέξεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ σε μετάφραση του Γεώργιου Τρακάκη, Επιστήμονα Υλικών Δρ. Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών, Πάτρα. Ένα Ορθόδοξο Μάθημα Επιβίωσης: κατανοώντας την αποστασία του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την Ορθόδοξη πίστη.

Διάλεξη 5 - Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΙI - Α' ΜΕΡΟΣ: 

Εισαγωγή
Διαφωτισμός στην Αγγλία
Ντεϊσμός (ακολουθεί στο επόμενο άρθρο)

Εισαγωγή

Ο «θαυμαστός νέος κόσμος» που περιγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, και η πίστη στην επιστήμη και στη φύση, έχει και μία άλλη όψη, που αφορά τη θρησκευτική θεώρηση αυτής της εποχής. Και σε όλους αυτούς τους φιλοσόφους και συγγραφείς που θα εξετάσουμε, βλέπουμε κάτι που ήδη διαμορφώνεται, κάτι που μας είναι ήδη οικείο. Διότι πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν τα έχουμε ακούσει και εμείς οι ίδιοι. Πρόκειται ήδη, θα μπορούσε να πει κανείς, για το ίδιο «μήκος κύματος» ή το ίδιο «σύμπαν λόγου» μέσα στο οποίο κι εμείς σήμερα μιλάμε. Τα επιχειρήματά τους ήταν κάπως διαφορετικά, πιο αφελή από εκείνα του σημερινού διαφωτισμένου επιστήμονα· ωστόσο, στην ουσία χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, προσπαθώντας να αποδείξουν τα πάντα μέσω της επιστήμης ή της λογικής, και τα παρόμοια.

Αυτή η εποχή του νευτώνειου συστήματος είναι επίσης η εποχή της θρησκείας της λογικής. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης ο χριστιανισμός είτε παραμελήθηκε είτε αποσυντέθηκε στα απολύτως βασικά του στοιχεία — απλοποιήθηκε, όπως προσπάθησαν να κάνουν οι Προτεστάντες· όμως ακόμη κι έτσι, όσοι πίστευαν στον χριστιανισμό εξακολουθούσαν με κάποιον τρόπο να κρατιούνται από το παρελθόν. Ήδη στον Θωμά τον Ακινάτη και στον Φραγκίσκο της Ασίζης είδαμε ότι ο χριστιανισμός είχε αρχίσει να γίνεται κάτι αρκετά διαφορετικό· ωστόσο, το βασικό περιεχόμενο της πίστεως, εξωτερικά τουλάχιστον, παρέμενε αρκετά όμοιο με τον παραδοσιακό χριστιανισμό· απλώς άλλαζε ριζικά ο τρόπος προσέγγισής του, κάτι που αργότερα θα οδηγούσε και σε αλλαγή του ίδιου του περιεχομένου.

Σε αυτή όμως τη νέα εποχή, την Εποχή του Διαφωτισμού, βλέπουμε ότι πλέον αλλάζει το ίδιο το περιεχόμενο της πίστεως και εμφανίζονται εντελώς νέες θρησκευτικές ιδέες. Ο λόγος είναι ότι η θρησκεία υποβάλλεται τώρα στο ίδιο κριτήριο στο οποίο υποβάλλεται και η επιστήμη: στη μελέτη του εξωτερικού κόσμου με εξωτερικά μέσα, δηλαδή στο κριτήριο της λογικής. Έτσι συνεχίζεται η διαδικασία που είχε αρχίσει με το Σχολαστικισμό, όταν η λογική τοποθετήθηκε πάνω από την πίστη και την παράδοση. Αυτή ήταν η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι ονειρεύονταν μια θρησκεία της λογικότητας. Θα παραθέσουμε λόγια αρκετών συγγραφέων αυτής της περιόδου. Όλοι τους έχουν ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση, αλλά στο τέλος καταλήγουν σε μια πολύ παρόμοια φιλοσοφία.

Για παράδειγμα, ο Ντιντερό, ο μεγάλος εγκυκλοπαιδιστής, μιλά για την ανάγκη απαλλαγής από τις προκαταλήψεις στη θρησκεία. Σε ένα από τα έργα του παρουσιάζει έναν ομιλητή να μιλά για τη σημασία του να κρατούνται οι άνθρωποι δεσμευμένοι σε ορισμένες προκαταλήψεις για το δημόσιο καλό. Σε αυτό ο Ντιντερό απαντά:

«Ποιες προκαταλήψεις; Αν ένας άνθρωπος παραδεχθεί την ύπαρξη του Θεού, την πραγματικότητα του ηθικού καλού και του ηθικού κακού, την αθανασία της ψυχής, τις μελλοντικές ανταμοιβές και τιμωρίες, τι ανάγκη έχει από προκαταλήψεις; Αν υποθέσουμε ότι μυηθεί σε όλα τα μυστήρια της μετουσίωσης, της συνουσίωσης, της Τριάδας, της υποστατικής ενώσεως, του προορισμού, της ενσαρκώσεως και των λοιπών, θα γίνει άραγε καλύτερος πολίτης;»

Είναι λοιπόν φανερό ότι το νέο κριτήριο που εφαρμόζεται είναι ένα καθαρά εξωτερικό κριτήριο. Η λογικότητα και όλα αυτά που, μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, φαίνονται πολύπλοκα — τα βασικά δόγματα της πίστεως — αρχίζουν τώρα να θεωρούνται υπερβολικά περίπλοκα. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, δεν μας βοηθούν να ζήσουμε καλύτερα· και επιπλέον θεωρούνται πλήρως παράλογα. Και αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους διατηρούν ορισμένες βασικές πεποιθήσεις, δηλαδή κάποια άρθρα πίστεως, όπως την ύπαρξη του καλού και του κακού, του Θεού και της μεταθανάτιας ζωής.

Διαφωτισμός στην Αγγλία

Σε αυτή την περίοδο η πρωτοκαθεδρία στην έκφραση του πνεύματος της εποχής περνά στην Αγγλία. Και αυτό διότι στην Αγγλία, μετά το 1689, εκδόθηκε το Διάταγμα της Ανεξιθρησκίας, με το οποίο επιτρεπόταν η ύπαρξη όλων των θρησκειών και όλων των χριστιανικών αιρέσεων, εκτός από τον Καθολικισμό και τον Ουνιταριανισμό[1]· δηλαδή, διάφορες μορφές Προτεσταντισμού, ενώ ο Αγγλικανισμός κατέστη νόμιμος.

Βλέπουμε εδώ αυτόν τον συνδυασμό της λεγόμενης «ευρύνοιας» με τη συνεχιζόμενη μισαλλοδοξία, διότι οι Καθολικοί αντιμετώπισαν πολύ μεγάλες δυσκολίες στην Αγγλία για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι και τον δέκατο ένατο αιώνα· και ακόμη και σήμερα, η υποτιθέμενη ευρύνοια της Αγγλικανικής παράταξης είναι σε ορισμένα σημεία εξαιρετικά στενή. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν υπήρξε ένας Άγγλος στην Εκκλησία μας που ήθελε να βαπτισθεί και να γίνει ιερέας, αναγκάστηκε να πάει στη Γαλλία, όπου τον χειροτόνησε ο π. Ιωάννης[2], διότι στην Αγγλία δεν επιτρεπόταν σε έναν Αγγλικανό κληρικό να γίνει Ορθόδοξος.

Ακόμη και σήμερα, η αγγλική μας ιεραποστολή είναι πολύ περιορισμένη. Οι Αγγλικανοί αντιτίθενται έντονα σε κάθε είδους προσηλυτισμό προς την Ορθοδοξία, και υπάρχουν μάλιστα και νόμοι που αφορούν τη μετάβαση κληρικών στην Ορθοδοξία. Έτσι παρατηρείται ένας συνδυασμός στενής, γραφειοκρατικής νοοτροπίας με την έννοια της ελευθερίας. Μπορείς να πιστεύεις ό,τι θέλεις, αρκεί είτε να ανήκεις στην Αγγλικανική Εκκλησία είτε απλώς να μην ενδιαφέρεσαι για τη θρησκεία. Αν όμως έχεις οποιαδήποτε άλλη ισχυρή πίστη, τότε αυτή δεν έχει ελευθερία.

Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που θα εξετάσουμε σήμερα είναι Άγγλοι, οι οποίοι, αν και δεν είναι βαθύτατοι φιλόσοφοι, ανήκουν στην αγγλική πραγματιστική σχολή· ωστόσο, οι ιδέες τους βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία με το πνεύμα της εποχής και διαδόθηκαν στη Γαλλία και στη Γερμανία, και ιδίως στη Γαλλία απέκτησαν ακόμη πιο ριζοσπαστικούς οπαδούς. Οι Άγγλοι συνήθως συγκρατούνταν από τις πιο ακραίες συνέπειες, διότι είναι πολύ πρακτικοί. Μπορείς να κρατήσεις το παρελθόν και συγχρόνως να είσαι ελεύθερος στοχαστής, χωρίς να φτάσεις μέχρι το άκρο.

Ήδη από τον δέκατο έβδομο αιώνα υπήρχε ο Λόρδος Χέρμπερτ του Τσέρμπερυ[3], ο οποίος πέθανε το 1648 και ήταν ένας από τους κυριότερους λεγόμενους «θεολόγους» αυτής της νέας φυσιοκρατικής θρησκείας. Και αυτός, όπως και πολλοί άνθρωποι της Αναγέννησης, είχε ακούσει μια υπερφυσική φωνή, η οποία επικύρωνε τη φυσική του θρησκεία. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχουν πέντε άρθρα πίστεως στα οποία μπορούν να συμφωνήσουν όλοι οι χριστιανοί, ανεξαρτήτως αιρέσεως ή θεολογικών διαφορών. Βλέπουμε λοιπόν ότι προσπαθεί να αποστάξει, μέσω της λογικής — να συνθέσει κατά κάποιον τρόπο — την ουσία του χριστιανισμού. Αυτά τα πέντε άρθρα πίστεως, στα οποία συμφωνούν όλοι, είναι τα εξής: ότι ο Θεός υπάρχει, ότι πρέπει να λατρεύεται, ότι λατρεύεται κυρίως μέσω της ευσέβειας και της αρετής, ότι οι άνθρωποι καλούνται σε μετάνοια και ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή ανταμοιβών και τιμωριών. Θεωρούσε ότι αυτά ήταν λογικά, όχι βέβαια με βάση τη λογική καθαυτή, αλλά επειδή οι άνθρωποι που γνώριζε και οι συνηθισμένοι άνθρωποι της εποχής του εξακολουθούσαν να πιστεύουν ακόμη αυτά τα στοιχεία του χριστιανισμού. Όμως μετά από αυτόν θα εμφανισθούν πολύ πιο ριζοσπαστικές απόψεις.

Υπάρχει και ένας άλλος στοχαστής της ίδιας περιόδου, ο Τζον Τόλαντ[4], Αγγλικανός κληρικός — νομίζω ότι ήταν κληρικός — ο οποίος πέθανε το 1722 και έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Χριστιανισμός δεν είναι Μυστηριώδης», στο οποίο ήθελε να δείξει ότι ο χριστιανισμός είναι στην πραγματικότητα απολύτως λογικός· δεν χρειάζεται κανείς καμία δεισιδαιμονία για να πιστέψει στον χριστιανισμό. Και έλεγε ότι «δεν υπάρχει τίποτε στο Ευαγγέλιο που να είναι αντίθετο προς τη λογική, ούτε κάτι που να υπερβαίνει τη λογική· και ότι καμία χριστιανική διδασκαλία δεν μπορεί δικαίως να ονομαστεί μυστήριο». Έτσι, τα πάντα είναι απολύτως κατανοητά. Ένας καλός άνθρωπος με κοινή λογική μπορεί να καταλάβει πλήρως περί τίνος πρόκειται ο χριστιανισμός.

Ένας ακόμη της ίδιας περιόδου, ο Μάθιου Τίνταλ[5], που πέθανε το 1733, έγραψε ένα άλλο βιβλίο πάνω στο ίδιο θέμα με τίτλο «Ο Χριστιανισμός τόσο παλαιός όσο η Δημιουργία». Σύμφωνα με αυτόν, το Ευαγγέλιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο νόμος της φύσεως. Και κάθε αποκάλυψη πέρα από αυτό είναι στην πραγματικότητα εντελώς περιττή. Ο χριστιανισμός περιορίζεται απλώς σε αυτό που είναι φυσικό.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στην Αγγλία δύο σχολές σκέψης: οι συντηρητικοί, που ονομάζονταν «υπερφυσιοκράτες», και οι ριζοσπάστες, που κατέληξαν στους ντεϊστές. Όμως όλοι τους είχαν κοινή αυτή την πίστη, ότι η θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που είναι φυσικό. Οι υπερφυσιοκράτες πίστευαν ότι η αποκάλυψη πρόσθετε κάτι στη φυσική θρησκεία, αν και όχι πολλά. Θεωρούσαν ότι λειτουργούσε κυρίως ως μία σφραγίδα γνησιότητας, σαν να λέμε «χρυσός 24 καρατίων». Παίρνεις τις πεποιθήσεις σου από τη λογική και τη φύση, και κατόπιν έρχεται η αποκάλυψη και λέει: «Αυτό είναι αληθινό». Περίπου σε αυτό περιοριζόταν ο ρόλος της. Αυτοί ήταν οι συντηρητικοί.

Ως παράδειγμα ενός συντηρητικού μπορούμε να αναφέρουμε τον φιλόσοφο Τζον Λοκ[6], ο οποίος έλεγε:

«Σε όλα τα ζητήματα αυτού του είδους» — δηλαδή της θρησκείας — «υπάρχει μικρή ανάγκη ή χρησιμότητα της αποκαλύψεως, διότι ο Θεός μας έχει εφοδιάσει με φυσικά και ασφαλέστερα μέσα για να φτάσουμε στη γνώση τους. Διότι κάθε αλήθεια στην οποία φτάνουμε με πιο καθαρή κατανόηση μέσω της γνώσης και της θεωρήσεως των ίδιων μας των ιδεών θα είναι πάντοτε πιο βέβαιη για εμάς από εκείνες που μας μεταδίδονται μέσω της παραδοσιακής αποκαλύψεως».

Είναι προφανής εδώ η ιδέα ότι η αποκάλυψη έρχεται απ’ έξω, σαν να επιβάλλεται, ενώ αυτό που προέρχεται από μέσα μας, αυτό που πραγματικά μας πείθει, είναι τα λογικά επιχειρήματα. Στην Καινή Διαθήκη ο Τζον Λοκ έβρισκε ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα μόνο δύο όροι που τίθενται για τη σωτηρία:

«Αυτοί οι δύο, η πίστη και η μετάνοια, δηλαδή το να πιστεύει κανείς ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας και να ζει μία καλή ζωή, είναι οι απαραίτητοι όροι της νέας διαθήκης που πρέπει να εκπληρώσουν όλοι όσοι θέλουν να φτάσουν στην αιώνια ζωή».

Το μόνο λοιπόν που χρειάζεται να κάνουμε είναι να πιστεύουμε και να ζούμε δίκαια. Ήδη εδώ η Ορθοδοξία έχει συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό, έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Αυτό που απομένει είναι ένας πολύ στενός Προτεσταντισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι έγραψε ένα βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Λογικότητα του Χριστιανισμού».

Έτσι, ακόμη και για τους συντηρητικούς, ο χριστιανισμός κατέληξε να είναι απλώς ένα ορθολογικό φιλοσοφικό σύστημα που απευθύνεται στην κοινή λογική. Και όσοι δεν τους άρεσε αυτό, φάνηκε ότι δεν είχαν λογικά επιχειρήματα· και έτσι οι κύριες αντιδράσεις εναντίον αυτού του ορθολογισμού προήλθαν από λαϊκά κινήματα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, όπως ο Πιετισμός[7], ο Μεθοδισμός[8] και τα παρόμοια, τα οποία βασίζονταν στο συναίσθημα.

Μεταξύ όμως των διανοουμένων, φαίνεται ότι μόνο ο Πασκάλ[9] διείδε όλα αυτά και υπήρξε πολύ βαθύς στις παρατηρήσεις του σχετικά με αυτή τη θρησκεία της λογικής. Έλεγε ότι, αν θέλεις να αποδείξεις τη θρησκεία μέσω της λογικής, τότε καλύτερα να μην πάρεις τον χριστιανισμό, διότι είναι υπερβολικά γεμάτος από μυστήρια. Μπορείς πιο εύκολα να αποδείξεις την αλήθεια του Ισλάμ, επειδή έχει λιγότερα μυστήρια.

Αλλά το κίνημα της λογικής, μόλις ξεκινήσει, δεν μπορείς να το σταματήσεις όπου εσύ θέλεις. Οι Σχολαστικοί νόμιζαν ότι θα αποδέχονταν ολόκληρο το περιεχόμενο του χριστιανισμού και απλώς θα το έκαναν λογικό. Εκείνοι που ήρθαν μετά απέρριψαν πολλά από τα επιμέρους σημεία για τα οποία διαφωνούσαν και είπαν ότι υπάρχει κάποια ουσία που μπορεί να διατηρηθεί. Κατόπιν, αυτή η ουσία γινόταν όλο και μικρότερη, μέχρι που τελικά θέλησαν να καταργήσουν εντελώς τα μυστήρια. Και τώρα θα δούμε ότι αρχίζει να τίθεται υπό αμφισβήτηση ακόμη και η ίδια η ιδέα της θρησκείας.

--------

[1] Ουνιταριανισμός: Ο Ουνιταριανισμός είναι ένα θεολογικό ρεύμα που εμφανίσθηκε στην Ευρώπη κατά τον 16ο αιώνα (ιδίως στην Πολωνία και την Τρανσυλβανία) και αργότερα εδραιώθηκε στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Το βασικό και καθοριστικό του γνώρισμα είναι η ριζική άρνηση του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Οι Ουνιταριανοί διδάσκουν ότι ο Θεός είναι απολύτως και αυστηρά ένας (unitas), με τρόπο που αποκλείει κάθε διάκριση προσώπων. Ο Πατέρας θεωρείται ο μόνος αληθινός Θεός, ενώ ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα δεν νοούνται ως ομοούσια και ισότιμα πρόσωπα, αλλά είτε ως κτίσματα, είτε ως δυνάμεις, είτε ως ηθικά πρότυπα. Ο Χριστός αντιμετωπίζεται κυρίως ως ανώτερος ηθικός διδάσκαλος ή προφήτης και όχι ως αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Χαρακτηριστικό του Ουνιταριανισμού είναι επίσης ο έντονος ορθολογισμός. Απορρίπτονται τα μυστήρια, η υπερφυσική αποκάλυψη και κάθε δόγμα που δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τη φυσική ανθρώπινη λογική. Η Αγία Γραφή προσεγγίζεται κυρίως ως ηθικό και φιλοσοφικό κείμενο, όχι ως θεόπνευστη αποκάλυψη. Έτσι, ο Ουνιταριανισμός αποτελεί μία από τις καθαρότερες εκφράσεις της λεγόμενης «θρησκείας του λόγου» που προετοίμασε τον ντεϊσμό και τον Διαφωτισμό.
[2] Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς
[3] Λόρδος Χέρμπερτ του Τσέρμπερυ (Edward Herbert of Cherbury, 1583–1648): Ουαλός ευγενής, θεωρείται ο κατεξοχήν θεμελιωτής του ντεϊσμού και μία από τις πρώτες μορφές της «φυσικής θρησκείας» στη νεότερη Ευρώπη. Υποστήριξε ότι η αληθινή θρησκεία δεν βασίζεται στην αποκάλυψη ή στην εκκλησιαστική παράδοση, αλλά σε έμφυτες και καθολικές έννοιες της ανθρώπινης λογικής, κοινές σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως δόγματος ή εποχής. Κατά τον Χέρμπερτ, η ουσία της θρησκείας συνοψίζεται σε πέντε άρθρα πίστεως: την ύπαρξη του Θεού, τη λατρεία Του, την αρετή ως κύρια μορφή λατρείας, τη μετάνοια και τη μέλλουσα ανταπόδοση. Με αυτόν τον τρόπο, ο Χριστιανισμός απογυμνώνεται από το αποκαλυπτικό και μυστηριακό του περιεχόμενο και μετατρέπεται σε γενικό ηθικό σύστημα, προαναγγέλλοντας τη θρησκευτική σκέψη του Διαφωτισμού και τη σταδιακή υποκατάσταση της πίστεως από τον ορθολογισμό.
[4] Τζον Τόλαντ (John Toland, 1670–1722): Ιρλανδικής καταγωγής Άγγλος συγγραφέας και στοχαστής, συνδεδεμένος με τον ντεϊσμό και τον ριζοσπαστικό Διαφωτισμό. Έγινε γνωστός κυρίως από το έργο του Christianity Not Mysterious (1696), στο οποίο υποστήριξε ότι καμία χριστιανική διδασκαλία δεν είναι ούτε υπεράνω ούτε αντίθετη προς τη φυσική ανθρώπινη λογική. Με τη θέση αυτή απέρριψε ευθέως το μυστήριο ως συστατικό στοιχείο της χριστιανικής πίστεως, υποβάλλοντας τη θρησκεία στον αποκλειστικό έλεγχο του ορθού λόγου. Η σκέψη του άσκησε σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της αγγλικής ντεϊστικής παράδοσης και συνέβαλε στη γενικότερη αποδόμηση της αποκαλυπτικής θεολογίας στη νεότερη Ευρώπη.
[5] Μάθιου Τίνταλ (Matthew Tindal, 1657–1733): Άγγλος συγγραφέας και εξέχουσα μορφή του ντεϊσμού, γνωστός κυρίως για το έργο του Christianity as Old as the Creation (1730). Σε αυτό υποστήριξε ότι η αληθινή χριστιανική πίστη ταυτίζεται πλήρως με τον «νόμο της φύσεως» και ότι κάθε υπερφυσική αποκάλυψη δεν προσθέτει τίποτε ουσιώδες στη θρησκεία, αλλά είναι περιττή ή και επιβλαβής. Κατά τον Τίνταλ, ο Θεός έχει ήδη αποκαλύψει όσα χρειάζονται μέσω της ανθρώπινης λογικής και της φυσικής ηθικής τάξης, καθιστώντας το Ευαγγέλιο απλώς επανάληψη μιας διαχρονικής φυσικής θρησκείας. Με τον τρόπο αυτό, η χριστιανική αποκάλυψη απογυμνώνεται από το σωτηριολογικό και μυστηριακό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε καθαρά ηθικο-φιλοσοφικό σύστημα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της «θρησκείας του λόγου» του Διαφωτισμού.
[6] Τζον Λοκ (John Locke, 1632–1704): Άγγλος φιλόσοφος, θεμελιωτής του εμπειρισμού και από τις πιο επιδραστικές μορφές της νεωτερικής σκέψης. Στο έργο του The Reasonableness of Christianity (1695) επιχείρησε να αναγάγει τη χριστιανική πίστη σε ένα σύνολο απλών και «λογικών» αρχών, περιορίζοντάς την ουσιαστικά στην πίστη ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας και στην απαίτηση μιας ηθικά ενάρετης ζωής. Για τον Λοκ, η ανθρώπινη λογική και η εσωτερική εμπειρία αποτελούν ασφαλέστερα μέσα γνώσης από την παράδοση και την αποκαλυπτική πίστη, ενώ η θεία αποκάλυψη έχει επικουρικό και όχι θεμελιώδη ρόλο. Έτσι, ακόμη και στη «συντηρητική» εκδοχή του Διαφωτισμού που εκπροσωπεί, ο χριστιανισμός μετατρέπεται σε ορθολογικό ηθικό σύστημα, απομακρυσμένο από τη μυστηριακή και σωτηριολογική προοπτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
[7] Πιετισμός (Pietism): Προτεσταντικό κίνημα που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γερμανία τον ύστερο 17ο αιώνα, με κύριους εκπροσώπους τον Philipp Jakob Spener (1635–1705) και τον August Hermann Francke (1663–1727). Ως αντίδραση στον ψυχρό ορθολογισμό και τον δογματισμό του λουθηρανικού Προτεσταντισμού, ο Πιετισμός έδωσε έμφαση στην προσωπική εμπειρία της πίστης, στην εσωτερική ευσέβεια, στη συναισθηματική μετάνοια και στην ηθική αναμόρφωση του ατόμου. Παρά την ευσεβιστική του πρόθεση, απομάκρυνε την πίστη από την εκκλησιαστική και μυστηριακή ζωή, υποκαθιστώντας την εκκλησιολογία με την ατομική θρησκευτική εμπειρία.
[8] Μεθοδισμός (Methodism): Κίνημα αναβίωσης που εμφανίστηκε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα, με ιδρυτές τον John Wesley (1703–1791) και τον αδελφό του Charles Wesley (1707–1788). Ο Μεθοδισμός τόνισε τη βιωματική βεβαιότητα της σωτηρίας, τη συναισθηματική μεταστροφή και την ηθική πειθαρχία, οργανωμένες μέσα από «μεθόδους» πνευματικής άσκησης και κοινωνικής δράσης. Παρότι ξεκίνησε εντός του Αγγλικανισμού, εξελίχθηκε σε ξεχωριστή ομολογία, εκφράζοντας την υποκειμενικοποίηση της πίστης που χαρακτήρισε την ύστερη νεωτερικότητα.
[9] Μπλεζ Πασκάλ (Blaise Pascal, 1623–1662): Γάλλος μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος, από τις ελάχιστες μορφές του 17ου αιώνα που διέκριναν με οξύτητα τα όρια του ορθολογισμού. Στα Pensées ανέδειξε την ανεπάρκεια της «θρησκείας του λόγου», υποστηρίζοντας ότι ο Θεός της Αποκαλύψεως δεν ταυτίζεται με τον Θεό των φιλοσόφων και των μαθηματικών. Τόνισε ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να θεμελιωθεί αποκλειστικά στη λογική, αλλά απαιτεί ταπείνωση και άνοιγμα στο μυστήριο, συνοψίζοντας τη στάση του στη γνωστή ρήση ότι «η καρδιά έχει τους λόγους της, που ο λόγος δεν γνωρίζει». Με τη σκέψη του, ο Πασκάλ στάθηκε ως αυστηρός κριτής τόσο του αφελούς επιστημονισμού όσο και της εκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης της εποχής του.

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης