Το Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στα Πρακτικά και τις Αποφάσεις της 8ης Οικ. Συνόδου
Με αφορμή τον εορτασμό της Η΄Οικουμενικής Συνόδου.
Εισήγηση του πρεσβυτέρου Αναστασίου Γκοτσοπούλου στο συνέδριο: «On the Eighth Oecumenical Council: The Key to a True Union Between East and West. An exploration of the History, Ecumenicity, Decisions, and Significance of the Council especially with respect to the Great Schism», Guntersville, ALΑΜΒΑΜΑ USA, 14-16.3.2024
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, κ. Πρόεδρε, αγαπητοί,
Ευχαριστω ιδιαιτερως την οργανωτικη επιτροπη για την προσκληση να συμμετασχω στο συνεδριο σας με την εισηγηση μου «Το παπικο πρωτειο και η 8η Οικουμενικη Συνοδος». Ζητω συγγνωμη που δεν κατεστη δυνατον να βρισκομαι και σωματικα μαζι σας.
Α. ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ: ΟΧΙ ΕΘΙΜΟ ΑΛΛΑ ΔΟΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
Όταν αναφερομαστε στο παπικο πρωτειο δεν εννοούμε ένα απλο εθιμο διοικητικου χαρακτηρα το οποιο εκτεινεται και περιοριζεται σε διοικητικης φυσεως ζητηματα της Ρωμαιοκαθολικης εκκλησιαστικης κοινοτητας. Αντιθετως για τους ρωμαιοκαθολικους είναι ένα θεμελιωδες ζητημα που απτεται της δογματικης διδασκαλιας τους, επηρεαζει τον εσωτατο πυρηνα της Εκκλησιας.
Κατά την πρωτη χιλιετια της κοινης πορειας της Ρωμης με την Εκκλησια του Χριστου, οι αναφορες στην υπερεχουσα εξουσια του επισκοπου Ρωμης επι των αλλων επισκοπων ηταν απλες επιθυμιες, δηλωσεις, ερμηνειες ή διεκδικησεις. Όμως αργοτερα, μετα το μεγαλο σχισμα, και οριστικα μετα την Α΄ Βατικανη Συνοδο (1870) και αργοτερα και τη Β΄ Βατικανη (1962-1965) ἔχουμε δογματοποίηση τῆς δῆθεν ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου εξουσιας εφ’ ολοκληρου της Εκκλησιας του Χριστου και του παπικου ἀλαθήτου! Στην πρωτη χιλιετια εἴχαμε ἀντιμέτωπες ἁπλὲς δηλώσεις ἢ ἑρμηνεῖες . σήμερα, μετὰ τίς δύο αὐτές Βατικανές Συνόδους, ἔχουμε – κατά τή Ρώμη – κεφαλαιώδη δόγματα πίστεως πού ἀνήκουν στὴν «οὐσιαστικὴ καὶ ἀμετάκλητο δομὴ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ἄρνηση τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τούτου, ἐπισύρει ἀναθεματισμοὺς τῆς «οἰκουμενικῆς» Α΄ Βατικανῆς, ποὺ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ μέ τὴ Β΄ Βατικανὴ «οἰκουμενικὴ» Σύνοδο.
Για να αντιληφθουμε τι σημαινει αυτό, παρακαλω ας προσεξουμε:
Συμφωνα με το «Περι Οικουμενισμου» Διαταγμα της Β΄ Βατικανης Συνοδου τα μυστηρια που τελει η Ορθοδοξη Εκκλησια είναι εγκυρα παρεχοντας την αγιαστικη θ. Χαρη. Μαλιστα, συμφωνα με το Διαταγμα αυτό, «η Θεια Λειτουργια [είναι] πηγη της ζωης της Εκκλησιας και εγγυηση για τη μελλοντικη δοξα… Ετσι, λοιπον, με την τελεση του μυστηριου της Θειας Ευχαριστιας στις τοπικες Εκκλησιες, η Εκκλησια του Θεου οικοδομειται και αυξανεται… Οι Εκκλησιες αυτές (οι Ορθοδοξες), αν και χωρισμενες, εχουν αληθινα μυστηρια … χαρη στην αποστολικη διαδοχη τους, την Ιερωσυνη και τη Θεια Ευχαριστια» (Διαταγμα περι Οικουμενισμου, παραγρ. 16). Με απλα λογια κατά τη Β΄ Βατικανη η Ορθοδοξη Εκκλησια εχει και μεταδιδει τη θεια Χαρη στους πιστους της, η δε Θ. Ευχαριστια που τελει είναι απολυτως εγκυρη διοτι είναι παρων ο ιδιος ο Χριστος.
Όμως, επειδη η Ορθοδοξη Εκκλησια δεν αποδεχεται τα παπικα δογματα περι του πρωτειου και του αλαθητου του παπα εχει «εκκλησιολογικο έλλειμα» συμφωνα με την Congregatio pro Doctrina Fidei. Με αλλα λογια η Χαρις του Αγ. Πνευματος που τελει τα μυστηρια στην Ορθοδοξη Εκκλησια και η παρουσια του ιδιου του Κυριου στην Θ. Ευχαριστια της Ορθοδοξου Εκκλησιας δεν παρεχουν στην Εκκλησια μας την απαραιτητη εκκλησιαστικη πληροτητα, διοτι δεν αναγνωριζουμε και δεν ειμαστε σε κοινωνια με τον παπα. Τελικα, κατά την παπικη εκκλησιολογια, μονο ο παπας παρεχει εκκλησιαστικη πληροτητα και αν αυτος δεν υπαρχει εχουμε εκκλησιολογικο έλλειμμα ακομα και αν υπαρχει ο Χριστος!
Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι με βάση τη δογματική απόφαση της «οικουμενικής» Α΄ Βατικανής «Pastor aeternus» όσοι δεν αποδεχονται το πρωτείο του Απ. Πέτρου υποκεινται σε «ανάθεμα» (Caput I, De apostolici primatus in beato Petro institutione). Eπίσης, «ανάθεμα» προβλέπεται για οσους δεν αποδεχονται το «θείω δικαίω» πρωτείο του Ρωμαίου Ποντίφικος εφ’ όλης της Εκκλησίας (Caput II, De perpetuitate primatus beati Petri in Romanis pontificibus). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια απόφαση της «οικουμενικής» Συνόδου έχουν παραδοθεί σε «ανάθεμα» οσοι δεν αποδεχονται ότι «η κρίση της Αποστολικής Έδρας, από την οποία καμία εξουσία δεν είναι ανώτερη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό ουδενός. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τις αποφάσεις της. Γι’ αυτό, όσοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να γίνει έκκληση κατά των κρίσεών της στην οικουμενική σύνοδο ως σε ανώτερη από τον πάπα εξουσία παρεκκλίνουν από την οδό της αλήθειας» και συνεπώς και όσοι δεν δεχονται «ότι η εξουσία του Ρωμαίου ποντίφικα περιορίζεται στον έλεγχο και στη διοίκηση και ότι δεν είναι πλήρης και υπέρτατη εφ’ όλης της Εκκλησίας, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στην πίστη και στα ήθη, αλλά και στην τάξη και στη διακυβέρνηση ολόκληρης της Εκκλησίας, ή ακόμη ότι έχει το πιο σημαντικό μέρος, όχι όμως και στην πληρότητα της υπέρτατης αυτής εξουσίας, ή ότι η εξουσία του δεν είναι τακτική (δηλαδή όχι εκχωρούμενη, αλλά ex officio) εφ’ όλων των κληρικών και των πιστών» (Caput III, De vi et ratione primatus Romani Pontificis). Τέλος «ανάθεμα» έχει απαγγελθεί σε όσους δεν αποδεχονται το καινοφανές δόγμα του ex cathedra αλαθήτου (Caput IV, De Romani pontificis infallibili magisterio).
Οι ανωτερω δογματικες διδασκαλιες της Α’ Βατικανης επικυρωθηκαν και από τη Β’ Βατικανη και ενταχθηκαν στον εν ισχυει Κωδικα Κανονικου Δικαιου των Ρωμαιοκαθολικων. Ετσι ο παπας «δυνάμει του αξιώματός του, απολαμβάνει ανωτάτη, πλήρη, άμεση και παγκόσμια κανονική εξουσία στην Εκκλησία, που μπορεί πάντα ελεύθερα να ασκεί και δεν προβλέπεται έφεση, ούτε προσφυγή κατά αποφάσεως ή διατάγματος του Ρωμαίου Ποντίφικος.
Ενδιαφερον εχει να δουμε ποια είναι η σχεση του παπα με την Οικουμενικη Συνοδο, όπως καταγραφεται στον Κωδικα Κανονικου Δικαιου: Ο παπας ουσιαστικα υπερκειται της Οικουμενικης Συνοδου! «Μόνο ο Ρωμαίος Ποντίφικας έχει εξουσία να συγκαλεί την Οικουμενική Σύνοδο, να προεδρεύει σ’ αυτήν προσωπικά ή δι’ αντιπροσώπου, να μεταφέρει, να αναβάλει, ή να διαλύει αυτή και να επικυρώνει τις αποφάσεις της. Στον ίδιο Ρωμαίο Ποντίφικα ανήκει η εξουσία να καθορίζει τα θέματα που θα συζητηθούν και να καταρτίζει την ημερησία διάταξη που θα τηρηθεί σε μία Σύνοδο. Στα θέματα που προτείνονται από τον Ρωμαίο Ποντίφικα οι Πατέρες της Συνόδου μπορούν να προσθέσουν άλλα θέματα με τη δική του συναίνεση. Εάν η Αποστολική Έδρα κενωθεί κατά τη διάρκεια μιας Οικουμενικής Συνόδου, αυτή διακόπτεται αυτοδικαίως, μέχρις ότου ο νέος Ανώτατος Ποντίφικας διατάξει να συνεχισθεί ή να την διαλύσει. Τα συνοδικά διατάγματα ουδεμία τελική δεσμευτική ισχύ έχουν, άνευ αφενός της επικυρώσεώς τους υπό του Ρωμαίου Ποντίφικος μαζί με τους Πατέρες της Συνόδου, και αφετέρου της δημοσιεύσεώς τους με διάταξή του».
Ας προσπαθησουμε να δουμε αν οι ανωτερω διδασκαλιες και αντιληψεις όπως εχουν δογματοποιηθει και ισχυουν σημερα στη ρωμαιοκαθολικη εκκλησιολογια υφισταντο τον 9ο αιωνα και εκφραστηκαν και εγιναν αποδεκτες κατά την 8η Οικουμενική Συνοδο.
Όπως ηδη αναφερθηκε η 8η Οικουμενικη Συνοδος ηταν η τελευταια κοινη εν Συνοδω συναντηση της Ανατολικης και Δυτικης Εκκλησιας. Σκοπος της Συνοδου ηταν η αποκατασταση της ενοτητος Ανατολης-Δυσης που ειχε διαταραχθει από τα γεγονοτα που ταλαιπωρουσαν την Εκκλησια της Κωνσταντινουπολεως λογω της παρεμβασης της αυτοκρατορικης εξουσιας. Τοτε, ο παπας Νικολαος εδραξε την ευκαιρια να παρεμβει στην Ανατολη για να επιβαλει το εξουσιαστικο του πρωτειο εφ΄ ολοκληρου της Εκκλησιας. Η αντιδραση του Μ. Φωτιου και η αρνηση αναγνωρισεως εξουσιαστικου πρωτειου στον παπα ηταν κατηγορηματικη και απολυτη με συνεπεια να εχουμε το πρωτο σχισμα μεταξυ Ανατολικης και Δυτικης Εκκλησιας.
Ουσιαστικά η Σύνοδος δεν συγκροτηθηκε για να αποκαταστησει τον Μ. Φωτιο στον Πατριαρχικο Θρονο της Κωνσταντινουπόλεως, γιατι αυτό ειχε ηδη πραγματοποιηθει και προ της Συνοδου, αλλα συγκροτηθηκε για να αποκατασταθει η ενοτητα των δυο Εκκλησιων Ανατολης και Δυσης, που ειχε διαταραχθει με την παπικη επεμβαση και τη συγκλιση της παποφιλης Συνοδου 869/870, η οποια αναγνωριζεται από τη Ρωμη ως 8η Οικουμενικη, στην οποια καθαιρεθηκε ο Μ. Φωτιος. Σημειωνεται ότι κατά τους ρωμαιοκαθολικους αυτή η Συνοδος 869/870, αναγνωριζεται ως 8η Οικουμενικη και όχι η Συνοδος 879/880.
Β. Η ΣΥΝΟΔΟΣ 869-870 και το ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ
Αξιζει παντως να επισημανουμε ότι ουτε στην παποφιλη Συνοδο 869-870, στην οποια καθαιρεθηκε ο Μ. Φωτιος από τον πατριαρχικο θρονο, δεν εγιναν αποδεκτες οι παπικες αξιωσεις εξουσιαστικου πρωτειου εφ’ ολοκληρου της Εκκλησιας, παρα το γεγονος ότι οι 103 επισκοποι που συμμετειχαν στη Συνοδο υπεγραψαν εκβιαζομενοι το Libellus Satisfactionis (βιβλιο ικανοποιησεως). Το Libellus Satisfactionis ηταν ουσιαστικα το Τυπικο του παπα Ορμισδα (519) με καποιες μικρες αλλαγες, στο οποιο αναγνωριζοταν το παπικο πρωτειο. Σημειωνεται ότι οι συμμετεχοντες ανατολικοι επισκοποι στη συνοδο 869-870 μετα την υπογραφη του «libelli” παραπονεθηκαν στον αυτοκρατορα, τον οποιο κατηγορησαν ότι ανεχεται τον υποβιβασμό της Ανατολικης Εκκλησιας στη Δυτικη, με αποτελεσμα τα υπογεγραμμενα «βιβλια ικανοποιησεως» να αφαιρεθουν από τις οικιες των παπικων απεσταλμενων. Μονο μετα την απειλη ότι η παπικη αντιπροσωπεια θα αναχωρησει επεστραφησαν.
Και όμως ακομα και σε αυτή την παποφιλη συνοδο του 869-870:
α. Αναγνωρίστηκε ότι η διευθέτηση των εκκλησιαστικών ζητημάτων είναι αρμοδιότητα της Πενταρχίας των Πατριαρχών και όχι ενός Πατριαρχου. Στην Πενταρχία, ασφαλώς, πρωτος τη ταξει είναι ο παπας της Ρωμης. Είναι χαρακτηριστικά τα λογια του αυτοκράτορα Βασίλειου, στην πρώτη του παρουσια στην έκτη συνεδριαση (25.10. 869) της συνοδου, όταν απευθυνόμενος στους οπαδούς του Φωτίου που είχαν αναφερθεί στη Σύνοδο, δήλωσε: «Εσείς, που κάνατε παράτυπα συμβούλια υπό τον έλεγχο ενός ηγεμόνα, μόνοι σας και χωρίς τις πατριαρχικες έδρες, είχατε την αυθάδεια να τα αποκαλέσετε ιερά, ενώ δεν ντρέπεστε καθόλου να υποτιμήσετε αυτήν την παρούσα σύνοδο, που γίνεται από όλα τα πατριαρχεια, με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού, που μας εμπιστεύτηκε την αυτοκρατορική εξουσία. Σίγουρα γνωρίζετε, τόσο εσείς όσο και ολόκληρος ο κόσμος κάτω από τον ήλιο, ότι μέσω της προστασίας του αληθινού Θεού μας πιστεύουν σωστά τα πέντε πατριαρχεία όλου του κόσμου, και χωρίς καμια αλλοιωση στην πίστη» (Μ. 16, 348-349).
Ομοίως, ο Πατρίκιος Βαάνης δήλωσε απαντώντας, χωρίς φυσικά να αντιμετωπίσει καμία αντίρρηση από τους συμμετέχοντες ότι «Ο Θεός ίδρυσε την Εκκλησία του σε πέντε πατριαρχεία και όρισε στα ευαγγέλια του ότι ποτέ δεν θα έπεφταν ολοκληρωτικά, αφού είναι οι κεφαλές της Εκκλησίας» (Μ. 16, 360Β;;;).
β. Η Πενταρχία των Πατριαρχών αναγνωρίζεται και σε κανόνες της συνόδου:
1. Ο κανόνας 17 (λατινικής έκδοσης Μ 16, 170D) της Συνόδου αναγνωρίζουν την Πενταρχία στην οποία πρώτος μεταξύ ίσων είναι ο πάπας Ρώμης.
2. Ο κανόνας 21 (λατινικης) (Μ 16, 174ΑD) με τίτλο «ότι ούτε ο πάπας της Ρώμης ούτε κανένας από τους άλλους πατριάρχες πρέπει να δυσφημιστεί από κανέναν», αναφερει: «Καμία κοσμική εξουσία δεν πρέπει να επιχειρήσει να δυσφημήσει ή να απομακρύνει από το θέαμά του αυτους που προεδρεύουν στις πατριαρχικές έδρες, αλλά θα πρέπει να συνεννοούνται τους αξίζουν κάθε σεβασμού και τιμης, κατεξοχήν ο ιερώτατος πάπας της Πρεσβυτέρας Ρώμης, δεύτερον ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολεως και μετά της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ».
3. Επισης, στην Πενταρχια αναφερεται και ο 26ος κανονας (Μ 16, 177D-178D) της συνοδου.
γ. Η συνοδος δεν θεωρησε καταδικασμενο τον Πατριαρχη Φωτιο, δηλαδη δεν εκανε αποδεκτη την καταδικη του Φωτιου από τη Συνοδο της Ρωμης, αλλα η ιδια η Συνοδος τον καλεσε σε απολογια (Μ. 16, 329ΑΒ). Ο Μ. Φωτιος απολογηθηκε κατά την 7η (Μ. 16, 357) συνεδρια της συνοδου και μετα καταδικαστηκε (Μ. 16, 364-365). Δηλαδη η καταδικη του Μ. Φωτιου εγινε από συνοδο στην οποια συμμετειχαν και οι ανατολικοι Πατριαρχες και όχι μονο από τον παπα (Μ. 16, 317Ε-320Α).
δ. Δεν εγιναν αποδεκτο από τη συνοδο το αιτημα της Ρωμης για υπαγωγη της της Βουλγαριας στην εκκλησιαστικη δικαιοδοσια της.
ε. Παρα τις εντονες αναφορες των παπικων λεγατων ότι ο επισκοπος Ρωμης είναι υπερ ανω κρισεως και γι΄ αυτό ουδεποτε εχει καταδικαστει παπας, η συνοδος 869-870 στον 13ο κανονα (ελληνικη εκδοση Μ 16, 405C), (21ος της λατινικης, Μ 16, 174ΑD) αναγνωριζει τη δικαιοδοσια της Οικουμνεικης Συνοδου να κρινει τον παπα (Μ. 16, 405C)
Γ. Η ΣΥΝΟΔΟΣ 879-880 και το ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ
Αλλα στη Συνοδο 879-880, στην 8η Οικουμενικη, ειναι πολύ περισσοτερο σαφες ότι δεν υπηρχε αποδοχη παπικου πρωτειου εξουσιας εφ ολης της Εκκλησιας. Από τη μελετη των πρακτικων της Συνοδου προκυπτει ασφαλως η τιμη την οποια η αρχαια Εκκλησια περιεβαλε την Εκκλησια και τον επισκοπο Ρωμης ως πρωτοθρονο των Πατριαρχων, αλλα ταυτοχρονα είναι σαφες ότι δεν του αναγνωριζεται κανενα πρωτειο εξουσιας και παρεμβασης επι των αλλων Εκκλησιων. Είναι πολύ σημαντικο ότι και η Ρωμη παρα τις λεκτικες ενστασεις και προσπαθειες των παπικων λεγατων, στο τελος αποδεχθηκε την εκκλησιολογικη αποψη επι του θεματος αυτου των Ανατολικων Πατριαρχειων.
Για την μια Εκκλησια του 9ου αιωνα, όπως αποτυπωνεται στα πρακτικα και τις αποφασεις της Συνοδου 879-880 τα μειζονα εκκλησιαστικα ζητηματα που την απασχολουν αντιμετωπιζονται από την Πενταρχια, την κοινη συνεδρια και των πεντε Πατριαρχικων Θρονων, στην οποια, ασφαλως, πρωτευουσα θεση εχει η πρωτοθρονη Εκκλησια της Ρωμης και ο Επισκοπος της.
Ας προσεγγισουμε επιγραμματικα ορισμενα σημεια των συνοδικων αποφασεων και πρακτικων:
1. Ο Μ. Φωτιος μετα τον θανατο του Ιγνατιου ανηλθε στον πατριαρχικο θρονο της Κωνσταντινουπολεως για δευτερη φορα χωρις την εγκριση του παπα και της παπικης αντιπροσωπειας (Μ. 17, 397C), παρα τπο γεγονος ότι ηταν καταδιακασμενος από τη Ρωμη (παπες Νικολαος και Αδριανος).
2. Η Συνοδος συνεκληθη και συνεδριαζε υπο την προεδρια του Πατριαρχη Κωνσταντινουπολεως Μ. Φωτιου πριν ελθουν οι παπικοι λεγατοι. Αλλα και μετα την αφιξη των παπικων λεγατων την προεδρια της Συνοδου ασκουσε ο Μ.Φωτιος.
3. Δεν εγινε αποδεκτος ο ισχυρισμος των παπικων λεγατων οτι ο παπας αποκατεστησε τον Μ. Φωτιο. Είναι πολύ χαρακτηριστικη η επιμονη των παπικων λεγατων ότι ο παπας αποκατεστησε τον Φωτιο. Παραλληλα όμως και οι εκπροσωποι των Ανατολικων Πατριαρχειων επεμεναν και αυτοι ότι ο Φωτιος για τις Εκκλησιες τους παντοτε αναγνωριζοταν ως Πατριάρχης και όχι μονο δεν περιμεναν να τον αποδεχθει η Ρωμη αλλα και όταν η Ρωμη δεν τον αποδεχοταν και τον ειχε καταδικασει (επι παπα Νικολαου και αδριανου) τα Πατριαρχεια της Ανατολης τον αποδεχονταν και ειχαν κανονικη κοινωνια μαζι του. Οι διαλογοι, όπως καταγραφονται στα πρακτικα της Συνοδου, είναι εντονοι επ’ αυτου του σημειου.
4. Στο παπικο Υπομνημα (Commonitorium), καθως και στην επιστολή του παπα Ιωαννη προς τους Βασιλεις που προσκομισαν οι παπικοι λεγατοι στη Συνοδο, υπηρχε η παπικη απαιτηση να ζητησει συγγνωμη ο Φωτιος, αιτημα το οποιο απερριφθη από τη Συνοδο ως απαραδεκτο.
5. Παρομοια παπικη απαιτηση για αιτηση συγγνωμης προς τον παπα από τον Τυρου Θωμα, που συμμετειχε στη Συνοδο 869-870, δεν εγινε αποδεκτη από τη Συνοδο, η οποια εκρινε ότι η συγγνωμη οφειλετο όχι στον παπα αλλα στον Μ. Φωτιο, τον οποιο προσεβαλε με τη συμμετοχη του στη Συνοδο του 869-870 (Μ. 17, 440Ε-441Α).
6. Αναγνωριστηκε συνοδικα (κανονας 1ος) ότι το δικαιο κρισεως των επισκοπων κάθε Εκκλησιας είναι αποκλειστικης αρμοδιοτητας της ιδιας της Εκκλησιας και δεν νομιμοποιειται η επεμβαση καποιας άλλης Εκκλησιας ουτε αυτής της πρωτοθρονης Ρωμης. Η οποια κριση των Εκκλησιων Ρωμης και Κωνσταντινουπολεως για τους κληρικους των είναι αποδεκτη και από την άλλη Εκκλησια (Μ. 17, 497DE).
7. Ο καθε Πατριαρχης μπορει να καταδικαστει μονο από ολους τους ομοταγεις του Πατριαρχες και όχι μονο από ένα. Για το λογο αυτό ο Πατριαρχης Φωτιος δεν αναγνωρισε την καταδικη του από τη συνοδο 869-870, διοτι οι φερομενοι ως εκπροσωποι των Πατριαρχων της Ανατολης δεν δικαιουνταν να εκπροσωπησουν τις Εκκλησιες τους, διοτι δεν ειχαν τη σχετικη εξουσιοδοτηση προς τουτο (βλ. Συνοδο 879-880, στο Μ 17, 432Α)
8. Η Συνοδος αρνηθηκε να ικανοποιησει τις παπικες απαιτησεις και δεν αναγνωρισε την δικαιοδοσια του παπα στη Βουλγαρια, ουτε συμφωνησε στην επιστροφη του Ανατολικου Ιλλυρικου και της Ν. Ιταλίας στη δικαιοδοσία της Εκκλησιας της Ρωμης (Μ. 17, 420ΑΒ;;;;)
9. Η Συνοδος αποκηρυξε και αναθεμετισε τη συνοδο 869-870, στην οποια συμμετειχε με πρωταγωνιστικο ρολο η Ρωμη. Η αποκηρυξη εγινε και από τους παπικους λεγάτους, τον παπα Ιωαννη και ολη τη Συνοδο.
10. Η Συνοδος εκρινε ότι η κάθε Εκκλησια εχει το δικαιωμα να πολιτευεται με βαση τα δικα της εθιμα σε ησσονος σημασιας ζητηματα. Ετσι δεν εγινε δεκτο το παπικο αιτημα απαγορευσης της αθροον χειροτονιας. Η Συνοδος απεφανθη ότι στα ησσονος σημασιας ζητηματα η κάθε Εκκλησια θα πολιτευεται βασει των δικων της εθιμων, διατυπωνοντας την περιφημη «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», στην οποια θα ηθελα να σταθουμε περισσοτερο.
Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στὸν ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴ Ρώμη ἔχει κατατεθεῖ ὡς πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου ποὺ δημιουργοῦν τὰ παπικὰ δόγματα στὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ περίφημη «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι». Ἡ πρόταση αὐτὴ, κατά τοὺς εἰσηγητές της, βασίζεται στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως 879-880, ἀλλὰ μέ τόν τρόπο πού προτείνεται, οὐσιαστικὰ ὑλοποιεῖ τὸ «περὶ Οἰκουμενισμοῦ» Διάταγμα τῆς Β΄ Βατικανῆς καὶ ἀναζητεῖ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ τῶν δογμάτων. Δηλαδή, οἱ μὲν Δυτικοὶ νὰ ἀποδέχονται τὸ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου δόγμα καὶ τὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ὅπως ἔχουν διατυπωθεῖ στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους, χωρὶς ὅμως τὴν ἀπαίτηση νὰ τὰ ἐπιβάλουν στὴν Ἀνατολή, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι νὰ μποροῦν νὰ μὴν τὰ ἀποδέχονται, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τὰ χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πίστη καὶ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τή διατύπωση τοῦ τότε Καρδιναλίου J. Ratzinger καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου XVI! Σύμφωνα μέ τήν πρόταση αὐτή καὶ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἔτσι πολιτεύτηκε: ἡ μὲν Δύση ἀποδεχόταν τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας χωρὶς νὰ τὸ ἐπιβάλει στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἡ Ἀνατολὴ ἀνεχόταν τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τῆς Δύσεως χωρὶς νὰ τὴν καταδικάζει ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ . διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἴμαστε σὲ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία . ἢ μὲ ἄλλα λόγια «ἡ νόμιμη διαφορὰ δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετη στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὸ κόσμημά της καὶ συντελεῖ ὄχι λίγο στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της».
Ἡ μελέτη τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύει ὡς ἱστορικὰ ἀνεπέρειστο τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῆς α΄ χιλιετίας διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση ἀναφορικὰ μὲ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἀντίθετα προκύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναγνωριζόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἡ ἐκ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καταγωγή, ἐν τούτοις ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴ Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἀποδεκτὴ καμία μορφὴ παπικῆς ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας (πρωτεῖο ἐξουσίας) ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἀναγνωριζόταν στὸν πάπα ἀποκλειστικὸ δικαίωμα στὴν ἔκφραση τῆς πίστεως, καὶ μάλιστα ἀλάθητο.
Ὑπενθυμίζουμε ἐπιγραμματικὰ :
1. Τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους καὶ τῶν παπικῶν λεγάτων τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου τῶν δογματικῶν ἐπιστολῶν τῶν παπῶν Μ. Λέοντος, Ἁγ. Ἀγάθωνος καὶ Ἁγ. Ἀδριανοῦ μὲ τὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι σύμφωνες μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.
2. Τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Λέοντος τοῦ Μεγάλου ἐναντίον τοῦ Δ-28, οἱ ὁποῖες δὲν ἔγιναν ἀποδεκτὲς οὔτε ἀπὸ διαδόχους του καὶ σύντομα ἐγκαταλή-φθηκαν καὶ στὴ Δύση μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Σχίσματος.
3. Τὴν ἄρνηση κατ’ ἀρχήν τῶν δυτικῶν λατίνων ἐπισκόπων νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς περὶ πίστεως ἀποφάσεις τοῦ πάπα Ρώμης Βιγιλίου καὶ συνακόλουθα τὶς κατ’ ἐπανάληψιν καταδικαστικὲς ἀποφάσεις Δυτικῶν Συνόδων (πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ) ἐναντίον τοῦ συγκεκριμένου πάπα.
4. Τὴν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκφρασθεῖσα αὐτοσυνειδησία τοῦ ἰδίου τοῦ πάπα Βιγιλίου, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διεκδίκησε κάποια, δῆθεν θείῳ δικαίῳ, ὑπερέχουσα ἐξουσία ἢ «πέτρειο» αὐθεντία βάσει τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ λοιποὶ Πατριάρχες νὰ πειθαρχήσουν σ’ αὐτόν. Ἐπίσης, ὁ πάπας Βιγίλιος δὲν ἔθεσε θέμα ἀντικανονικότητος ἢ ἀκυρότητος τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διαφωνίας καὶ ἀπουσίας του. Ἀντίθετα, ὑποσχέθηκε ρητῶς ὅτι θὰ συμμορφωθεῖ στὴν ὅποια περὶ πίστεως ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ θεώρησε δίκαιη τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασή της.
5. Τό ὅτι ἡ σύγκληση ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ πάπα Ἁγ. Ἀγάθωνα τῆς Συνόδου τῶν 125 ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς περιοχὲς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης γιὰ τὴ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἀπόφανση ἐπὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ μονοθελητισμοῦ δείχνει τὴν πράξη καὶ τὸ στέρεο ἐκκλησιολογικὸ ἦθος τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ἐνδεικτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τῆς Συνόδου τῆς Ρώμης ὅτι «ἐμεῖς μὲ πολὺ κόπο συγκεντρωθήκαμε» ἀπὸ «τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» μὲ σκοπὸ νὰ συνδιασκεφθοῦμε ἐν Συνόδῳ «ἵνα ἐξ ὅλης τῆς κοινότητος τῆς δουλικῆς ἡμῶν συνόδου ἡ ἡμετέρα ἀναφορὰ γενήσoιτο. μήπως ἐὰν μονομερῶς τὸ πραττόμενον γνωσθήσηται, τὸ μέρος λάθῃ».
6. Τὴ σύμπραξη τῆς Ρώμης στὴν καταδίκη τοῦ πάπα Ὁνωρίου στὴν Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.
7. Ὅτι ἡ Δύση ἀποδέχονταν τὸν καθοριστικό ρόλο τοῦ αὐτοκράτορα στὸ διαδικαστικὸ μέρος τῆς Συνόδου καὶ ποτέ δέν ἐπέμεινε στὴ ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῶν Οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων τῆς Δύσεως ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἀποκρισαρίους.
8. Ὅτι μία σειρὰ κανόνων τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων ἐπικυρωμένων ἀπὸ τὸν Στ-2 καὶ Ζ-1 ἐπιμαρτυροῦν ὅτι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ στὸν ἐπίσκοπό της καὶ ἡ ἀρχαία Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία ἀναγνώριζε, ὅπως καὶ ἡ Ἀνατολή, μεγάλο σεβασμὸ καὶ πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλὰ ὄχι πρωτεῖο δικαιοδοσίας ἢ καὶ ἀλαθήτου καθορισμοῦ τῆς πίστεως . τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν Καρθαγένῃ Συνόδων τῆς λατινικῆς βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἀποφάσεις τους γιὰ ἀπαγόρευση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς στὴ Ρώμη ἢ ἡ διένεξη μεταξύ τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου καί τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρχηδόνος γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν αὐτὸ ὑποδηλώνουν.
9. Τέλος, ὁ ἐπίλογος τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης εἶναι ὁ πλέον ἐκφραστικός τοῦ κινδύνου πού διέβλεπαν οἱ λατῖνοι Πατέρες τῆς Β. Ἀφρικῆς κάτω ἀπὸ τὴν, ἐν τῇ γενέσει της, ἀπαίτηση τῆς Ρώμης γιὰ ἐπέκταση τῆς δικαιοδοσίας της στὴν κρίση τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀφρικῆς: «Ἐκβιβαστάς τοίνυν κληρικοὺς ὑμῶν τινῶν αἰτούντων μὴ θέλετε ἀποστέλλειν, μήτε παραχωρεῖν, ἵνα μὴ τὸν καπνώδη τῦφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, ἣτις τὸ φῶς τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης τὴν ἡμέραν τοῖς τὸν Θεὸν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει».
Τὰ ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καί στή Δυτικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἀναγνωριζόταν στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης «πέτρειο πρωτεῖο» ἢ «πέτρειο λειτούργημα ἑνότητος», οὔτε κάποια ὑπερέχουσα ἐξουσία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἀλαθήτου ἐκφράσεως τῆς πίστεως. Ἔτσι, οἱ σποραδικὲς ἐκφράσεις παπικῶν ἀντιπροσώπων ἢ ὁρισμένων ἐπιστολῶν καὶ ἂν ἀκόμα ἑρμηνευθοῦν ὡς δηλωτικὲς ἀπαιτήσεως κάποιου πρωτείου ἐξουσίας δὲν ἐξέφραζαν σύνολη τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, οὔτε ἀπηχοῦσαν τὴ δυτικὴ θεολογία σὲ ὅλη τὴν ἔκταση δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, κατά τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς γιὰ τὸν ρόλο τῶν ἐπισκόπων τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὑπῆρχε ταυτότητα ἀπόψεων μεταξὺ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.
Ἐπὶ πλέον δέ, καὶ ἂν ἀκόμα θεωρήσουμε ὅτι ὑπῆρχε σημαντικὴ διάσταση ἀπόψεων Ἀνατολῆς - Δύσεως κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες, ἀναφορικὰ μὲ τὴν οὐσία καὶ τὸ ρόλο τοῦ τιμητικοῦ πρωτείου τοῦ Ρώμης – γεγονὸς ποὺ ὅπως καταδείξαμε δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων – θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ διαφορὰ μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι ἀβυσσαλέα μετὰ τὴ δογματοποίηση τῆς δῆθεν ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους! Τότε εἴχαμε ἀντιμέτωπες ἁπλὲς δηλώσεις ἢ ἑρμηνεῖες . σήμερα, μετὰ τίς δύο αὐτές Βατικανές Συνόδους, ἔχουμε – κατά τή Ρώμη – κεφαλαιώδη δόγματα πίστεως πού ἀνήκουν στὴν «οὐσιαστικὴ καὶ ἀμετάκλητο δομὴ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ἄρνηση τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τούτου, ἐπισύρει ἀναθεματισμοὺς τῆς «οἰκουμενικῆς» Α΄ Βατικανῆς, ποὺ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ μέ τὴ Β΄ Βατικανὴ «οἰκουμενικὴ» Σύνοδο.
Κατά συνέπεια, ἡ προσπάθεια κύκλων τινῶν νὰ παρουσιάσουν τὰ παπικὰ δόγματα τῆς Α΄ Βατικανῆς ὡς τῆς αὐτῆς βαρύτητος μὲ κάποιες ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν παπικῶν λεγάτων ἢ τῶν παπικῶν ἐπιστολῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶναι σαφῶς παραπειστική.
Ἐπίσης, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς «ἀρχῆς τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» ὄχι σὲ ἥσσονος σημασίας ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ σὲ βασικὰ ἐκκλησιολογικὰ δόγματα ποὺ ἅπτονται τῆς ἴδιας τῆς δομῆς καὶ ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως ἀπαράδεκτη. Ἐὰν, σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἡ ἄρνηση τῶν παπικῶν δογμάτων καταδεικνύει σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα τότε δὲν ἔχουμε Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη ἡ ὕπαρξη Ἐκκλησίας μὲ ἐκκλησιολογικὲς ἐλλείψεις! Ἐπιπλέον, εἶναι ἀδιανόητο τὸ δυτικὸ μέρος τῆς ὑπὸ σύσταση(;) νέας «ἑνωμένης Ἐκκλησίας» νὰ θεωρεῖ ὡς ἐκκλησιολογικῶς θεμελιώδη δόγματα τὰ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου (σύμφωνα μέ τήν Α΄ καί τή Β΄ Βατικανή) καὶ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα νὰ τὰ ἀρνεῖται. Οὐδέποτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τὰ δόγματα πίστεως ἦσαν ὑποχρεωτικά γιὰ ὅλους τούς πιστοὺς μόνο μιᾶς συγκεκριμένης ἐδαφικῆς περιοχῆς (ἢ ρυθμοῦ!), ἐνῶ σὲ ἄλλη περιοχή ὑπῆρχε ἡ δυνατότητά μὴ ἀποδοχῆς τους. Δὲν νοεῖται νὰ ἀνήκουμε στὴν ἴδια «ἑνωμένη Ἐκκλησία» καὶ οἱ μὲν Δυτικοί νὰ δέχονται ὡς δόγμα πίστεως ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος, ὅταν ἀποφαίνεται ex cathedra, οἱ δὲ λοιποί κατηγορηματικὰ νὰ τὸ ἀρνοῦνται.
Καθίσταται λοιπόν προφανὲς ὅτι εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ἀρχὴ τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως ἐσχάτως ἔχει νοηματοδοθεῖ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα πρόταση τοῦ καρδιναλίου, τότε, καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου ΧVI.
Ἂν λοιπὸν ἡ «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως παρουσιάζεται τελευταῖα, δὲ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ τὴν πολυπόθητη ἕνωση Ἀνατολῆς-Δύσεως, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν; Νομίζω πώς μοναδική ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, ἡ ὁποία προϋποθέτει - καὶ ταυτόχρονα πραγματώνεται μὲ - τὴν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφὴ στὶς βασικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς καὶ προϋποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἔζησε ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ταπείνωση θὰ ἑλκύσει τὴ θεία Χάρη και τότε θὰ πραγματοποιηθεῖ ὄχι ἕνας ἀδόκιμος διπλωματικὸς συμβιβασμὸς μὲ ἀμφίσημες διατυπώσεις, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσει μόνο πικρία καὶ προβλήματα, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ γνήσια «ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε για τους Διαλόγους στη Φερράρα-Φλωρεντία και τη στάση του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού.