Βυζαντινή πόλη του 4ου αιώνα βρέθηκε στην όαση Ντάχλα της Αιγύπτου
Οι αιγυπτιακές αρχές ανακοίνωσαν επίσης τον εντοπισμό 18 νέων τάφων στη Μαρίνα ελ-Αλαμέιν, με νομίσματα, όστρακα και ταφικά ευρήματα.
Νέα αρχαιολογικά ευρήματα στην Αίγυπτο φέρνουν στο προσκήνιο μια εξαιρετικά καλοδιατηρημένη πόλη της βυζαντινής περιόδου στην όαση Ντάχλα, στη δυτική έρημο της χώρας. Σύμφωνα με το Associated Press, οι αιγυπτιακές αρχές ανακοίνωσαν παράλληλα και την αποκάλυψη 18 νέων αρχαίων τάφων στη Μαρίνα ελ-Αλαμέιν, κοντά στην Αλεξάνδρεια.
Η ανασκαφή στην όαση Ντάχλα προσφέρει στοιχεία για την καθημερινή ζωή, την πολεοδομική οργάνωση και την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν η Αίγυπτος ανήκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο οικισμός εμφανίζει οργανωμένο σχέδιο με δρόμους βορρά – νότου και οδούς ανατολής – δύσης, δημόσιους χώρους και πλατείες, ενώ στην κορυφή του δεσπόζουν τα ερείπια μεγάλης βασιλικής του 4ου αιώνα και δύο παρατηρητήρια.
Οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν ακόμη οχυρωμένο συγκρότημα με ισχυρά τείχη, κατοικίες με ευρύχωρες αίθουσες υποδοχής και θολωτές οροφές, καθώς και την οικία του διακόνου Τισούς, η οποία αποδίδεται στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα μ.Χ. και εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκε ως οικιακός χώρος χριστιανικής λατρείας πριν από την ανέγερση της βασιλικής. Στα ευρήματα περιλαμβάνονται επίσης φούρνοι αρτοποιίας, κουζίνες, εργαλεία άλεσης, χάλκινα και χρυσά νομίσματα και περίπου 200 όστρακα με επιγραφές για συναλλαγές και αλληλογραφία.
Στη Μαρίνα ελ-Αλαμέιν εντοπίστηκαν 11 λαξευτοί τάφοι με μέσο βάθος οκτώ μέτρων και επτά κτιστοί τάφοι από ασβεστόλιθο, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των ταφικών μνημείων της περιοχής στους 48. Στον ίδιο χώρο βρέθηκαν κεραμικά αγγεία, αμφορείς, λυχνάρια, πιάτα, βωμοί, λεκάνες από ασβεστόλιθο, καθώς και γρανιτένια σαρκοφάγος μήκους 2,5 μέτρων με ανθρώπινα οστά υπό εξέταση, δίπλα στα κατάλοιπα γύψινου αγάλματος Σφίγγας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τέσσερα χρυσά ελάσματα που είχαν τοποθετηθεί στο στόμα ορισμένων νεκρών, πρακτική γνωστή ως «χρυσή γλώσσα». Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, το έθιμο αυτό συνδεόταν με τις θρησκευτικές αντιλήψεις της ύστερης αρχαιότητας και συμβόλιζε την ικανότητα του νεκρού να επικοινωνεί με τις θεότητες στον άλλο κόσμο.
Στο ίδιο γεωγραφικό πλαίσιο, η ΕΟΔ είχε αναφερθεί και στην τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Σινά Συμεών για την Ελλάδα και την Αίγυπτο.