Η Ομιλία του Μητρ. Κερκύρας στη Μητρόπολη Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας

00:03
3
Η Ομιλία του Μητρ. Κερκύρας στη Μητρόπολη Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας - φωτό: web Η Ομιλία του Μητρ. Κερκύρας στη Μητρόπολη Αθηνών την Κυριακή της Ορθοδοξίας - φωτό: web

Η Ορθοδοξία ως ζωντανή εμπειρία πίστεως και ελευθερίας – Μήνυμα για την Εικονομαχία, τον Ελληνισμό και τις σύγχρονες προκλήσεις.

Με θεολογικό βάθος και σύγχρονο προβληματισμό, ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος ανέδειξε το διαχρονικό μήνυμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Η ομιλία του επικεντρώθηκε στη βιωματική πίστη, στη σύνδεση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού και στις προκλήσεις της εποχής μας.

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Ἱερώνυμε,
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Άξιότιμη κυρία Ὑπουργέ Παιδείας, Θρησκευμάτων καὶ Ἀθλητισμοῦ,
Ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καί ἄλλων ἀρχῶν τῆς πατρίδος μας,
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί συμπρεσβύτεροι, Χριστοῦ διακονία,
Λαέ τοῦ Θεοῦ περιούσιε καὶ εὐλογημένε,

«Πιστεύουμε στόν Θεό καί πιστεύουμε τόν Θεό. Ἄλλο τό ἕνα καί ἄλλο τό ἄλλο. Πραγματικά πιστεύω τὸν Θεό σημαίνει ὅτι θεωρῶ βέβαιες καὶ ἀληθινές τίς ἐπαγγελίες πού μᾶς ἔδωσε. Πιστεύω στόν Θεό ὅμως σημαίνει ὅτι φρονῶ περί Αὐτοῦ ὀρθῶς. Πρέπει δέ νά τά ἔχουμε καί τά δύο, νά εἴμαστε ἀληθινοί καί στά δύο καί νὰ συμπεριφερόμαστε ἔτσι, ὥστε καί νά μᾶς πιστεύουν ἐκεῖνοι πού βλέπουν ὀρθῶς καὶ πιστοί νά εἴμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ πίστη καὶ ἔτσι ὡς πιστοί νά δικαιωνόμαστε ἀπό Αὐτόν».

Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐμπερικλείει τό νόημα τῆς σημερινῆς, μεγάλης γιά τήν πίστη μας ἡμέρας, τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Θυμόμαστε τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τό 843 μ.Χ., δίδοντας ὁριστικό τέρμα σέ μία μεγάλη περίοδο συγκρούσεων πολιτικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου στὴν κοινωνία τοῦ Βυζαντίου. Ἡ Ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι τότε ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἐλεύθερη νὰ ἀκολουθήσει τήν ὀρθή πίστη, ἀλλά ἦταν ἀναγκασμένη, καὶ διά τῆς βίας, νὰ ἀκολουθεῖ ἐπισήμως τή γραμμή μιᾶς Πολιτείας ἐπηρεασμένης ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Μὲ ἐπικεφαλῆς ὅμως ἅγιες μορφές, μοναχούς πού γνώριζαν τί πίστευαν, ἀλλά καὶ τὸν λαό, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἔπαψε νὰ τιμᾶ τίς ἱερές εἰκόνες, ἡ Ἐκκλησία ἄντεξε καἰ παρέμεινε πιστή στίς παραδόσεις καί στίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἀνάγκασε ἔτσι τήν Πολιτεία νά δεχθεῖ τήν πίστη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ κι ἄς μήν τῆς ἦταν ἀρεστή. Ἔπρεπε μία γυναῖκα, μία αὐτοκράτειρα, ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Αὐγούστα, νά ἀναλάβει πρωτοβουλία καί νά ὑπερασπιστεῖ μέ σθένος τήν πατροπαράδοτη πίστη. Ἔδειξε ἔτσι ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει φρόνημα Θεοῦ καί ἀληθείας στήν καρδιά του, δέν ὑπολογίζει ἀντιδράσεις, δέν κάνει συμβιβασμούς, δέν ἀφήνει γιά τό μέλλον τήν ὁμολογία, ἀλλά παραμένει ἑδραῖος στά ὅσα διδάχθηκε καί ἀποκαθιστᾶ τήν τάξη, τήν εὐσέβεια, τήν αὐθεντικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί διδασκαλίας. Αὐτή εἶναι ἡ ὁδός πού ἡ Ἁγία Θεοδώρα ὑπερασπίστηκε ἔναντι κάθε ἐξουσίας. Ἡ ὁδός τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό «καθώς ἐστί», Πρόνοια δηλαδή καί Ἀγάπη. Ἡ ὁδός τῆς πίστεως «καθώς ἐστί», δηλαδή «Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν, καί τούς αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, έν Ναοῖς, ἐν Είκονίσμασι, τόν μέν ὡς Θεόν καί Δεσπότην προσκυνοῦντες καί σέβοντες, τούς δὲ διά τόν κοινόν Δεσπότην, ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες, καί τήν κατά σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμοντες».

Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶναι μία ἑορτή, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀπό τό παρελθόν, σάν μία πρόσκληση νά γυρίσουμε στό χθές. Ἐάν αύτό συνέβαινε, τότε δέν θά μπορούσαμε νά βιώσουμε τόν ἀποστολικό λόγο «Ἰησοῦς Χριστός χθές καὶ σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», ἀλλά θά μέναμε σέ μία μνήμη, πολύτιμη μέν, ἀγκιστρωμένη δέ στήν Ἱστορία, μέ παρόν, ἀλλά χωρίς μέλλον. Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἑορτή στήν ὁποία ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας ὅτι ὁ Κύριός μας εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Εἶναι ὁ «Ἄρτος τῆς Ζωῆς», ὁ Ὁποῖος γίνεται τροφή «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον». Εἶναι ὁ Ἐρχόμενος «κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».  

Ἀκολουθοῦμε μία πίστη, ἡ ὁποία μᾶς δίδει ἕναν διαφορετικό τρόπο θεάσεως τοῦ κόσμου, τοῦ χρόνου καί τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀκριβῶς «σάρξ ἐγένετο» μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Θεός δέν βρίσκεται μακριά μας, δέν εἶναι μία Ἀόρατος Δύναμη, ἡ ὁποία δέν παρεμβαίνει στή ζωή μας, ἀλλά ἐνηνθρώπησε! Ἔγινε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, ἔλαβε σάρκα καί ὀστᾶ, «ὅ οὐκ ἦν προσέλαβεν», διότι εἶναι Ἀγάπη, καί ἡ ἀγάπη δέν παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ μακρόθεν, ἀλλά γίνεται ἕνα μέ ὅσους ἀγαπᾶ, δηλαδή τόν κάθε ἄνθρωπο. Ὁ κόσμος ἀποκαθίσταται στό ἀρχαῖον κάλλος του, δηλαδή νά εἶναι συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπου, βοηθός του καί ὄχι κτῆμα του, καθότι ἡ ἀγάπη δέν περιορίζεται μόνο στόν συνάνθρωπο, ἀλλά ἀγκαλιάζει ὅλη τήν κτίση. Ἡ ἀγάπη, ἀκόμη, νικᾶ τόν χρόνο, διότι «ὁ ἔσχατος ἐχθρός» μας πού εἶναι «ὁ θάνατος», δέν μπορεῖ νά μᾶς καταβάλει, καθώς ἐν Χριστῷ πιστεύουμε καί ζοῦμε τήν Ἀνάσταση στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας. Ἀλλά καί ἡ καθημερινότητά μας ἀλλάζει, διότι δέν εἶναι κυρίαρχη κατάστασή μας ἡ ἁμαρτία, ὡς χωρισμός μας ἀπό τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, οὔτε μᾶς δίδει ταυτότητα ἡ αὐτοθέωσή μας, διά τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας.

Ὑπάρχουμε διά τῆς κοινωνίας τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο δίδει ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ζωή αἰώνια στήν μετανοοῦσα καρδία. Καί ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης, καθώς ὁ σαρκωθείς Λόγος μᾶς προτρέπει, «εἰς ἀνάμνησίν Του», νά ποιοῦμε τό μυστήριο στήν Ἐκκλησία.

Ναί, ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι βίωση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ὄχι κατ᾽ ὄψιν ἤ κατά συνήθειαν ἤ κατά τό φαίνεσθαι τῆς γεύσεως, ἀλλά ὀντολογική μετοχή μας σ᾽ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος μᾶς σώζει! Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ὀρθοδοξία εἰκονίζει τό πρόσωπό Του: «Ἐκεῖνος πού κατέχει τά πάντα ἔγινε ὕλη, δηλαδή σάρκα…Αὐτό πού ἐμεῖς ἀναπαριστάνουμε μέ ὑλικά χρώματα εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης μορφῆς Του. Ἄς πάψουμε λοιπόν νά ἀναφερόμαστε μέ ἄγνοια στόν Εὐαγγελικό λόγο καί νά προσάπτουμε στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ αὐτά πού άναφέρονταν ἐναντίον τῶν εἰδώλων! Ὅσο φτωχοί κι ἄν εἴμαστε πνευματικά, δέν μποροῦμε ἄραγε νά ἀντιληφθοῦμε τή διαφορά μεταξύ εἰδώλου καί εἰκόνας; Τό ἕνα εἶναι σκοτάδι καί τό ἄλλο εἶναι φῶς. Τό εἶναι πλάνη καί τό ἄλλο ἀλήθεια. Τό ἕνα εἶναι πολυθεϊσμός καί τό ἄλλο καθαρή ὁμολογία τῆς θείας οἰκονομίας», μᾶς λέγει ἕνας μεγάλος ἀγωνιστής τῆς περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης.

Ἡ ὁμολογία αὐτή σημάδεψε τήν πορεία τῆς Ρωμηοσύνης! Διά τῆς πίστεως ἀπαλλαγήκαμε ἀπό το σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Διά τῆς σχέσεως μὲ τὸν Τριαδικό Θεό στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀνανεώσαμε, δίδοντας νέο περιεχόμενο, τὸν τρόπο τῆς ἀρχαίας πόλεως. Τώρα εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, στὴν ὁποία ζοῦμε τὸ «χαίρειν μετά χαιρόντων καὶ κλαίειν μετά κλαιόντων» ὡς στάση ζωῆς. Πρίν ἦταν ἡ ἐπίγειος δόξα, ἡ φήμη, τὸ κλέος. Τώρα εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ αἰωνιότητα. Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος μόνο ἡ μνήμη του! Εἶναι καὶ ἡ κατά Χριστόν ζωή, ἡ ὁποία δίδει καὶ αἰώνια μνήμη, ἀλλά καὶ προσδοκία ἀναστάσεως. Δὲν εἶναι τὸ σῶμα πλέον ἡ φυλακή τῆς ψυχῆς, ἀλλά «ὁ κόκκος τοῦ σίτου», ὁ «ὁποῖος κι ἄν πεθάνει, πολύν καρπό θὰ φέρει». Εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι πρόσκληση πρὸς πάντας «τέκνα Θεοῦ γενέσθαι»!    

Ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων σήμανε ἀπό τὴν πλευρά τῆς Πολιτείας τὴν ἀποδοχὴ τοῦ περιεχομένου τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴ συμπόρευση χωρίς τὴν ἐπιβολή ὀθνείων σκοπῶν. Ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά ἡ προσφάτως ἐκδημήσασα σπουδαία Ἀκαδημαϊκός Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ, «ἡ γλωσσική ἑλληνικότητα τῆς αὐτοκρατορίας μαζί μὲ τὴν τελική ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς Ὀρθοδοξία μὲ τὴν λήξη τῆς χριστολογικῆς ἔριδας ἀποτελοῦν τὰ βασικά στοιχεῖα τῆς βυζαντινῆς ταυτότητας». Ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία διαμορφώνουν ἰδιοπροσωπία χάρις στήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως.  

Ὁ κορυφαῖος Βυζαντινολόγος Sir Steven Runciman μᾶς ὑπενθυμίζει: «Ὁ Ἑλληνισμός εἶναι βασικῶς μία στάση τοῦ νοῦ, ἡ ἀναζήτηση μιᾶς ἑρμηνείας τοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζοῦμε, ἡ ἐπιμονή γιά τή γνώση ὅλων τῶν φαινομένων του, καί ἡ ἐλπίδα πώς μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά λάθη, τίς θλίψεις καί τίς τραγωδίες του, πρᾶγμα πού τελικῶς θά μᾶς καταστήσει ἱκανούς νά φθάσουμε στήν ἁρμονία πού τό ἀνθρώπινο γένος ποθεῖ. Πολλοί Ἕλληνες φιλόσοφοι -καί πολλοί φιλόσοφοι σήμερα- ἦσαν εἰλικρινά ἀπαισιόδοξοι. Ὅμως ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστιανισμοῦ φάνηκε σέ ἄλλους νά προσφέρει τή λύση. Ἡ ἀσυμβίβαστη ἐπιμονή του στίς ἠθικές ἀξίες, σέ συνδυασμό μέ τήν ἔμφαση πού ἔδινε στήν ἀγάπη καί τήν πίστη στήν τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές… Οἱ Χριστιανοί Πατέρες μπόρεσαν καί ἐξέφρασαν τό Χριστιανικό δόγμα μέ ὅρους πού ἦσαν ἀποδεκτοί ἀπό τούς φιλοσόφους. Οἱ δέ μεγάλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι πρόσφεραν τό φιλοσοφικό ὑπόβαθρο, τό ὁποῖο χρειαζόταν ἡ Ἐκκλησία». 
Καὶ προσθέτει προφητικά: 

«Τόν 21ο αἰῶνα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά εἶναι ἡ μόνη ἀπό τίς μεγάλες χριστιανικές Ἐκκλησίες πού θά ἔχει ἐπιζήσει, ἀφοῦ -μόνη αὐτή -δέν ξεχνᾶ ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι μυστήριο, καί πώς ὁ Χριστιανός, βοηθούμενος ἀπό τούς φιλοσόφους καί τούς θεολόγους τοῦ παρελθόντος, καί ὄχι τρομοκρατούμενος ἀπό αὐτούς, μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τίς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καί μαζί μέ τούς ὁμοπίστους ἀδελφούς του, παραμένοντας εὐπειθές τέκνο τῆς Ἐκκλησίας του, νά βρεῖ τόν δικό του δρόμο πρός τή σωτηρία».

Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει μία τάση νά λησμονήσουμε τήν σύνδεση τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τό Γένος, τόν Ἑλληνισμό. Ἴσως αὐτή ἡ τάση νά ὀφείλεται στό ὅτι βρισκόμαστε σέ μία πραγματικότητα στήν ὁποία ὁ κόσμος ἔχει μετατραπεῖ σέ ἕνα παγκόσμιο χωριό. Ὁ αὐτοθεωμένος ἄνθρωπος, μέσα ἀπό τά ἐπιτεύγματά του, τήν χρησιμότητα τῶν ὁποίων οὐδείς έχέφρων ἀρνεῖται, δέν ἀρκέστηκε στό νά παρατείνει τόν προσδόκιμο μέσο ὅρο τῆς ζωῆς καί τήν ποιότητά της. Ἐπανῆλθε στήν ὕβρι τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς πίστεως. Καί τολμοῦμε νά χαρακτηρίσουμε «ὕβρι» αὐτή τήν στάση, διότι στερεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τό στήριγμα τῆς μεταφυσικῆς, τό στήριγμα τῆς αἰωνιότητος, τό στήριγμα τῆς ἁγιότητος, καθιστῶντάς τον ὕπαρξη ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι μηδενίζεται μετά τόν θάνατο. 

Μία τέτοια θέαση γεννᾶ ποικίλους πειρασμούς, τούς ὁποίους βιώνουμε καθημερινά.

Ὁ πρῶτος πειρασμός εἶναι ἡ ἐξουσία καί τό συμφέρον. Πῶς νά περισσέψει χῶρος γιά τούς ἀδύναμους σέ μία ἀνθρωπότητα ὅπου τά ὅπλα, στρατιωτικά, οἰκονομικά, τεχνολογικά ἐπιβάλλουν τό δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου; Πῶς νά λειτουργήσει στίς καρδιές μας ὁ λόγος «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται», ὅταν ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ ἰσχυροῦ ἡ προοπτική τῆς κυριαρχίας, τῆς ἐπεκτάσεως, τῆς χρήσεως τοῦ ἀδυνάμου πρός ἴδιον ὄφελος, καθιστῶντας τόν κόσμο πραγματικότητα δουλείας καί ἀνελευθερίας; 

Ὁ δεύτερος πειρασμός εἶναι ἡ θεοποίηση τῆς ἀνθρώπινης εἰκόνας στήν προοπτική τοῦ ἰσχυροῦ σώματος, τό ὁποῖο ὁ κόσμος μας τό ἀποδεσμεύει ἀπό τήν ἀθάνατη ψυχή. Εἶναι ἡ ἄρνηση νά κατανοήσουμε τό νόημα τῆς φθαρτότητας, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». «Οἱ ὁρατές εἰκόνες εἶναι ἡ ὁρατή πλευρά τοῦ ἀοράτου», μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἄν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ θέαση, τότε τό σῶμα μας γίνεται ἀντικείμενο πρός χρῆσιν, πρός ἡδονήν, πρός κατανάλωσιν, πρός ἐπίδειξιν. Ἄν ὅμως εἶναι ὁρατή εἰκόνα τοῦ Ἀοράτου, δηλαδή εἰκόνα Θεοῦ, τότε μᾶς δίδεται γιά νά κοινωνοῦμε τήν ἀλήθεια καί τήν ἀγάπη μέ τόν συνάνθρωπό μας. Νά παλεύουμε νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι ἡ εὐτυχία εἶναι ἡ αὐτάρκεια τοῦ σώματος. Νὰ ἀποδεχόμαστε τὴν ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς μας παραδόσεως, ὅτι τά ὅποια πάθη δέν εἶναι δικαίωμα, ἀλλά ἀποτυχία. Διότι, καθώς τά πάθη βλάπτουν τὸ σῶμα, δέν τό ἀφήνουν νὰ ἐνταχθεῖ στήν προοπτική τῆς σωτηρίας καί τῆς θεώσεως, ἡ ὁποία τό συμπεριλαμβάνει, καθώς θά ἀναστηθεῖ. Ἡ Εἰκονομαχία ἔληξε μέ τήν ἐπίγνωση ὅτι ἀπεικονίζοντας τόν Χριστό καί τούς Ἁγίους βρίσκουμε τόν ἀληθινό μας προορισμό. Διαβάζουμε στίς μορφές, στά χρώματα, στό φῶς τῶν εἰκόνων τήν ἔξοδο ἀπό τό πρόσκαιρο. Ἡ ζωή μᾶς δίδεται γιά νά μάθουμε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ νά ἀγαποῦμε, νά ἀσκούμαστε, νά ἐμπιστευόμαστε τόν Θεό καί, τήν ἴδια στιγμή, νά βαδίζουμε μαζί μέ τόν κάθε συνάνθρωπό μας στήν ὁδό τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Ὁ τρίτος πειρασμός ἔχει νά κάνει μέ «ἀτζέντες», τίς ὁποῖες ἡ ἐποχή μας προβάλλει, θέλοντας νά διαμορφώσει ἕνα διαφορετικό ἀνθρωπολογικό πρότυπο. Πρῶτον, τό woke κίνημα, τὸ ὁποῖο στὴν πράξη ὑπονομεύει τίς ἀξίες ποὺ διαμόρφωσαν τόν πολιτισμό μας: τὴν τριλογία «Ἀθήνα - Ρώμη - Ἱεροσόλυμα», ἡ ὁποία στην παράδοση τῆς Ρωμηοσύνης βρῆκε τήν κατεξοχήν ἀνάπτυξή της στὸ δικό μας Βυζάντιο. Μέ πρόσχημα ὅτι δὲν καταργήθηκαν κοινωνικές διακρίσεις, ὁδηγηθήκαμε σὲ ἕνα κίνημα «δικαιωματισμοῦ», ὅπου ἡ διαφορετικότητα θεᾶται μόνο στὴν προοπτική τῆς ἀρνήσεως τῶν φυσικῶν καὶ ἠθικῶν ἀξιῶν. Ζοῦμε στὴν ἐποχή ὅπου, κατά τὸν λόγο τοῦ ποιητῆ, «ἡ ἁμαρτία βαφτίζεται ἀρετή». Τό δικό μας ὅμως ἀνθρωπολογικό πρότυπο δὲν στηρίζεται στά δικαιώματα, χωρίς νὰ τὰ ἀρνεῖται. Ζητᾶ νὰ ἐργαζόμαστε πρὸς τὴν βίωση τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος καί Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ . πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστέ εἰς Χριστόν». Ἤ, ὅπως πάλι λέει ἡ Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ: «Ὁ Θεός τῶν χριστιανῶν δημιουργεῖ μιὰ πανανθρώπινη -θά ἔλεγα- ταυτότητα ἰσότητας, ὅλων ἰσότιμων παιδιῶν τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ». Ἡ διαφορετικότητα γιὰ τὴν παράδοσή μας εἶναι στοιχεῖο τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου. Μέσω αὐτῆς ὅμως καλούμαστε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία προϋποθέτει ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας, καλή χρήση τῶν δικαιωμάτων μας καὶ ἔξοδο ἀπό τά πάθη, δηλαδή τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία. 

Δεύτερον, ἡ τεχνολογική πρόοδος ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ἕναν κόσμο «μετα-ἀνθρωπισμοῦ», ὅπου, ἀρχικῶς, μέρη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος θά ἀντικαθίστανται ἀπό μηχανικά τμήματα, καί σταδιακά, διά τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης, τά πάντα θά ρυθμίζονται ἀπό ἀλγορίθμους. Ἔτσι, οἱ πολλοί δὲν θὰ ἔχουμε λόγο γιά τή ζωή καί τόν κόσμο ὅπου θά ζοῦμε, στό ὄνομα τῆς εὐκολίας ἐξευρέσεως πληροφοριῶν, λήψεως ἀποφάσεων γιά τήν ὑγεία, τήν ἀσφάλεια, τή γνώση, ἀλλά καί τήν ποιότητα τῆς ζωῆς. Ἡ παράδοσή μας ὅμως καὶ πάλι ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς, ἐν ταπεινώσει, νά μήν παραδίδουμε τὴν ἐλεύθερη σκέψη καὶ βούλησή μας στὸ πρόσκαιρο, λησμονῶντας τὴ φθαρτότητά μας, καὶ νὰ μὴν παραιτούμεθα ἐκ τῆς ἐλευθερίας μας χάριν τῆς ἀνέσεως, διότι βαθμιαῖα θά μηχανοποιηθοῦμε καὶ θὰ ὑποταχτοῦμε σέ παλαιές καὶ νέες τυραννίες.     
 Τρίτον, ἡ αἴσθηση ὅτι τό Διαδίκτυο εἶναι ἕνας κόσμος ἐλευθερίας, ἐνῶ, στήν πραγματικότητα, ποτέ δέν θά μποροῦμε νά εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν ἀλήθεια τῶν πληροφοριῶν τίς ὁποῖες λαμβάνουμε. Σταδιακά «ψηλώνει ὁ νοῦς μας», κατά τόν λόγο τοῦ Παπαδιαμάντη, καί θεωροῦμε ὅτι, ἐφόσον νομίζουμε ὅτι γνωρίζουμε, εἴμαστε καί ἐλεύθεροι. Στήν πραγματικότητα εἴμαστε κατευθυνόμενοι σέ τρόπους πού μᾶς δίνουν τήν ψευδαίσθηση τῆς ἡδονῆς ὅτι μετέχουμε κι ἐμεῖς σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὅτι γινόμαστε ἀλάθητοι, ὅτι δέν ἔχουμε ἀνάγκη σταθερῶν ἀξιῶν. Μένουμε ἔτσι σέ ἕνα παρόν, χωρίς ρίζες, χωρίς προορισμό ἁγιότητος καί αἰωνιότητος, ἐνῶ ὁ εἰκονικός κόσμος ποτέ δὲν θὰ μᾶς ἀγαπήσει καὶ δὲν θὰ σταθεῖ κοντά μας. 
 
Μακαριώτατε, 
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
 
Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς ὑπενθυμίζει τήν μακραίωνη συμπόρευση Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνισμοῦ. Μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἀνάγκη γιά διατήρηση τῆς διακριτότητας τῶν ρόλων, ὅπως καί τό Σύνταγμά μας καταγράφει. Αὐτή ἡ διακριτότητα ὅμως δέν καταργεῖ τό χρέος τῆς Πολιτείας, στήν ὁποία ἀνήκουμε ὅλοι ὡς πολῖτες, νά συνδράμει τήν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν ἐνισχύσει στό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό της ἔργο. Νὰ τῆς δείξει τήν ἐμπιστοσύνη πού τῆς ἀξίζει, διότι ἡ Ὀρθοδοξία κράτησε ζωντανή τὴ συνείδηση τοῦ Γένους μας στίς περιόδους τῆς σκλαβιᾶς. Ἡ Ὀρθοδοξία διατήρησε τή γλῶσσα μας, τόν πολιτισμό μας, τό ἀξιακό μας πλαίσιο μέ κέντρο τόν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα Θεοῦ, πού ἀγωνίζεται γιά τήν ἐλευθερία του, ὄχι μόνο ἀπό ἐξωτερικούς ἐχθρούς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἐγωκεντρική αὐτάρκεια, τήν ἡδονοθηρία πού τόν καθιστᾶ ἐξουσιαστή, τόν μηδενισμό καί τόν ἐθνομηδενισμό.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς χρέος της νά καταδεικνύει στόν κόσμο τόν Χριστό ὡς ένανθρωπήσαντα, ὡς Ἄρτο τῆς ζωῆς, ὡς τόν Ἐρχόμενο νά μᾶς ἀναστήσει καί νά μᾶς ἁγιάσει. Αὐτό τό χρέος δέν καθιστᾶ τόν λόγο καί τή μαρτυρία της πάντοτε «εὐάρεστη». Ἡ Ἐκκλησία ὅμως ἔχει ὡς γνώμονά της τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ:

«Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Σέ μία ἐποχή ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ, τόσο σέ προσωπικό ὅσο καί σέ συλλογικό ἐπίπεδο, ἡ Ὀρθοδοξία θά συνεχίσει νά εὐνοεῖ τόν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀντιστέκεται στήν κυριαρχία τοῦ προσωρινοῦ καί νά πορεύεται μέ κριτήρια τήν ἀγάπη καί τήν ἀλήθεια πρός τή ζωή πού νικᾶ τόν θάνατο, ὄχι ἀτομικά, ἀλλά ἐκκλησιοκεντρικά. 

«Πιστεύουμε στόν Θεό καὶ πιστεύουμε τόν Θεό». Αὐτή ἦταν, εἶναι καί θά εἶναι ἡ ἰδιοπροσωπία μας!

Εγγραφείτε στην ομάδα VIBER της ΕΟΔ και προσκαλέστε φίλους σας.

Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε για τον Κατανυκτικό Εσπερινό στην Κέρκυρα.

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης