Ο Μ. Φώτιος και το παπικό πρωτείο
Ο Μ. Φώτιος και το παπικό πρωτείο
Μετά τη λαίλαπα της εικονομαχίας που επί 120 χρόνια ταλαιπώρησε την Εκκλησία της Ανατολής και έληξε το 843 με την αναστήλωση των ιερών εικόνων, μία άλλη κρίση ξέσπασε στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, οι επιπτώσεις της οποίας είχαν επίδραση σε ολόκληρη την Εκκλησία.
Το 848 εξελέγη στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως πατριάρχης, ο Ιγνάτιος, που διακρινόταν για την προσήλωσή του στην παράδοση της Εκκλησίας. Ήταν φίλα προσκείμενος στους Ζηλωτές Στουδίτες μοναχούς. Δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με τον καίσαρα Βάρδα, θείο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ και ισχυρό άνδρα, τον αφόρισε αρνούμενος να τον κοινωνήσει κατηγορώντας τον για μοιχεία. Η αυστηρή αυτή στάση του Ιγνάτιου προς τον πανίσχυρο Βάρδα είχε ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συμμετοχή σε συνωμοσία, να εξαναγκαστεί σε παραίτηση και να εξοριστεί (Ιούλιος 858).
Αναζητήθηκε νέος πατριάρχης και ως καταλληλότερος θεωρήθηκε ο Φώτιος, ο δυνατότερος νους της εποχής εκείνης, Καθηγητής Πανεπιστημίου, έξοχος πολιτικός και ικανότατος διπλωμάτης, ο οποίος ύστερα από πολλούς δισταγμούς δέχθηκε, και από λαϊκός σε πέντε μέρες πέρασε απ' όλους τους ιερατικούς βαθμούς και αναγορεύθηκε πατριάρχης τα Χριστούγεννα 858.
Ο Μ. Φώτιος είναι μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες στη βυζαντινή ιστορία. Γεννήθηκε γύρω στο 810 (ή κατά μία άλλη άποψη κατά το 820). Προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και ήταν ανιψιός (αδελφός του πατέρα του) του εικονόφιλου πατριάρχη Ταρασίου (Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο). Οι γονείς του ανήκαν κι αυτοί στην εικονόφιλη παράταξη γι΄αυτό και διώχθηκαν από το εικονομαχικό καθεστώς. Έλαβε αξιόλογη μόρφωση και αφιερώθηκε στην μελέτη της κλασικής ελληνικής και της πατερικής γραμματείας των οκτώ πρώτων αιώνων. Υπερείχε όλων των συγχρόνων του σε ευρύτητα παιδείας και ήταν γενικός ο θαυμασμός προς το πρόσωπο του. Είναι πολύ χαρακτηριστικοί οι λόγοι του σφοδρού πολεμίου του Φωτίου, Νικήτα Παφλαγόνα, ο οποίος ήταν και βιογράφος του Πατριάρχη Ιγνατίου : «"Ην δε ούτος ο Φώτιος ου των αγενών τε και ανωνύμων, αλλά και των ευγενών κατά σάρκα και περιφανών σοφία τε κοσμική, συνέσει των εν τη Πολιτεία στρεφομένων ευδοκιμώτατος πάντων ενομίζετο. Γραμματικής γε μεν γαρ και ποιήσεως, ρητορικής τε και φιλοσοφίας και δη ιατρικής και πάσης ολίγου δειν επιστήμης των θύραθεν τοιούτον εαυτώ το περιόν [= η υπεροχή], ως μη μόνον σχεδόν φάναι των κατά την αυτού γενεάν διενεγκείν, ήδη δε και προς τους παλαιούς αυτόν διαμιλλάσθαι. Πάντα γαρ συνέτρεχεν επ αυτώ, η επιτηδειότης της φύσεως, η σπουδή, ο πλούτος, δι' ον και βίβλος επ' αυτόν έρρει πάσα».
Από νεαρή, λοιπόν, ηλικία ξεκίνησε μια λαμπρή καριέρα στην αυτοκρατορική υπαλληλία της πρωτεύουσας, φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του πρωτοασηκρήτη, ενώ συμμετείχε και σε πρεσβεία στο Χαλιφάτο (μεταξύ των 838 και 855).
Εκτός από τη διδασκαλία στο περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και την απασχόλησή του στο παλάτι, ο Φώτιος εύρισκε πάντα χρόνο για έρευνα και συγγραφή. Η Λέξεων Συναγωγή είναι ένα από τα πρώτα του έργα με το οποίο απέβλεπε στην αναπλήρωση δυσεύρετων ή απολεσθέντων λεξικών. "Η δε Βιβλιοθήκη του, η “Μυριόβιβλος", είναι καθρέπτης των αναλυομένων μετά των μαθητών του και αξιολογουμένων συγγραμμάτων της κλασσικής και μεσαιωνικής περιόδου". Η Μυριόβιβλος ή αλλιώς Βιβλιοθήκη, παρέχει πληροφορίες για 280 συγγράμματα της χριστιανικής και της αρχαίας λογοτεχνίας, στα οποία πολύ συχνά παραθέτει σύντομες ή εκτεταμένες περιλήψεις, κριτικές παρατηρήσεις και βιογραφικές σημειώσεις για τους συγγραφείς. Καθώς μάλιστα πολλά των μνημονευομένων συγγραμμάτων χάθηκαν, η αξία του έργου του αναδεικνύεται ιδιαίτερα μοναδική και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το όνομα του Φωτίου έγινε γνωστό στον διεθνή φιλολογικό κόσμο. Την συνέχεια, πάντως, της Βιβλιοθήκης, ανέκοψε η άνοδος του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο.
Καθοριστική για την παγκόσμια ιστορία είναι και η φροντίδα του για τον εκχριστιανισμό των Σλαύων με την αποστολή των ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου
Όπως ήδη αναφέραμε, το 858 και ενώ ήταν ακόμα λαϊκός εκλέχθηκε πατριάρχης με την υποστήριξη του καίσαρα Βάρδα. Έλαβε όλα τα ιερατικά αξιώματα μέσα σε πέντε ημέρες.
Πάντως, οι διαμαρτυρίες των οπαδών του Ιγνατίου ήταν έντονες και οι πολιτικές και εκκλησιαστικές διαστάσεις της εκθρόνισης του Ιγνατίου ήταν μεγάλες. Οι οπαδοί του πρώην πατριάρχη Ιγνατίου, με επικεφαλής τους μοναχούς της μονής Στουδίου, ζήτησαν την παρέμβαση του πάπα Νικολάου, ο οποίος με τη σειρά του εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία αυτή για να λύσει οριστικά υπέρ της Ρώμης ζητήματα εκκλησιαστικής επιρροής.
’Ετσι ο πάπας Νικόλαος (858-867) απαντώντας στα κοινωνικά (επιστολή χειροτονίας) του Φωτίου (860) αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως κανονικό Πατριάρχη Κωνσταντινου-πόλεως και το 863 συγκάλεσε Σύνοδο στο Λατερανό με την οποία ακύρωσε τις αποφάσεις της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 861), που είχε αναγνωρίσει τον Φώτιο, καταδίκασε και αφόρισε τον Φώτιο ως αντικανονικώς (αθρόον) εκλεγέντα και αναγνώρισε τον Ιγνάτιο ως τον πραγματικό πατριάρχη.
Στην παπική παρέμβαση στα εσωτερικά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως αντέδρασε ο Μ. Φώτιος με την περίφημη Εγκύκλιος προς τους τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής (866), στην οποία εγκαλούσε τον Πάπα της Ρώμης Νικόλαο για τέσσερα βασικά θέματα: την προσθήκη του Filioque στο σύμβολο της Πίστεως, την αντικανονική επέμβαση στην εκκλησία της Βουλγαρίας ως προσπάθεια να εξουσιάσει εκκλησίες πέρα από την αρμοδιότητά του, την επανάληψη του μυστηρίου του Χρίσματος, με πρόφαση ότι το Χρίσμα που έγινε από έγγαμους ιερείς στην Κωνσταντινούπολη ήταν άκυρο και την παρέμβασή του σε ζητήματα άλλων εκκλησιών. Επίσης, ο Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο (Ιούλιος-Αύγουστος 867) στην οποία κατεδίκασε τον πάπα Νικόλαο για αντικανονικές ενέργειες, για την αιρετική διδασκαλία του filioque και την εισαγωγή ρωμαϊκών εθίμων στη Βουλγαρία.
Έτσι, με τις εκατέρωθεν καταδίκες έχουμε πλέον διακοπή της κοινωνίας (α΄ σχίσμα) μεταξύ της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ Φωτίου και πάπα Νικολάου Α΄.
Αργότερα (Σεπτέμβριο 867) δολοφονείται ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ και στο θρόνο ανέβηκε ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών. Προκειμένου να ασκήσει απερίσπαστος την διακυβέρνηση του κράτους και δεδομένου ότι οι Ιγνατιανοί αποτελούσαν την πλειονότητα και ήταν προστατευόμενοι και σύμμαχοι του Πάπα, εκθρόνησε τον Φώτιο και αποκατέστησε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ιγνάτιο. Ο Φώτιος εξορίστηκε στην μονή της Σκέπης στον Βόσπορο και σε σύνοδο που συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 869-870 με τη συμμετοχή εκπροσώπων του πάπα, καταδικάστηκε και αναθεματίστηκε μαζί με τους οπαδούς του επισκόπους.
Στα τέλη του 876 ο Μ. Φώτιος ανακλήθηκε από την εξορία και του ανατέθηκε η ανατροφή των τεσσάρων υιών του Βασιλείου, ο οποίος σε όλο το διάστημα της εξορίας δεν έπαυσε να τον τιμά και να τον βοηθά.
Επακολούθησε η συμφιλίωση των δύο Πατριαρχών, Φωτίου και Ιγνατίου, αλλά ο θάνατος του Ιγνατίου, στις 23 Οκτωβρίου του 877 μ.Χ., επέτρεψε την αποκατάσταση του Μ. Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι το έτος 886 μ.Χ. κατά το οποίο εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Λέοντα ΣΤ' τον Σοφό και πέθανε εξόριστος στην Αρμενία στις 6 Φεβρουαρίου 893.
Με την άνοδο στο θρόνο το 877 ο Μ. Φώτιος ανήγγειλε την επάνοδό του στον πάπα Ιωάννη Η΄ και του ζήτησε να στείλει εκπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη για να συμμετάσχουν σε σύνοδο που θα αποκαθιστούσε την κοινωνία Ρώμης –Κωνσταντινου-πόλεως. Ο πάπας, ξεχνώντας τις αποφάσεις των προκατόχων του και την καταδίκη του Φωτίου στην σύνοδο του 869-870, με τις απαντητικές του επιστολές αναγνώρισε τον Φώτιο και έστειλε τους εκπροσώπους στη Σύνοδο που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη το 879-880.
Η ΣΥΝΟΔΟΣ 879-880.
Η Σύνοδος συνεκλήθη, όπως όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, από τον βυζαντινό αυτοκράτορα (Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα). Οι συνεδρίες της έλαβαν χώρα στο Ναό της Αγ. Σοφίας από τον Νοέμβριο του 879 μέχρι τον Μάρτιο του 880. Παρέστησαν όλοι οι πατριάρχες των Εκκλησιών της Ανατολής, οι τοποτηρητές του Πάπα και 360 αρχιερείς, προήδρευε δε ο ίδιος ο Φώτιος και οι παπικοί λεγάτοι. Η επάνοδος του Φωτίου επικυρώθηκε θριαμβευτικά και τα εγκώμια της συνόδου προς αυτόν υπήρξαν αποθεωτικά. Οι τοποτηρητές του Πάπα, μολονότι τα εγκώμια αυτά αναγόρευαν τον Φώτιο πνευματικό οδηγό όλης της Χριστιανοσύνης, συμφώνησαν κατά πάντα και υπερθεμάτισαν.
Ἡ Σύνοδος τοῦ 879-880 δέν ἔχει μέ ἐπίσημη πράξη καταταγεῖ στήν ἀρίθμηση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Από το σύντομο ιστορικό της Συνόδου προκύπτει ότι η Σύνοδος αυτή πληροί όλες τις εξωτερικές προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας μας. Παράλληλα με τις εξωτερικές προϋποθέσεις ιδιαίτερα σημαντική είναι και η θεολογική παραγωγή, οι αποφάσεις της Συνόδου. Εκτός από την αποκατάσταση του Μ. Φωτίου, «ασχολήθηκε με σοβαρά δογματικά και εκκλησιολογικά θέματα και οι αποφάσεις της συντονίζονται με την διδασκαλία των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας, δηλαδή είναι σύμφωνες με την όλη παράδοση της Εκκλησίας», όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος σε εισήγησή του στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος:
1. Αναγνώρισε τη Σύνοδο της Νίκαιας 787 ως την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καταδικάζοντας την εικονοκλαστική Συνόδο του Καρλομάγνου στη Φρανκφούρτη (794).
2. Κατεδίκασε τη διδασκαλία του filioque και απαγόρευσε την προσθήκη του στο Σύμβολο της Πίστεως απορρίπτοντας τη Σύνοδο του Καρλομάγνου στο Άαχεν (809) που επέβαλε την προσθήκη του filioque.
3. Επικύρωσε και με τη συμφωνία των παπικών αντιπροσώπων την αυτονομία και την ισοτιμία των θρόνων Ρώμης και Ν. Ρώμης, δηλ. να μην αναμειγνύεται η μία Εκκλησία στα εσωτερικά της άλλης: όσοι καταδικάζονταν από την Κωνσταντινούπολη να θεωρούνται καταδικασμένοι και από τη Ρώμη και το αντίστροφο. Ουσιαστικά η Σύνοδος απέκλεισε κάθε δυνατότητα της Ρώμης για επιβολή του πρωτείου εξουσίας-δικαιοδοσίας επί των άλλων Εκκλησιών, περιορίζοντάς το μόνο σε πρωτείο τιμής.
4. Αναγνώρισε το σεβασμό των κατά τόπους εθίμων που ακολουθούν οι Εκκλησίες (π.χ. αθρόον χειροτονία), όχι όμως τη διαφοροποίηση σε ζητήματα πίστεως.
Τελικά, αποδεικνύεται ότι «η Σύνοδος αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία έκθεση εκκλησιολογίας», γιατί όλα τα θέματα που συζητήθηκαν «έχουν ένα κοινό εκκλησιολογικό πλαίσιο, και οι αποφάσεις σχετικώς με τα θέματα αυτά προδίδουν σαφώς την συγκεκριμένη αυτή εκκλησιολογική συνείδηση, η οποία αποτελεί συνέχεια της συνειδήσεως των προηγουμένων Πατέρων της Εκκλησίας».
Επίσης, η Σύνοδος ήταν πράγματι «ενωτική σύνοδος καταλλαγής», διότι αποκατέστησε την εκκλησιαστική κοινωνία που είχε διακοπεί μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Αξίζει όμως να επισημάνουμε ότι η αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών δεν πραγματοποιήθηκε με αμφίσημες δηλώσεις διπλωματικής μορφής, αλλά πάνω σε ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη συμφωνία πίστεως σε όλα τα σοβαρά θεολογικά και κανονικά ζητήματα που απασχολούσαν τότε την Εκκλησία.
Παράλληλα όμως η Σύνοδος είναι και αντιπαπική, παρά το γεγονός ότι συνέπραξαν σε αυτή και οι εκπρόσωποι του Ρώμης, με την έννοια ότι προσβάλλει τα δύο πολύ σοβαρά ζητήματα πίστεως στα οποία θεμελιώθηκε η παποσύνη κατά τη β΄χιλιετία όταν αποσπάστηκε και αυτονομήθηκε από την Εκκλησία του Χριστού: το filioque και το πρωτείο εξουσίας! Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ η Ρώμη, αρχικά, την αναγνώρισε, στη συνέχεια την απέρριψε και αναγνωρίζει ως 8η Οικουμενική την εναντίον του Φωτίου Σύνοδο του 869-870!
Δυστυχώς όμως και η λεγομένη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης, παρά τις πολλές φωνές που το ζήτησαν (πχ. το Πατριαρχείο της Σερβίας) δεν προέβη σε επίσημη αναγνώρισή της ως Οικουμενικής, αλλά τη χαρακτήρισε ως «καθολικοῦ κύρους Μεγάλη Σύνοδο», διά της οποίας «ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Κάτι είναι και αυτό…
Τέλος, η σπουδαιότητα τῆς «καθολικοῦ κύρους Μεγάλης αυτής Συνόδου», εἶναι ἐμφανής, διότι προσδιορίζει τήν «ἐκκλησιαστική ταυτότητα» τῆς σημερινῆς ὑπό τόν πάπα τῆς Ρώμης ἐκκλησιαστικῆς Κοινότητας έχοντας αποφανθεί για δύο καθοριστικά σημεία: το filioque και το παπικό πρωτείο.
1. FILIOQUE
Ας δούμε πολύ συνοπτικά τι αποφάσισε η Σύνοδος για το filioque:
Η συζήτηση για το σοβαρό αυτό ζήτημα έγινε κατά την έκτη συνεδρία οπότε και καταδικάστηκε η κακοδοξία. Η Σύνοδος αποφάσισε να απορρίψει το filioque, δηλαδή την εισαγωγή στο Σύμβολο της Πίστεως της αιρετικής διδασκαλίας περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, πράγμα το οποίο εισήγαγαν οι Φράγκοι και στην Βουλγαρία. Ο διάκονος και πρωτονοτάριος Πέτρος, κατ’ εντολή του Μ. Φωτίου, ανέγνωσε τον σχετικό όρο, που αναφέρεται στην διατήρηση του Συμβόλου της Πίστεως της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς την προσθήκη του filioque και την οριστική καθαίρεση των ιερωμένων που προσθέτουν και αφαιρούν στο Σύμβολο της πίστεως ρήματα νόθα, όπως και το ανάθεμα στους λαϊκούς που κάνουν αυτό το έργο. Συγκεκριμένα μετά τα εισαγωγικά ο όρος της Οικουμενικής αυτής Συνόδου αναφερόμενος στο έργο των επτά Οικουμενικών Συνόδων διαλαμβάνει :
«Αποβαλλόμεθα μεν ους εξεκκλησίασαν, στέργομεν δε και αποδοχής αξίους έχομεν, ους οία δη ομοδόξους ή και της ευσεβείας καθηγητάς τιμήν και σέβας όσιον οφειλομένους απέφηναν. Ούτω περί τούτων φρονούντές τε και ανακηρύττοντες, τον άνωθεν εκ Πατέρων μέχρις ημών κατεληλυθότα της ακραιφνεστάτης των Χριστιανών πίστεως όρον και διανοία και γλώσση στέργομέν τε και πάσι διαπρυσίω τη φωνή περιαγγέλλομεν, ουδέν αφαιρούντες, ουδέν προστιθέντες, ουδέν αμείβοντες, ουδέν κιβδηλεύοντες. Η μεν γαρ αφαίρεσις και η πρόσθεσις, μηδεμιάς υπό του πονηρού τεχνασμάτων ανακινουμένης αιρέσεως, κατάγνωσιν εισάγει των ακαταγνώστων και ύβριν των Πατέρων αναπολόγητον· το δε κιβδήλοις αμείλειν ρήμασιν όρους Πατέρων πολύ του προτέρου χαλεπώτερον. διο τον εξ αρχής της πίστεως όρον πόθω θείω και διανοίας ευθύτητι η αγία και οικουμενική αύτη Σύνοδος ενστερνιζομένη τε και θειάζουσα, και το της σωτηρίας στερέωμα εν αυτώ θεμελιούσά τε και ανεγείρουσα, ούτω φρονεί και κηρύσσειν πάσιν εκβοά». Στην συνέχεια διαβάστηκε το Σύμβολο της Πίστεως, χωρίς την προσθήκη της φράσεως «και εκ του Υιού εκπορευόμενον». Και αμέσως μετά ο όρος διαλαμβάνει:
«Ούτω φρονούμεν· εν ταύτη τη ομολογία της πίστεως εβαπτίσθημεν· δι’ αυτής πάσαν αίρεσιν θραυομένην τε και καταλυομένην ο της αληθείας λόγος απέδειξε. τους ούτω φρονούντας αδελφούς και Πατέρας και συγκλήρους της άνω πολιτείας επιγραφόμεθα. ει δε τις ετέραν έκθεσιν παρά τούτο δη το ιερόν σύμβολον, το άνωθεν εκ των μακαρίων και ιερών Πατέρων ημών μέχρις ημών διαφοιτήσαν, τολμήσειεν αναγράψασθαι και όρον πίστεως ονομάσαι, συλήσαί τε το αξίωμα της των θεσπεσίων εκείνων ανδρών ομολογίας και ταις ιδίαις ευρεσιολογίαις τούτο περιάψαι, κοινόν τε μάθημα τούτο προθείναι πιστοίς ή και τοις εξ αιρέσεώς τινος επιστρέφουσι, και ρήμασι νόθοις ή προσθήκαις ή αφαιρέσεσι την αρχαιότητα του ιερού τούτου και σεβασμίου όρου κατακιβδηλεύσαι αποθρασυνθείη, κατά την ήδη προ ημών εκφωνηθείσαν ψήφον υπό των αγίων και οικουμενικών Συνόδων, ει μεν των ιερωμένων είη τις, παντελεί καθαιρέσει τούτον καθυποβάλλομεν, ει δε των λαϊκών, τω αναθέματι παραπέμπομεν».
Η αναφορά στους λαϊκούς παραπέμπει στον Καρλομάγνο που εισήγαγε το filioque και στους Κληρικούς - Επισκόπους της δικαιοδοσίας του Καρλομάγνου που εισήγαγαν το Σύμβολο της πίστεως με το filioque στην λατρεία, και το οποίο διέδωσαν και στην Βουλγαρία.
Μετά την ανάγνωση αυτού του όρου όλος «ο παρών ιερός σύλλογος εξεβόησε· Πάντες ούτω φρονούμεν, ούτω πιστεύομεν, εν ταύτη τη ομολογία εβαπτίσθημέν τε και του ιερατικού βαθμού ηξιώμεθα. τους ετέρως δε παρά ταύτα φρονούντας ως εχθρούς Θεού και της αληθείας ηγούμεθα. ει τις παρά τούτο το ιερόν σύμβολον τολμήσειε έτερον αναγράψαι ή προσθείναι ή αφελείν, και όρον ονομάσαι αποθρασυνθείη, κατάκριτος και πάσης χριστιανικής ομολογίας απόβλητος. το γαρ αφαιλείν ή προστιθέναι, ατελή την αγίαν και ομοούσιον και αδιαίρετον Τριάδα μέχρι της σήμερον ανέκαθεν κατιούσαν ομολόγησιν δείκνυσι και της αποστολικής παραδόσεως και της των Πατέρων διδασκαλίας καταγινώσκει. ει τις τοίνυν εις τούτο απονοίας ελάσας τολμήσειεν, ως ανωτέρω λέλεκται, έτερον εκθέσθαι σύμβολον και όρον ονομάσαι, ή προσθήκην ή υφαίρεσιν εν τω παραδεδομένω ημίν παρά της αγίας και οικουμενικής εν Νικαία το πρώτον μεγάλης Συνόδου ποιήσαν, ανάθεμα έστω».
Φυσικά, εδώ πρέπει να σημειωθή ότι την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως την εισήγαγε ο Καρλομάγνος στην Σύνοδο του Άαχεν το 809, την επέβαλε στους επισκόπους της επικρατείας του, αλλά τότε αντέδρασε ο πάπας Ρώμης. Αργότερα όμως το 1009, όταν έγινε Πάπας Ρώμης ο Σέργιος ο Δ΄ που ήταν φραγκόφιλος εισήγαγε το filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, και τότε διεγράφη από τα δίπτυχα και έτσι έχουμε το οριστικό σχίσμα, δηλαδή την απόσχιση της Εκκλησίας της Ρώμης, των φραγκολατίνων, από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Από την πιο πάνω δογματική απόφαση της «καθολικού κύρους Μεγάλης Συνόδου» (κατά τη Σύνοδο της Κρήτης) προκύπτει ότι όσοι κληρικοί ή λαϊκοί αλλοιώνουν το Σύμβολο της Πίστεως προσθέτοντας το filioque έχουν καταδικαστεί και αναθεματιστεί ή για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της Συνόδου «ως εχθρούς Θεού και της αληθείας ηγούμεθα. … κατάκριτος και πάσης χριστιανικής ομολογίας απόβλητος». Συνεπώς, και ο σημερινός πάπας και οι προκάτοχοί του και όσοι τον ακολουθούν στην αιρετική προσθήκη του filioque, σύμφωνα με την «καθολικού κύρους Μεγάλη Σύνοδο» του 879-880, είναι «κατάκριτος και πάσης χριστιανικής ομολογίας απόβλητος»! Όσοι Ορθόδοξοι, λοιπόν, ισχυρίζονται ότι δεν έχουμε συνοδική καταδίκη των πλανών του παπισμού και όσων φρονούν τις παπικές πλάνες ψεύδονται. Η αρχαία Εκκλησία συνοδικά και στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο και στην Η΄ Οικουμενική καταδίκασε το filioque και όσους το αποδέχονται, προσθέτοντάς το στο Σύμβολo της Πίστεως.
2. ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ
Ας σταθούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά στο άλλο κρίσιμο ζήτημα που αντιμετώπισε η Σύνοδος του 879-880: Το παπικό πρωτείο. Τι σημαίνει πάπας και τι το πρωτείο του; Τι θέση κατείχε ο πάπας στην αρχαία Εκκλησία; Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται το παπικό πρωτείο; Γιατί το πρωτείο του πάπα είναι εμπόδιο στην ένωση των Εκκλησιών;
Στίς κανονικές διατάξεις τῆς α΄ χιλιετίας δέ συναντᾶται ὁ ὅρος «πρωτεῖο», ἀλλά μόνο «πρεσβεῖα» ἤ «πρεσβεῖα τιμῆς». Συνδέονταν με την ιδιαίτερη τιμή που αποδιδόταν σε ορισμένες Εκκλησίες λόγω του σημαντικού κύρους πού είχαν στις διεκκλησιαστικές σχέσεις με απώτερο στόχο τη διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως και της εκκλησιαστικής ενότητας μέσω του συνοδικού συστήματος. Η τιμή αυτή προς μία Εκκλησία εκδηλωνόταν ως τιμητική διάκριση προς τον επίσκοπό της.
Προσεγγίζοντας ἱστορικά τήν ἐξέλιξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως ἀπό τήν ἁπλή Ἐπισκοπή, στή Μητρόπολη, τήν Ἐξαρχία καί τό Πατριαρχεῖο (Πενταρχία) γίνεται σαφές ὅτι ἡ ἀνάδειξη κάποιων Ἐπισκόπων ὡς ἐχόντων τά «πρεσβεῖα» ἔναντι ἄλλων ὁμοταγῶν τους, δέν θεμελιώνεται σέ κάποιους θεολογικούς ἤ ἐκκλησιολογικούς λόγους, ἀλλά μόνο σέ ἐκκλησιαστικούς.
Τά «πρεσβεῖα τιμῆς» ἐξαρτῶνται, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀπολύτως δεσμευτικό :
1. Πρωτίστως ἀπό τό γενικότερο ἐκκλησιαστικό κύρος μίας Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο συναρτᾶται μέ τήν πιστότητα στήν ἀποστολική παράδοση, τήν ἱεραποστολική δραστηριότης τῆς «μητέρας-ἐκκλησίας», τή βοήθεια καί συμπαράσταση στίς χειμαζόμενες καί ἐμπερίστατες Ἐκκλησίες καί γενικότερα ἀπό τόν ἀκμαιότερο ἐκκλησιαστικό βίο της. Ἀσφαλῶς ἡ ἀποστολική προέλευση μίας Ἐκκλησίας, ἡ ἀποστολή σέ αὐτή ἀποστολικῆς ἐπιστολῆς καί πολύ περισσότερο ἡ διάσωση τοῦ τόπου τοῦ μαρτυρίου ἑνός Ἀποστόλου συνηγοροῦν ἰδιαίτερα στήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους μίας τοπικῆς Ἐκκλησίας ἔναντι ἄλλων.
2. Βαρύνουσας σημασίας, πού οὐσιαστικά τελεῖ σέ συνάρτηση μέ τόν προηγούμενο λόγο, εἶναι τό κριτήριο τῆς σπουδαιότητος τήν ὁποία εἶχε ἡ πόλις καί ἡ θέση της στήν πολιτική καί διοικητική διάρθρωση τῆς Αὐτοκρατορίας. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ Ἐκκλησίες πού μνημονεύονται ὀνομαστικά τιμώμενες μέ «πρεσβεῖα τιμῆς» μέ τόν Α-6 εἶναι ἡ Ρώμη, ἡ Ἀλεξάνδρεια καί ἡ Ἀντιόχεια, οἱ τρεῖς μεγαλύτερες καί σπουδαιότερες πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας.
Εἶναι προφανές λοιπόν ὅτι «ἡ ἀρχή τῆς ἀποστολικότητος δέν ἀπέκτησε στήν Ἀνατολή τήν σπουδαιότητα, ἡ ὁποία τῆς εἶχε ἀποδοθεῖ στή Δύση. Στήν Ἀνατολή τό κριτήριο τοῦ πραγματικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους τῶν θρόνων, χωρίς νά ἀποκλείει τήν ἐξαιρετική σημασία τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποστολικότητας, προσδιόριζε τόσο τό περιεχόμενο τῶν κανονικῶν διεκδικήσεων ὅσο καί τήν ἀκτινοβολία τῶν θρόνων». Ἄλλωστε στήν Ἀνατολή, σέ ἀντίθεση μέ τή Δύση, γιά τήν ἀποστολική προέλευσή τους σεμνύνονταν πολλές Ἐκκλησίες καί ἀρκετές ἐτιμήθηκαν μέ ἀποστολικές ἐπιστολές. Στή Δύση ὅμως, μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἔτσι, ὡς «ἀποστολικές καθέδρες» ἤ «ἀποστολικοί θρόνοι» ἀναφέρονται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί οἱ Ἐκκλησίες τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς Ἀνατολικῆς Διοικήσεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων. Ἐπίσης «θρόνος ὁ τοῦ Ἁγίου Πέτρου» χαρακτηρίζεται καί «ὁ θρόνος τῆς τῶν Ἀντιοχέων μεγαλοπόλεως».
Τό κριτήριο τῆς ἀποστολικότητος ἐπέδρασε στήν ἀπόδοση τιμῆς σύμφωνα μέ τόν Α-7 μόνο στήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλά καί ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ ἱεραρχήθηκε μετά τούς τέσσερεις ἄλλους θρόνους, πέμπτη στήν τάξη τῶν Πατριαρχῶν (Στ-36). Ἡ ἀποστολικότης λοιπόν μίας τοπικῆς ἐκκλησίας ἔπρεπε νά συνδέεται μέ τήν πραγματική ἀκμή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Γι’ αὐτό καί μεταξύ δύο ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν προετιμᾶτο ἡ ἔχουσα ἀκμάζοντα ἐκκλησιαστικό βίο.
ΤΑ «ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΙΜΗΣ» ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Πολύ συνοπτικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι λόγῳ ἠθικῶν, ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτικῶν προϋποθέσεων ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπέκτησε πολύ νωρίς μεγάλη αἴγλη καί ἠθικό κύρος σέ ὁλόκληρο τό χριστιανικό κόσμο. Βέβαια στήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης δέν εἶχε βαρύνουσα σημασία ἡ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς αἴγλη της, διότι ἀρχικά ἡ πολιτική ἐξουσία κάθε ἄλλο παρά χριστιανική ἦταν, καί ἀργότερα, διότι ἡ πρωτεύουσα μεταφέρ-θηκε στή Νέα Ρώμη. Τό σημεῖο ὅμως στό ὁποῖο οἱ προϋποθέσεις τῆς αἴγλης της δέν κινδύνευαν, ἀλλά ἀντιθέτως μποροῦσε νά καυχιέται γιά τή μοναδικότητά της στή Δύση, ἦταν ἡ ἀποστολική της προέλευση, μέ πατερικές μαρτυρίες πού ἀνάγονται στίς ἀρχές τοῦ β΄ αἰ. γιά τήν ἐκεῖ παρουσία καί τό κήρυγμα τοῦ Ἀπ. Πέτρου.
Δέν εἶναι λοιπόν παράξενο πού ὄχι μόνο μεμονωμένες Πατερικές φράσεις δείχνουν τό μεγαλεῖο της, ἀλλά ἀκόμα καί στά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων συχνά ἀπονέμεται ἡ τιμή στήν «ἀποστολική καθέδρα», στόν «ἀποστολικό θρόνο» «τοῦ ἁγίου καί κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου» στήν Ἐκκλησία τῆς «μεγίστης Ρώμης» καί στόν ἐπίσκοπό της πού κάθεται ἐπί τῆς «Πέτρου καθέδρας».
Έτσι, λόγω της τιμής, την οποία απέδιδαν οι άλλες Εκκλησίες στη Ρώμη και συνακόλουθα στον επίσκοπό της, σιγά-σιγά άρχισε να αναπτύσεται στη ρωμαϊκή εκκλησιαστική συνείδηση μια αίσθηση υπεροχής έναντι των άλλων Εκκλησιών, και σε ορισμένες περιπτώσεις οι επίσκοποι-πάπες ήθελαν να μετατρέψουν τα πρεσβεία τιμής που αποδίδονταν στην Εκκλησία της Ρώμης σε πρωτείο δικαιοδοσίας-εξουσίας, επιβάλλοντας την άποψή τους σε άλλες τοπικές Εκκλησίες.
Στις παπικές αυτές διεκδικήσεις αντιδρούσαν ακόμα και οι λατινόφωνες Εκκλησίες της Δύσεως (Μεδιολάνων, Ακυιλίας και Καρθαγένης), αλλά πολύ σύντομα η Ρώμη τις υπέταξε εκκλησιαστικά με αποτέλεσμα οι Εκκλησίες αυτές να χάσουν την αυτονομία τους και να παραμείνει ολόκληρη η λατινόφωνος Εκκλησία της Δύσεως υπό την κανονική δικαιοδοσία του πάπα, ως μοναδικού Πατριάρχου της Δύσεως
Δεν συνέβη όμως το ίδιο στην Ανατολή. Στην Ανατολή δεν είχαμε, ούτε έχουμε ενιαία εκκλησιαστική δικαιοδοσία, αλλά υπήρξαν απ’ αρχής αυτόνομες διοικητικά τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες δεν αναφέρονταν σε ένα και μοναδικό εκκλησιαστικό κέντρο. Η ενότητα των Εκκλησιών της Ανατολής δεν πραγματωνόταν υπό μία διοίκηση, αλλά στην μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών κοινωνία, πρωτίστως ευχαριστιακή, και στην εν Συνόδω (τοπική και ιδιαίτερα εν Οικουμενική) διακήρυξη της μιας πίστεως. Μάλιστα μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην οποία καθιερώθηκε ο θεσμός των Πατριαρχείων, η Εκκλησία του Χριστού στην Ανατολή εκφραζόταν μέσα από τους τέσσερις πατριαρχικούς θρόνους (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα), οι οποίοι ήσαν αυτόνομοι (αυτοδιοίκητοι) χωρίς να επιτρέπεται επέμβαση του ενός θρόνου στα εσωτερικά του άλλου. Οι τέσσερις πατριάρχες της Ανατολής και ο πατριάρχης της Δύσης (ο πάπας) συγκροτούσαν το θεσμό της Πενταρχίας των ομοταγών και ισοτίμων Πατριαρχών. Ασφαλώς κατά την τάξη πρώτος στους πέντε Πατριάρχες ήταν ο Ρώμης, ακολουθούσε ο Ν. Ρώμης, μετά ο Αλεξανδρείας, στη συνέχεια ο Αντιοχείας και τέλος ο Ιεροσολύμων. Ο επίσκοπος Ρώμης ήταν primus inter pares, δηλ. πρώτος μεταξύ ίσων. Δηλ. ο πάπας της Ρώμης απολάμβανε στην αρχαία Εκκλησία, τότε που ήταν Ορθόδοξος, ασφαλώς όχι τώρα που είναι αιρετικός (!) ιδιαίτερης τιμής όχι όμως δικαιοδοσίας-εξουσίας πέραν του Πατριαρχείου της Δύσεως (πχ πρόσκληση Βιγιλίου στην Ε΄ Οικουμενική).
Η Ρώμη όμως ορισμένες φορές επεδίωξε να επιβληθεί στην Ανατολή, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα που διασπούσαν την εκκλησιαστική ενότητα είτε από τις αιρέσεις είτε από άλλες αντικανονικές εκτροπές (π.χ. περίπτωση Ι. Χρυσοστόμου). Η αντίδραση των Εκκλησιών της Ανατολής στις παπικές διεκδικήσεις δεν ήταν ενιαία και σταθερή. Όταν οι παπικές διεκδικήσεις περιορίζονταν σε μεγαλόστομες δηλώσεις χωρίς να υπάρχει κάποια επίπτωση στην Εκκλησία, όπως κατά τη διάρκεια των εργασιών των Οικουμ. Συνόδων, οι ανατολικοί τις προσπερνούσαν χωρίς να δίνουν και πολλή σημασία, για να μην δημιουργούν ένταση και κλονίζουν την εκκλησιαστική ενότητα και κοινωνία.
Τα πράγματα όμως αντιμετωπίζονταν από την Ανατολή πολύ διαφορετικά όταν οι πάπες ήθελαν και προσπαθούσαν με συγκεκριμένες ενέργειές τους να επιβάλλουν πρωτείο διακαιοδοσίας-εξουσίας σε όλη την Εκκλησία. Τότε η Εκκλησία της Ανατολής, διαβλέποντας ότι προσβάλλεται ο συνοδικός θεσμός, δηλ. ο πυρήνας του εκκλησιαστικού πολιτεύματος αντιδρούσε και μάλιστα πολύ έντονα. Αυτό είδαμε και στην περίπτωση του Μ. Φωτίου.
Ας προσέξουμε ότι η περιφρόνηση του συνοδικού πολιτεύματος έχει άμεση επίπτωση στη εκκλησιολογία (δογματική διδασκαλία περί Εκκλησίας) και οδηγεί σε αιρετική απόκλιση από την ορθή πίστη. Έτσι, η αντίδραση των Ορθοδόξων κατά του παπικού πρωτείου εξουσίας δεν οφείλεται σε «παιχνίδια εξουσίας» (ποιος θα έχει το πάνω χέρι) αλλά στη διάσωση της αληθούς περί Εκκλησίας διδασκαλίας. Αυτό θα γίνει πιο σαφές πιο κάτω όταν δούμε στη β΄χιλιετία το παπικό πρωτείο να έχει αναπτυχθεί πλήρως . τότε θα καταλάβουμε τι φοβερή αλλοίωση έχουμε στην πίστη και δεν πρόκειται για διαφορετική προσέγγιση στη διοίκηση της Εκκλησίας.
Όσο η Ρώμη ήταν ενωμένη με την Εκκλησία του Χριστού, οι υπερφύαλες αξιώσεις της συναντούσαν την αντίσταση των τοπικών Εκκλησιών-Πατριαρχείων της Ανατολής και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν.
Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την τμηματική αποξένωση της Ρώμης από την Ανατολή ( από την εικονομαχία) με αποκορύφωση το μεγάλο Σχίσμα του 1054 μΧ και τις σταυροφορίες. Η Ρώμη αυτονομημένη πλέον χωρίς να υπολογίζει τις αντιρρήσεις της Ανατολής, χωρίς να έχει τους περιορισμούς από τη συνύπαρξη με τα άλλα πατριαρχεία, προχωρά στο δικό της δρόμο για να πραγματώσει την ηγεμονική κυριαρχία της επί των τοπικών Εκκλησιών, και εφ’ όλης της Εκκλησίας καταλύοντας ουσιαστικά το συνοδικό θεσμό.
Έτσι αναπτύσσεται σιγά-σιγά στη Δύση μία άλλη μοναρχικού τύπου εκκλησιολογία, ξένη προς την πατερική της αρχαίας Εκκλησία, η οποία τόνιζε την πληρότητα της τοπικής Εκκλησίας. Κεντρικό και ουσιαστικό στοιχείο της νέας περί Εκκλησίας διδασκαλίας είναι ο πάπας. Στη Ρώμη της β΄ χιλιετίας η πατερική και συνοδική διδασκαλία αξιοποιείται υπό το πρίσμα της θεμελιώσεως των παπικών δογμάτων που θα δώσουν το θεολογικό έρεισμα στην παπική μοναρχική εξουσία. Επειδή όμως αυτό δεν είναι αρκετό συντάσσονται και αξιοποιούνται ακόμα και πλαστογραφίες, οι περίφημες ψευδο-Κωνσταντίνειος Δωρεά, τα ψευδο-Συμμάχεια και οι ψευδο-Ισιδώρειες Διατάξεις!
Στις επιδιώξεις του αυτές ο παπισμός συνάντησε σθεναρή αντίσταση ακόμα και μέσα στην Δυτική εκκλησία. Η παπική μοναρχία ήρθε αντιμέτωπη με το μεγάλο κίνημα του «συνοδισμού» (conciliarismus) (14ος-19ος αι.), το οποίο προέβαλε την υπεροχή του συνοδικού συστήματος έναντι του πάπα με τις κρίσιμες Συνόδους Πίζας (1409), Κωνσταντίας (1414-1418), Βασιλείας (1431-1449), Πίζας (1511) και τις διάφορες μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε (Ιανσενισμός, Γαλικανισμός («συνθήκη του Bourges», 1438), γερμανικός επισκοπαλισμός (Κονκορδάτο Βιέννης, 1448) κοκ) μέχρι την εξουδετέρωσή του στην Α΄Βατικανή (1870).
Παρακαλώ θυμηθείτε ότι η περιφρόνηση του συνοδικού πολιτεύματος έχει άμεση επίπτωση στη εκκλησιολογία και οδηγεί σε αιρετική απόκλιση από την ορθή πίστη.
Ας δούμε, λοιπόν, τι θέση έχει ο πάπας στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία:
Η Εκκλησία της Ρώμης δεν έχει απλώς το τιμητικό προβάδισμα στην κοινωνία των αδελφών Εκκλησιών, αλλά «είναι η μητέρα όλων των Εκκλησιών», ο άξονας, η πηγή και η αρχή, η κορυφή και το θεμέλιο» (131), αφού «οι άλλες Εκκλησίες δέχονται από την Εκκλησία της Ρώμης την πληρότητα της ζωής» (139).
Οι άλλοι πατριάρχες λαμβάνουν την εξουσία τους από τον πάπα, διότι «η πληρότητα της εξουσίας» (plenitude potestatis) υπάρχει μόνο στον πάπα, ο οποίος παραχωρεί μέρος της στους λοιπούς πατριάρχες για να την ασκούν εκ μέρους του! «Στην επισκοπική χειροτονία μόνο η εξουσία του χειροτονημένου προέρχεται απ’ ευθείας από τον Θεό, ενώ τη δικαιοδοσία τη χορηγεί ο πάπας … ο πάπας είναι αυτός που ονομάζει τους επισκόπους» (150).
Επίσης, ο πάπας δεν είναι απλώς ο επίσκοπος Ρώμης, ο διάδοχος του Απ. Πέτρου, αλλά είναι «Κεφαλή της Εκκλησίας, από την οποία λαμβάνονται όλες οι σημαντικές αποφάσεις, η κεφαλή που συντονίζει όλες τις ζωτικές λειτουργίες» (121). «Από τη Ρώμη, την κεφαλή εξαρτάται η υγεία ολοκλήρου του σώματος της Εκκλησίας» (121), είναι ο «εκφραστής και ο αυθεντικός εγγυητής της παράδοσης» (121). «Ο πάπας είναι και μένει πάντα υπέρτατος επίσκοπος και πριμάτος της Εκκλησίας» (συνέδριο Ems, 1787) (206)
Με τις σταυροφορίες και τη συγκρότηση λατινικών πατριαρχείων και αργότερα της Ουνίας στον Ορθόδοξο χώρο επεκτείνεται και στην ανατολή η παπική δικαιοδοσία-εξουσία και έτσι «οι πάπες δεν εμφανίζονται απλώς ως κεφαλή της (Ρ/Καθολικής) Εκκλησίας, αλλά όλης της Χριστιανοσύνης» (122)
Ο πάπας δεν εκπροσωπεί απλώς τον Απ. Πέτρο αλλά «ο πάπας είναι ενωμένος με τον Πέτρο, ο οποίος ενεργεί, σκέπτεται και ομιλεί μέσω αυτού. Ο πάπας είναι ο Πέτρος παρών στη γη. … η υπακοή σ’ αυτόν καθίσταται πεμπτουσία της εκκλησιαστικής κοινότητας» (135). Αφού λοιπόν υπάρχει μια τέτοια «μυστική» κοινωνία Πέτρου και πάπα δεν είναι παράξενη η φράση στο Dictatus Papae του Γρηγορίου Ζ΄ (1075) (βλ. 263-264) ότι ο κάθε πάπας «γίνεται αναμφίβολα άγιος από τις αξιομισθίες του αγίου Πέτρου» (134)!
Αλλά ο πάπας δεν παραμένει στο επίπεδο της κοινωνίας με τον Πέτρο. Για τον Ιννοκέντιο Γ΄ (1198-1216) ο πάπας δεν είναι μόνο «βικάριος (τοποτηρητής) του Πέτρου» αλλά αναβαθμίζεται και σε «Βικάριο του Χριστού» (139).
Η συνέπειες των παπικών αυτών αντιλήψεων είναι προφανείς: Κατά τον Αιγίδιο Romanus (+1306) και τον Αυγουστίνο Trionfo (+1328) ο πάπας είναι η Εκκλησία και η Εκκλησία είναι «το σώμα του πάπα» (142), ενώ «η σύνοδος λαβαίνει την εξουσία της από τον πάπα, ανεξάρτητα από τον οποίο δεν μπορεί να ενεργήσει ούτε και σε εξαιρετικές περιπτώσεις» (154)
Με αυτή την εκκλησιολογική προσέγγιση δεν αποτελεί έκπληξη «το φαινόμενο της ευλάβειας στον πάπα. Είναι μια ευλάβεια που εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους αφοσίωσης και κορυφώνεται πρακτικά στην ταύτιση του επισκόπου Ρώμης με τον Ιησού Χριστό. Στην έναρξη της Α΄ Βατικανής ο βοηθός επίσκοπος Γενεύης Mermillod μίλησε για «τριπλή ενσάρκωση του Υιού του Θεού στα σπλάχνα της Παρθένου, στην αγία Ευχαριστία και στο γέροντα του Βατικανού» … Από την ιδέα της Ρώμης που παρέπεμπε περισσότερο στο θεσμό της παποσύνης και στην παράδοση περάσαμε στην «ευλάβεια στο πρόσωπο του πάπα» (223)
Παρακαλώ προσέξτε: Μέχρι την Α΄ Βατικανή το παπικό πρωτείο ήταν μία απλή διεκδίκηση της Ρώμης. Κάποιες φορές πιο έντονη, κάποτε υποτονική, άλλοτε έντονα επιθετική, αναλόγως των εκκλησιαστικών, ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών. Περιοριζόταν ως διεκδίκηση στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής (διοίκησης της Εκκλησίας). Ακόμα και στις μετά το σχίσμα παπικές Οικουμενικές Συνόδους το πρωτείο ποτέ δεν τέθηκε ως ζήτημα πίστεως, αλλά κυρίως ως ζήτημα εκκλησιαστικής-κανονικής τάξεως.
Αυτά μέχρι τις 18.7.1870.
Την ημέρα αυτή η Α΄ Βατικανή (20η Οικουμενική, κατά τους παπικούς) ψηφίζει τη δογματική διάταξη-απόφαση «Pastor aeternus», σύμφωνα με την οποία το παπικό πρωτείο και το αλάθητο παύει να είναι εκκλησιαστική διεκδίκηση και μετατρέπεται σε εκκλησιολογία, σε θεμελιώδες ζήτημα πίστεως, που αφορά στον πυρήνα της εκκλησιολογίας και τη σωτηρία. Σύμφωνα με την “Οικουμενική” Α΄ Βατικανή όποιος δεν αποδέχεται το πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο του πάπα είναι αναθεματισμένος!
Α΄ Σύνοδος Βατικανού, Constitutio dogmatica prima de ecclesia Christi «Pastor aeternus» (18 Ιουλίου 1870)
Caput I. De apostolici primatus in beato Petro institutione
(Περί αποστολικής θεμοθέτησης του πρωτείου στον μακάριο Πέτρο)
Εάν κάποιος λοιπόν πει, ότι ο μακάριος απόστολος Πέτρος δεν ορίστηκε από τον Κύριο Χριστό ως πρώτος όλων των αποστόλων και ορατή κεφαλή ολοκλήρου της Εκκλησίας, είτε, πάλι (κάποιος πει) γι’ αυτόν (τον Πέτρο), που είναι τόσο τιμημένος, ότι δεν έχει λάβει το πρωτείο στη γνήσια και μόνιμη δικαιοδοσία του από τον ίδιο τον Kύριό μας Ιησού Χριστό άμεσα και έμμεσα, ανάθεμα.
Caput II. De perpetuitate primatus beati Petri in Romanis pontificibus.
(Περί της αδιαλείπτου παρουσίας του πρωτείου του μακαρίου Πέτρου στους Ρωμαίους ποντίφηκες).
Εάν κάποιος επομένως πει, ότι δεν είναι θεσμοθετημένο από τον ίδιο τον Κύριο Χριστό, θείω δικαίω, ώστε ο μακάριος Πέτρος να έχει αδιάλειπτους διαδόχους ως προς το πρωτείο σε ολόκληρη την Εκκλησία, είτε ότι ο Ρωμαίος ποντίφηκας δεν είναι διάδοχος του μακαρίου Πέτρου ως προς το ίδιο το πρωτείο, ανάθεμα έστω.
Caput III. De vi et ratione primatus Romani Pontificis
Επειδή το θείο δίκαιο του αποστολικού πρωτείου θέτει τo Ρωμαίο ποντίφικα στην κορυφή της Eκκλησίας, διδάσκουμε και κηρύττουμε ακόμη ότι είναι υπέρτατος δικαστής των πιστών και ότι και ότι για όλα τα θέματα που άπτονται της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας επιτρέπεται να γίνει προσφυγή στην κρίση του. Η κρίση της Αποστολικής Έδρα, από την οποία καμία εξουσία δεν είναι ανώτερη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό ουδενός. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τις αποφάσεις της. Γι’ αυτό, όσοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να γίνει έκκληση κατά των κρίσεών της στην οικουμενική σύνοδο ως σε ανώτερη από τον πάπα εξουσία παρεκκλίνουν από την οδό της αλήθειας.
Εάν λοιπόν κάποιος ισχυρίζεται ότι η εξουσία του Ρωμαίου ποντίφικα περιορίζεται στον έλεγχο και στη διοίκηση και ότι δεν είναι πλήρης και υπέρτατη εφ’ όλης της Εκκλησίας, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στην πίστη και στα ήθη, αλλά και στην τάξη και στη διακυβέρνηση ολόκληρης της Εκκλησίας, ή ακόμη ότι έχει το πιο σημαντικό μέρος, όχι όμως και στην πληρότητα της υπέρτατης αυτής εξουσίας, ή ότι η εξουσία του δεν είναι τακτική (δηλαδή όχι εκχωρούμενη αλλά ex officio) εφ’ όλων των κληρικών και των πιστών, ανάθεμα έστω.
Caput IV. De Romani pontificis infallibili magisterio
Ο Ρωμαίος ποντίφικας, όταν ομιλεί ex cathedra, όταν δηλαδή εκπληρώνοντας την αποστολή ποιμένα και διδασκάλου όλων των χριστιανών, ορίζει, επικαλούμενος την υπέρτατη αποστολική εξουσία του, ότι μια αλήθεια περί πίστεως ή περί ηθών οφείλει να γίνει δεκτή από όλη την Εκκλησία, χαίρει, με τη συμπαράσταση που ο Θεός του υποσχέθηκε στο πρόσωπο του Αγίου Πέτρου, του αλάθητου, με το οποίο ο θείος Λυτρωτής προίκισε την Εκκλησία του, όταν ορίζει τις επί πίστεως και των ηθών αλήθειες. Κατά συνέπεια, οι ορισμοί αυτοί του Ρωμαίου ποντίφικα είναι αλάθητοι αφ’ εαυτών και όχι από τη συγκατάθεση της Εκκλησίας.
Εάν κάποιος, είθε ο Θεός να αποτρέψει κάτι τέτοιο, από προκατάληψη διανοηθεί να αντισταθεί σε αυτή τη δική μας απόφαση, ανάθεμα έστω»
Με τη δογματική απόφαση της Α΄ Βατικανής η Ρώμη αποξενώθηκε πλήρως από την εκκλησιαστική παράδοση της Εκκλησίας και μετέτρεψε, για πρώτη φορά στην ζωή της Εκκλησίας, ένα εκκλησιαστικό θεσμό (τα πρεσβεία τιμής) σε εκκλησιολογικό ζήτημα, σε ζήτημα πίστεως.
Η παπισμός κατήγαγε θρίαμβο επί του συνοδικού συστήματος, αλλά ταυτόχρονα αυτοδεσμεύτηκε, ή ορθότερα, αυτοεγκλωβίστηκε στην επιτυχία του. Ο αυτοεγκλωβισμός της Ρώμης με τη δογματοποίηση του πρωτείου και αλαθήτου φαίνεται στην οικουμενική Κίνηση και στους διαλόγους, όπου δεν υπάρχει προοπτική, λόγω ακριβώς Η Ρώμη προσπάθησε στη Β΄ Βατικανή να “αμβλύνει” την απόφαση για το παπικό πρωτείο και αλάθητο τονίζοντας στην «περί Εκκλησίας» δογματική της διάταξη (“Lumen Gentium”, 1965) το ρόλο του επισκοπικού αξιώματος και της Συνόδου των επισκόπων.
Θα λέγαμε όμως ότι προσεκτική μελέτη του LG καθώς και των σημαντικών κειμένων που εκδόθηκαν σε εφαρμογή των αποφάσεων της Β΄ Βατικανής, δηλ. του αναθεωρημένου Κώδικα Λατινικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici, 1983) και της «Κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας» (1992) δείχνει ακριβώς το αντίθετο:
Ο πάπας παραμένει ο θείω δικαίω υπερ-επίσκοπος και απόλυτος κυρίαρχος της Εκκλησίας, ενώ η Σύνοδος, ακόμα και η Οικουμενική, τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο του πάπα και έχει μόνο συμβουλευτικό και όχι αποφασιστικό χαρακτήρα:
«Ὁ Κύριος ἔκανε τόν Ἀπόστολο Πέτρο ὁρατό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας Του. Σ’ αὐτόν παρέδωσε τά κλειδιά της» (Κατήχηση § 936, LG § 22, ). «Τό ποιμαντικό αὐτό καθῆκον τοῦ Πέτρου καί τῶν ἄλλων Ἀποστόλων ἀνήκει στά θεμέλια τῆς ἐκκλησίας καί συνεχίζεται ἀπό τούς ἐπισκόπους κάτω ἀπό τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα» (Κατήχηση § 881, LG § 22). Ὁ ἐπίσκοπός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί σ’ αὐτόν διαμένει τό ἀξίωμα πού ἐδόθη μέ ἰδιαίτερο τρόπο ἀπό τόν Κύριο στόν Πέτρο, τόν πρῶτο τῶν Ἀποστόλων, γιά νά μεταφέρεται στούς διαδόχους του» (Κατήχηση § 882, LG § 22 ).
Ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης εἶναι ὁ βικάριος τοῦ Χριστοῦ καί ποιμήν τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας στή γῆ, ἡ αἰώνια καί ὁρατή ἀρχή καί θεμέλιο τῆς ἑνότητας (Κατήχηση § 882, LG § 23). Ἔτσι, ὁ Πάπας ἀπό θεϊκή σύσταση («θείῳ δικαίῳ»-de jure divino) (Κατήχηση, § 937, LG § 23) δυνάμει τοῦ ἀξιώματός του ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ καί ποιμένας ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ἀπολαμβάνει ἀνωτάτη, πλήρη, ἄμεση καί παγκόσμια κανονική ἐξουσία στήν Ἐκκλησία, πού μπορεῖ πάντα ἐλεύθερα νά ἀσκεῖ (Κατήχηση § 882, 936-937, LG § 22-23, κανόνας 331). Λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του διαθέτει τὸ πρωτεῖο στή διοικητικὴ ἐξουσία πάνω σὲ ὅλες τίς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες καί ὁμάδες ἐκκλησιῶν (LG § 23, κανόνας 333, §1). Δέν ὑπάρχει ἔκκλητον, οὔτε προσφυγή ἐναντίον μίας ἀποφάσεως ἤ διατάγματος τοῦ Ρωμαίου Ποντίφικος (κανόνας 333, §3), οὔτε καί σέ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ὁ Πάπας ὅταν ἀσκεῖ «τό ὕψιστο διδακτικό ἀξίωμα» καί διακηρύσσει μέ ὁριστική πράξη μία διδασκαλία σχετική μέ τήν πίστη καί τήν ἠθική (cum ex cathedra loquitur (A΄ Βατικανή) κατέχει τό ἀλάθητο, πού ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία (Κατήχηση § 891, LG § 25). Οἱ ἀποφάσεις τοῦ Ρωμαίου Ποντίφηκος «ex esse, non autem ex consensu Ecclesiae, irreformabiles esse» (= «είναι αφ’ εαυτών και όχι λόγω της συμφωνίας της Εκκλησίας, αλάθητοι)
Ὁ πάπας εἶναι κεφαλή καί «ἀρχηγός τοῦ συλλόγου τῶν ἐπισκόπων» (LG § 22, Κατήχηση § 936). «Ὁ σύλλογος ἤ τό σῶμα τῶν ἐπισκόπων δέν ἔχει ἐξουσία, ἄν δέν βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης, ὡς ἀρχηγό του». Ὁ ἴδιος αὐτός σύλλογος «εἶναι ἐπίσης φορέας τῆς ὑπέρτατης καί πλήρους ἐξουσίας μέσα στήν παγκόσμια Ἐκκλησία, τήν ὁποία ὅμως δέν μπορεῖ νά ἀσκεῖ χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης» (LG § 22, 24, Κατήχηση § 883). «Μέλος τοῦ ἐπισκοπικοῦ σώματος γίνεται κανείς μέ τήν ἐπισκοπική χειροτονία καί μέ τήν ἱεραρχική κοινωνία μέ τήν κεφαλή καί τά μέλη τοῦ συλλόγου». ... Γιά τήν κανονική χειροτονία ἑνός ἐπισκόπου [σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο], ἀπαιτεῖται σήμερα εἰδική ἄδεια τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης» (Κατήχηση § 1559).
Μόνο ὁ πάπας ἔχει δικαίωμα νὰ συγκαλεῖ, νὰ προεδρεύει, νὰ καθορίζει τὰ θέματα, τὴν ἡμερησία διάταξη, νὰ ἀναβάλει, νὰ διαλύει καὶ νὰ ἐπικυρώνει τὶς ἀποφάσεις μίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τὰ μέλη τῆς Συνόδου μποροῦν νὰ προσθέσουν ἄλλα θέματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐγκριθοῦν ἀπὸ τὸν πάπα (κανόνας 338 § 1, 2). Ὁ πάπας μπορεῖ νὰ προσκαλέσει ἄλλους ποὺ δὲν εἶναι ἐπίσκοποι σὲ μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ νὰ καθορίσει τὸ βαθμὸ συμμετοχῆς τους (κανόνας 339 § 1). Σὲ περίπτωση ποὺ κενωθεῖ ὁ θρόνος τῆς Ρώμης οἱ ἐργασίες τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου διακόπτονται μέχρι τῆς ἐκλογῆς πάπα, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποφασίσει γιὰ τὴν τύχη της (κανόνας 340). «Οἱ ἀποφάσεις μίας συνόδου, ἀκόμα καὶ οἰκουμενικῆς, οὐδεμία δεσμευτικὴ ἰσχὺ ἔχουν ἐὰν δὲν γίνουν ἀποδεκτὲς ἀπὸ τὸν πάπα, δὲν ἐπικυρωθοῦν ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα καὶ δὲν δημοσιευθοῦν μὲ διάταξή του (LG § 22, 25, κανόνας 341, § 1,2). «Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἂν δὲν ἐπικυρωθεῖ, ἢ τουλάχιστον ἂν δὲν γίνει δεκτή ἀπὸ τὸ διάδοχο του Πέτρου» (LG § 22, 25, Κατήχηση, § 884).
Επί πλέον, ενώ η Β΄ Βατικανή (στο «περί Οικουμενισμού» Διάταγμα) αποδέχεται την Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Εκκλησία» με τη θεολογική-εκκλησιολογική έννοια του όρου, εν τούτοις, σύμφωνα με την από 29.6.2007 απάντηση της παπικής Ἐπιτροπὴς γιά τή Διδασκαλία τῆς Πίστεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή δεν είναι σε κοινωνία με τον πάπα, δηλ. επειδή δεν αποδέχεται το παπικό πρωτείο και το αλάθητο, έχει εκκλησιολογική ανεπάρκεια, είναι μία «ελλειματική Εκκλησία».
Είναι προφανές ότι οι διδασκαλίες αυτές είναι εντελώς ξένες και ριζικά αντίθετες στην ανατολική ακόμα και τη δυτική παράδοση της α΄ χιλιετίας. Επίσης, επαναλαμβάνω, με τη δογματοποίηση του παπικού πρωτείου και αλαθήτου έχουμε πλέον να κάνουμε όχι με ζήτημα εκκλησιαστικής τάξεως, αλλά με θεμελιώδες δογματικό ζήτημα που άπτεται της ίδιας της υποστάσεως της Εκκλησίας του Χριστού.
Αντί άλλης κριτικής, για να γίνει σαφής η σοβαρότητα της παπικής πλάνης ας δούμε τι γράφει ο καθηγητής της Δογματικής και Άγ. Ιουστίνος Ομολογητής (Πόποβιτς) για την παπική εκκλησιολογία (το πρωτείο και το αλάθητο):
«Τό δόγμα τοῦτο ἔχει κοσμοϊστορικήν σημασίαν δι᾽ ὅλην τήν τύχην τῆς Εὐρώπης, μάλιστα δέ διά τούς ἀποκαλυπτικούς καιρούς της, εἰς τούς ὁποίους ἔχει ἤδη εἰσέλθει. Διά τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοί ἀνθρωπισμοί ἀπέκτησαν τό ἰδεῶδες καί τό εἴδωλόν των: ὁ ἄνθρωπος ἀνεκηρύχθη ὑπερτάτη θεότης, πανθεότης. Τό εὐρωπαϊκόν οὑμανιστικόν πάνθεον ἀπέκτησε τόν Δία του. Ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς Ἀληθείας: Τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα τοῦ 20οῦ αἰῶνος, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἡ ἀναγέννησις τῆς εἰδωλολατρίας καί τοῦ πολυθεϊσμοῦ».
«Διά τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου, σφετερισθείς ὑπέρ ἑαυτοῦ, δηλαδή ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου, ὅλην τήν ἐξουσίαν καί τά δικαιώματα, πού ἀνήκουν μόνον εἰς τόν Θεάνθρωπον Κύριον, ὁ πάπας αὐτοανεκηρύχθη εἰς τήν πραγματικότητα Ἐκκλησία ἐν τῇ Παπικῇ ἐκκλησίᾳ, καί ἔγινεν ἐν αὐτῇ τά πάντα ἐν πᾶσι. Ἰδιόμορφος παντοκράτωρ. Διά τοῦτο τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα ἀπέβη τό κεντρικόν δόγμα τοῦ παπισμοῦ».
«Ἐκεῖ ὅπου ἀντικαθιστοῦν Αὐτόν μέ ἄνθρωπον, ἔστω μέ τόν λεγόμενον ἀλάθητον, ἐκεῖ ἀποκόπτεται τό σῶμα ἀπό τήν Κεφαλήν καί ὡς ἐκ τούτου ἐκεῖ ἐξαφανίζεται ἡ Ἐκκλησία, καί ἑπομένως χάνεται καί ἡ ἀποστολική θεανθρωπίνη Ἱεραρχία καί ἡ ἀποστολική ἱερατική διαδοχή».
«Εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως πτώσεις: τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Ἰούδα, τοῦ πάπα. Ἡ οὐσία τῆς πτώσεως εἰς τήν ἁμαρτίαν εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια: …Ἡ πτῶσις τοῦ πάπα ἔγκειται εἰς τό νά θέλῃ νά ἀντικαστήσῃ τόν Θεάνθρωπον μέ τόν ἄνθρωπον».
«Τί εἶναι ὁ πυρήν τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα = τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ ἀποθεανθρωποποίησις τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό ἐπιδιώκουν ὅλοι οἱ οὑμανισμοί, ἀκόμη καί οἱ θρησκευτικοί. Ὅλοι ἐπαναφέρουν τόν ἄνθρωπον εἰς τήν εἰδωλολατρίαν, εἰς τήν πολυθεΐαν, εἰς τόν διπλοῦν θάνατον, τόν πνευματικόν καί τόν φυσικόν. Ἀπομακρυνόμενος ἀπό τόν Θεάνθρωπον, ὁ κάθε οὑμανισμός βαθμηδόν μετατρέπεται εἰς μηδενισμόν. Αὐτό δεικνύει ἡ σύγχρονος χρεωκοπία ὅλων τῶν οὑμανισμῶν, μέ ἐπί κεφαλῆς τόν παπισμόν, ἔμμεσον ἤ ἄμεσον, ἑκούσιον ἤ ἀκούσιον πατέρα ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν. Ἡ δέ χρεωκοπία, ἔγκειται εἰς τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα. Καί εἶναι ἀκριβῶς τό δόγμα αὐτό τό κορύφωμα τοῦ μηδενισμοῦ. Διά τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος τῆς Εὐρώπης κατά δογματικῶς ἀποφασιστικόν τρόπον, ἐκήρυξε τό δόγμα τῆς αὐταρκείας τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου καί οὕτω τελικῶς ἐφανέρωσεν ὅτι δέν τοῦ χρειάζεται ὁ Θεάνθρωπος καί εἰς τήν γῆ δέν ὑπάρχει θέσις διά τόν Θεάνθρωπον. Ὁ τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ – Vicarius Christi – τόν ἀντικαθιστᾷ πλήρως. Εἰς τήν πραγματικότητα ἀπό αὐτό τό δόγμα ζῇ, τό ἀκολουθεῖ καί ἐπιμόνως τό ὁμολογεῖ, ὁ κάθε εὐρωπαϊκός οὑμανισμός.
Ὅλοι οἱ οὑμανισμοί τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου κατ᾽ οὐσίαν δέν εἶναι ἄλλο τι ἤ ἀδιάκοπος ἐπανάστασις κατά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. ὁ Θεάνθρωπος παντοῦ ἀντικαθίσταται ὑπό τοῦ ἀνθρώπου· εἰς ὅλους τούς εὐρωπαϊκούς θρόνους ἐνθρονίζεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὑμανισμοῦ. Ἐντεῦθεν καί δέν ὑπάρχει ἕνας vicarius Christi, ἀλλά ἀναρίθμητοι, μόνον μέ διαφορετικάς στολάς. Διότι, ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, διά τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα, ἀνεκηρύχθη ἀλάθητος ὁ ἄνθρωπος γενικῶς. Ἐξ οὗ καί οἱ ἀναρίθμητοι πάπαι καθ᾽ ὅλην τήν Εὐρώπην, καί τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ προτεσταντισμοῦ. Μεταξύ αὐτῶν δέν ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορά, διότι ὁ παπισμός εἶναι ὁ πρῶτος προτεσταντισμός.
Τό ἀλάθητον εἶναι φυσικόν θεανθρώπινον ἰδίωμα καί φυσική θεανθρωπίνη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ὡς Θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου αἰωνία Κεφαλή εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Παναλήθεια, ἡ Δευτέρα Ὑπόστασις τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Διά τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἰς τήν πραγματικότητα ὁ πάπας ἀνεκηρύχθη εἰς Ἐκκλησίαν καί ὁ πάπας - ἄνθρωπος, κατέλαβε τήν θέσιν τοῦ Θεανθρώπου. Αὐτός εἶναι ὁ τελικός θρίαμβος τοῦ οὑμανισμοῦ, ἀλλά συγχρόνως καί «ὁ δεύτερος θάνατος» (Ἀποκ. 20,14· 21,8) τοῦ παπισμοῦ, μέσῳ δέ αὐτοῦ καί μετ᾽ αὐτοῦ καί τοῦ κάθε οὑμανισμοῦ. Ὅμως, κατά τήν Ἀληθινήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀπό τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὑπάρχει εἰς τόν ἐπίγειον κόσμον μας ὡς θεανθρώπινον σῶμα, τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα εἶναι ὄχι μόνον αἵρεσις, ἀλλά παναίρεσις. Διότι καμμία αἵρεσις δέν ἐξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικῶς καί τόσον ὁλοκληρωτικῶς κατά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, ὡς ἔπραξε τοῦτο ὁ παπισμός διά τοῦ δόγματος περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ πάπα-ἀνθρώπου. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία· τό δόγμα αὐτό εἶναι ἡ αἵρεσις τῶν αἱρέσεων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Τό δόγμα αὐτό εἶναι φεῦ! ἡ πλέον φρικτή ἐξορία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν γῆν· νέα προδοσία τοῦ Χριστοῦ· νέα σταύρωσις τοῦ Κυρίου, μόνον οὐχί ἐπί τοῦ ξυλίνου, ἀλλ᾽ ἐπί τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ τοῦ παπικοῦ οὑμανισμοῦ. Καί ταῦτα πάντα εἶναι κόλασις, κόλασις διά τό ἄθλιον γήϊνον ὄν, πού λέγεται ἄνθρωπος».
«Ἐξ αὐτῆς δέ τῆς παναιρέσεως ἐγεννήθησαν καί γεννῶνται συνεχῶς ἄλλαι αἱρέσεις: τό Filioque, ἡ ἀποβολή τῆς Ἐπικλήσεως, τά ἄζυμα, ἡ εἰσαγωγή τῆς κτιστῆς χάριτος, τό καθαρτήριον πῦρ, τό θησαυροφυλάκιον τῶν περισσῶν ἔργων, ἡ μηχανοποιημένη διδασκαλία περί τῆς σωτηρίας καί ὡς ἐκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί τῆς ζωῆς, ὁ παποκαισαρισμός, ἡ Ἱερά Ἐξέτασις, τά συγχωροχάρτια, ὁ φόνος τοῦ ἁμαρτωλοῦ διά τήν ἁμαρτίαν, ὁ ἰησουητισμός, ἡ σχολαστική, ἡ καζουϊστική, ὁ μοναρχισμός, ὁ κοινωνικός ἀτομικισμός διαφόρων εἰδῶν...
Ὁ Προτεσταντισμός; Εἶναι τό πλέον πιστόν τέκνον τοῦ Παπισμοῦ, τό ὁποῖον διά τῆς ὀρθολογιστικῆς σχολαστικῆς του πίπτει διά μέσου τῶν αἰώνων ἀπό τήν μίαν αἵρεσιν εἰς τήν ἄλλην αἵρεσιν καί πνίγεται συνεχῶς εἰς τά διάφορα δηλητήρια τῶν αἱρετικῶν πλανῶν του. Πρός τούτοις, ἡ παπιστική ὑψηλοφροσύνη καί ἡ “ἀλάθητος” ἀφροσύνη βασιλεύει ἀπολυταρχικῶς καί ἐρημώνει τάς ψυχάς τῶν πιστῶν του. Κατ᾽ ἀρχήν ἕκαστος Προτεστάντης εἶναι ἕνας ἀνεξάρτητος πάπας εἰς ὅλα τά ζητήματα τῆς πίστεως. Τοῦτο δέ πάντοτε ὁδηγεῖ ἀπό τόν ἕνα πνευματικόν θάνατον εἰς τόν ἄλλον· τέλος αὐτοῦ τοῦ “ἀποθνήσκειν” δέν ὑπάρχει, καθ᾽ ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν πνευματικῶν θανάτων τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναρίθμητος.
Ἀφοῦ οὕτως ἔχουν τά πράγματα, τότε διά τόν παπιστικόν-προτεσταντικόν Οἰκουμενισμόν μέ τήν ψευδοεκκλησίαν του καί τόν ψευδοχριστιανισμόν του δέν ὑπάρχει διέξοδος ἀπό τό ἀδιέξοδόν του, ἄνευ ὁλοψύχου μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Του. Ἡ μετάνοια εἶναι τό φάρμακον δι᾽ ἑκάστην ἁμαρτίαν, φάρμακον δοθέν εἰς τόν ἄνθρωπον ἀπό τόν μόνον Φιλάνθρωπον».
Ίσως, από κάποιους θεωρηθούν υπερβολικά τα λόγια του Αγ. Ιουστίνου, κάποιοι άλλοι, ίσως τον χαρακτηρίσουν ως φανατικό και φονταμενταλιστή. Πριν όμως καταδικάσουμε τον Άγιο, ας σκεφτούμε δύο σημεία, για να δούμε τη φοβερή θεολογική πτώση του παπισμού:
1. Ανέφερα προ ολίγου ότι για τους παπικούς η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «Εκκλησία» με την θεολογική έννοια του όρου, αλλά επειδή δεν αποδέχεται το παπικό πρωτείο και αλάθητο είναι «Εκκλησία με εκκλησιολογική ανεπάρκεια», ελλειπής Εκκλησία! Τα ερωτήματα που τίθενται στους παπικούς είναι καίρια: Ἂν ἡ «Ἐκκλησία» ταυτίζεται μὲ τὴν πληρότητα, τὴν τελειότητα και τὴν καθολικότητα, πῶς μπορεῖ νά ὑπάρξει σ’ Αὐτὴν «ἔλλειμμα» ἢ «ἐκκλησιολογικὴ ἀνεπάρκεια»; και μάλιστα όχι σε δευτερευούσης σημασίας ζήτημα, αλλά στο πλέον καίριο θέμα του επισκόπου Ρώμης που είναι τόσο καθοριστικό. Ἂν ἡ «Ἐκκλησία» εἶναι τὸ «σῶμα τοῦ Χριστοῦ», πῶς ἐννοεῖ ἡ Ρώμη τὸ ἄχραντο Σῶμα Του νά ἔχει «ἔλλειψη» - καὶ μάλιστα πολὺ οὐσιαστική; Ἡ φράση Ἐκκλησία μὲ «ἔλλειμμα», νομίζω, ἐνέχει τὴν ἀπόλυτη ἀντίφαση, ὥστε αὐτοαναιρεῖται πλήρως : ἂν εἶναι «ἐλλειμματική», δεν εἶναι Ἐκκλησία, και αν είναι Εκκλησία δέν μπορεί να εἶναι «ἐλλειμματικὴ»!
2. Η Β΄ Βατικανή στο «περί Οικουμενισμού» διάταγμα (§15) αναφέρεται εκτενώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «15. Εις πάντας τυγχάνει γνωστόν μετά ποίας αγάπης οι Χριστιανοί τςη Ανατολής τελούν την θείαν λατρείαν, ιδίως την Θείαν Λειτουργίαν, πηγήν ζωής διά την Εκκλησίαν και της επουρανίου δόξης εχέγγυον, διά της οποίας οι πιστοί, ηνωμένοι μετά του επισκόπου, ευρίσκουν είσοδον … εισερχόμενοι εις κοινωνίαν μετά της Παναγίας Τριάδος, καθιστάμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β΄Πετρ. α΄ 4). Ούτω διά της τελέσεως, εν εκάστη επί μέρους (Ορθόδοξη) Εκκλησία, του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, η Εκκλησία του Θεού οικοδομείται και αυξάνει… Αι Εκκλησίαι αύται (οι Ορθόδοξες), αν και διϊστάμεναι, έχουν αληθή μυστήρια – λόγω κυρίως της Αποστολικής Διαδοχής, της Ιερωσύνης και της Θείας Ευχαριστίας».
Δηλ. η Ρώμη εν Οικουμενική Συνόδω αναγνωρίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει έγκυρα και κανονικά μυστήρια, με αποστολική διαδοχή, ιερωσύνη και Θ. Ευχαριστία. Με άλλα λόγια για τον πάπα στην Ορθόδοξη Θ. Ευχαριστία παρίσταται ο ίδιος ο Χριστός και για το λόγο αυτό με την Ευχαριστία οικοδομείται και αυξάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ευχαριστία της είναι «πηγήν ζωής διά την Εκκλησίαν και της επουρανίου δόξης εχέγγυον».
Το ερώτημα όμως προς την Ρώμη είναι αμείλικτο: Πώς είναι δυνατόν η παρουσία του ίδιου του Θεανθρώπου Χριστού στην Ορθόδοξη Θ. Ευχαριστία να μην αρκεί ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να είναι πλήρης Εκκλησία, αφού δεν είναι σε κοινωνία με τον πάπα;
Μπορεί μία Εκκλησία να έχει τον ίδιο το Χριστό και να μην είναι πλήρης;
Τελικά πώς αποκτάται η εκκλησιαστική πληρότητα; Δυστυχώς, αγαπητοί, για τον παπισμό η εκκλησιαστική πληρότητα αποκτάται με την κοινωνία με τον πάπα και όχι η κοινωνία με το Χριστό μας!
Για τη Ρώμη, δεν φτάνει να έχεις κοινωνία με τον ίδιο το Χριστό. Χρειάζεται και η κοινωνία με τον αντιπρόσωπό του …
Μήπως ο Άγιος Ιουστίνος είχε δίκιο στις αυστηρές του κρίσεις για τον παπισμό;
Ας δοξάσουμε, αγαπητοί, το Θεό!
Οι Άγιοί μας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τον δικό τους προσωπικό αγώνα αποτελούν την εγγύηση της πνευματικής μας πρείας και ως πρόσωπα και ως εκκλησιαστικές Κοινότητες.
Ο Μ. Φώτιος, Χάριτι Θεού, προείδε την εξέλιξη της Ρώμης προς την πνευματική της αυτοκαταστροφή και με τη Σύνοδο του 879-880 έθεσε τις προϋποθέσεις για να αποφευχθεί αυτό. Έτσι πράγματι η Σύνοδος του 879-880 «επομένη τοις Αγίοις ΠΑτράσι» και ταις προ αυτής Αγίαις Συνόδοις , αναδείχθηκε ουσιαστικά όχι μόνο «καθολικού κύρους Μεγάλη Σύνοδος», αλλά πραγματικά η Η΄ Οικουμενική και ελπίζουμε και ευχόμαστε η Εκκλησία μας σύντομα με επίσημη πράξη της να την κατατάξη και κυρίως να τη θέσει ως οδηγό στην Οικουμενική Κίνηση.
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε για τον Άγιο Φώτιο.
Читайте также
Ο Μ. Φώτιος και το παπικό πρωτείο
Από την κρίση Ιγνατίου-Φωτίου στη Σύνοδο 879-880: το πρώτο σχίσμα, το filioque και το παπικό πρωτείο στο επίκεντρο - π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος
Άγιος Φώτιος ο Μέγας: Ο λόγιος Πατριάρχης και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας
Μία κορυφαία εκκλησιαστική και πνευματική μορφή του Βυζαντίου, με πολυσχιδές έργο, καθοριστική δράση και διαχρονική προσφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Γέρων Γεώργιος: «Το ελληνικό ζήτημα δεν θα λυθεί από πολιτικούς»
Δείτε ολόκληρη την ομιλία του Γέροντος Γεωργίου.
Όταν η συχνότητα των μετακινήσεων φθείρει τον θεσμό
Όταν ο θεσμός γίνεται ρουτίνα λόγω των συχνών μετακινήσεων και ο πατρικός λόγος υποχωρεί, η υστεροφημία του Πρώτου της Ορθοδοξίας κινδυνεύει να αδικηθεί από το ίδιο του το έργο.
Η ιστορία των αιρέσεων και τρόποι προφύλαξης από αιρετικές οργανώσεις
Πως θα προφυλαχθούμε από τις παγίδες των αιρετικών.
Γιατί ακούμε τόσο συχνά τελευταία για τον Χριστιανικό Σιωνισμό;
Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος, Ι. Ν. Αγ. Ταξιαρχών Ιστιαίας.