ΣτΕ: Συνταγματικός ο Γάμος Ομοφύλων – Η Ιστορική Απόφαση και οι Επιπτώσεις
Το ΣτΕ επικύρωσε τη συνταγματικότητα του γάμου και της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Η ανάλυση της απόφασης, οι επιφυλάξεις της μειοψηφίας και η θέση της Εκκλησίας.
Σε μια ιστορική συνεδρίαση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει το κοινωνικό τοπίο της χώρας, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε ως πλήρως συμβατό με το Σύνταγμα τον νόμο 5089/2024, ο οποίος θεσμοθέτησε τον γάμο και την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια στην Ελλάδα.
Η απόφαση της 20ής Μαρτίου 2026 δεν αποτελεί απλώς μια νομική επικύρωση, αλλά μια τομή που προκαλεί έντονες συζητήσεις για την έννοια της παραδοσιακής οικογένειας και τον ρόλο των θεσμών σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνία.
Η Νομική Θεμελίωση: «Κοινωνική Εξέλιξη» vs «Παράδοση»
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στο επιχείρημα ότι το Άρθρο 21 του Συντάγματος, περί προστασίας της οικογένειας, δεν επιβάλλει ένα μοναδικό και αποκλειστικό μοντέλο (άνδρας-γυναίκα), αλλά οφείλει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της εξέλιξης των κοινωνικών αντιλήψεων και της αρχής της ισότητας.
Το «Αγκάθι» της Υιοθεσίας
Το πλέον ακανθώδες σημείο της απόφασης αφορά στην υιοθεσία παιδιών. Ενώ η πλειοψηφία του ΣτΕ έκρινε ότι το «συμφέρον του παιδιού» διασφαλίζεται μέσω των υφιστάμενων κρατικών ελέγχων, μια ισχυρή μειοψηφία δικαστών εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις. Όπως επισημαίνεται, δεν υπάρχουν επαρκείς μακροχρόνιες επιστημονικές μελέτες για την ανάπτυξη παιδιών σε τέτοιες οικογενειακές δομές.
Για πρώτη φορά, ο θεσμός της οικογένειας επαναπροσδιορίζεται τόσο ριζικά. Η παραδοσιακή αντίληψη περί πατέρα και μητέρας αντικαθίσταται από ένα νέο μοντέλο, το οποίο, όπως υποστηρίζουν πολλοί, δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς σε βάθος χρόνου.
Η απόφαση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή τη μεταβολή ως «φυσική εξέλιξη». Όμως, σύμφωνα με εκτιμήσεις που δημοσιεύονται σε φορείς όπως το Eurobarometer, η κοινωνία παραμένει βαθιά διχασμένη σε τέτοια ζητήματα.
Αναλυτικότερα, ως προς το δικαίωμα υιοθεσίας τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε:
«Η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [έλεγχος της κατ’ αρχήν καταλληλότητας και επανέλεγχος ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Με τα δεδομένα αυτά, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, καθόσον μάλιστα είναι παλαιόθεν επιτρεπτή η υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, η δε υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς. Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια – κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου -, σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».
Διεθνή Πρότυπα: Η απόφαση ευθυγραμμίζεται με τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ωστόσο η εγχώρια κριτική επιμένει ότι η νομοθεσία προηγήθηκε της κοινωνικής ωριμότητας.
Η Εκκλησία της Ελλάδος σε Στάση Αναμονής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διατύπωση του ΣτΕ ότι η απόφαση «δεν θίγει τις παραδόσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος». Για τους εκκλησιαστικούς κύκλους, η αναφορά αυτή θεωρείται από πολλούς ως «νομικός ελιγμός», καθώς στην πράξη δημιουργείται ένα βαθύ χάσμα:
Ο Πολιτικός Γάμος: Νοείται πλέον ως μια σύμβαση ισότητας δικαιωμάτων.
Το Μυστήριο του Γάμου: Παραμένει αυστηρά εντός του πλαισίου της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας.
Η Εκκλησία βλέπει πλέον τον εαυτό της να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτειακή «κανονικότητα» απέχει ριζικά από την πνευματική παράδοση αιώνων.
Η απόφαση έρχεται σε μια στιγμή που η ελληνική κοινωνία παραμένει διχασμένη. Από τη μία πλευρά, οργανώσεις δικαιωμάτων χαιρετίζουν την απόφαση ως νίκη της δημοκρατίας. Από την άλλη, θρησκευτικοί και κοινωνικοί φορείς κάνουν λόγο για «αποδόμηση των αξιών» υπό το βάρος διεθνών πιέσεων.
Νωρίτερα η ΕΟΔ έγραψε για την παιδική κακοποίηση και τους τρόποι πρόληψης και αντιμετώπισής της.