Φανάρι – Μόσχα: Διάσταση απόψεων ή αγεφύρωτο χάσμα;
Ο Δρ. Α. Βαβούσκος προτείνει τη θεσμική ενεργοποίηση της Συνόδου Προκαθημένων ως τη μόνη λύση για την υπέρβαση της κρίσης Φαναρίου-Μόσχας και την αποφυγή ενός σχίσματος.
Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος στην Romfea.gr
Δικηγόρος
Άρχων Ασηκρήτης της Μ.τ.Χ.Ε.
Προ περίπου τριών εβδομάδων, στις 12 Ιανουαρίου 2026, το Γραφείο Τύπου της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας εξέδωσε μία ανακοίνωση, με την οποία κατηγορούσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ότι μετά την υπόθεση της Εκκλησίας της Ουκρανίας στράφηκε προς τις Εκκλησίες των Βαλτικών χωρών, δρώντας με στόχο την διάλυση του Πατριαρχείου Μόσχας και τον εκτοπισμό του ρωσικού ορθοδόξου δόγματος.
Παραλλήλως προς τις ανωτέρω μομφές, στην ίδια ανακοίνωση, ο Οικουμενικός Πατριάρχης χαρακτηρίζεται ως «αντίχριστος με ράσα», «διάβολος εν σαρκί» και «αντίχριστος της Κωνσταντινούπολης».
Επί της ανακοινώσεως αυτής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε, χαρακτηρίζοντας τα όσα περιλαμβάνονται σ’ αυτήν ως «ευφάνταστα σενάρια, ψευδείς ειδήσεις, ύβρεις και κατασκευασμένες πληροφορίες κάθε είδους προπαγανδιστών», κλείνοντας ταυτοχρόνως και το θέμα.
Το ζήτημα, όμως, είναι, ότι το θέμα δεν έκλεισε αλλά ξανάνοιξε. Και θα γίνω αμέσως σαφέστερος.
Η εν λόγω ανακοίνωση είναι πρωτοφανής στα χρονικά των διορθοδόξων σχέσεων. Και είναι πρωτοφανής για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι για πρώτη φορά εντός του πλαισίου των σχέσεων αυτών, οι ρωσικές απόψεις διατυπώνονται μέσω της κρατικής - πολιτικής οδού και όχι απευθείας από το Πατριαρχείο Ρωσίας.
Δεύτερον, διότι για πρώτη – επίσης – φορά εκτοξεύονται τέτοιοι μύδροι υπό μορφήν ύβρεων κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη και μάλιστα από μία κρατική Υπηρεσία μίας Ορθόδοξης χώρας.
Παρά ταύτα, η ανακοίνωση αυτή έφερε – κατά τη γνώμη μου – στο φως ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Όταν εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφύονται διαφορές, που δεν επιλύονται αλλά παραμένουν αγεφύρωτες και συνεπώς διογκούμενες, τότε παρεμβαίνει η πολιτειακή εξουσία και αναμειγνύεται στα εσωτερικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Και βεβαίως, υπήρξαν περιπτώσεις, που η πολιτειακή παρέμβαση στάθηκε αρωγός στην επίλυση των προβλημάτων, όπως η παρέμβαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην σύγκληση της Α’ Οικουμενικής συνόδου.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις, όπως βλέπουμε σήμερα με αφορμή την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας, που η παρέμβαση πολιτικής εξουσίας όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα αλλά το επιτείνει, δημιουργώντας μεγαλύτερο χάσμα και διευρύνοντας την απόσταση που χωρίζει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Οπότε γεννώνται ευλόγως τα ερωτήματα: α) ποιος φταίει για το χάσμα αυτό και β) τι πρέπει να γίνει.
Το πρώτο ερώτημα επιθυμώ, να το αφήσω αναπάντητο, όπως νομίζω, ότι θα πρέπει να κάνουμε όλοι μας.
Και τούτο, διότι η ανεύρεση του υπευθύνου και όχι η εξεύρεση της λύσεως οδηγεί σε ατέρμονη ομφαλοσκόπηση και κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ορθόδοξη Εκκλησία. Με άλλες λέξεις, δεν είναι της παρούσης.
Εκείνο, όμως, που επείγει, και συνεπώς δεν είναι μόνο της παρούσης αλλά της παρελθούσης, είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, δηλαδή τί πρέπει να γίνει.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι, ότι η λύση μπορεί να είναι μόνο θεσμική. Και ως τέτοια, μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τον θεσμό του συνοδικού συστήματος, ο οποίος κατά το Κανονικό Δίκαιο έχει ως βασικό σκοπό την επίλυση των ζητημάτων, που αναφύονται εντός της Εκκλησίας.
Με άλλα λόγια, κατά την άποψη του γράφοντος, απαιτείται η ενεργοποίηση του συνοδικού θεσμού σε επίπεδο Συνόδου Προκαθημένων, αποκλειομένου εν τοις πράγμασι του επιπέδου της Πανορθόδοξης Συνόδου, λόγω του μακροχρόνιας και χρονοβόρας διαδικασίας που απαιτείται για την σύγκλησή της.
Η ενεργοποίηση, όμως, του θεσμού της Συνόδου των Προκαθημένων απαιτεί την διασάφηση δύο επιμέρους ζητημάτων. Το ένα ζήτημα είναι, ποιά θέματα θα συζητηθούν, το άλλο ζήτημα είναι, ποιός θα συγκαλέσει την Σύνοδο αυτήν.
Ας δούμε καταρχήν το πρώτο ζήτημα, δηλαδή ποια θέματα θα συζητηθούν στην Σύνοδο αυτή. Έχοντας υπόψιν, ότι η διάσταση απόψεων Φαναρίου – Μόσχας έφτασε στην πιο πρόσφατη κορύφωση της προ δεκαετίας, με την μη συμμετοχή του Πατριαρχείου Ρωσίας (και άλλων τριών Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών) στην Πανορθόδοξη Σύνοδο στο Κολυμπάρι της Κρήτης το 2016, το πρώτο θέμα που επιβάλλεται να τεθεί προς συζήτηση είναι η αναθεώρηση του Οργανισμού Λειτουργίας της Πανορθόδοξης Συνόδου.
Οι βάσεις δε της αναθεωρήσεως είναι κυρίως δύο: α) η απλοποίηση της διαδικασίας συγκλήσεως της Συνόδου συμφώνως προς τις προβλέψεις των ιερών κανόνων και β) η κατάργηση της ομοφωνίας στη λήψη των αποφάσεων και η πρόβλεψη της αρχής της πλειοψηφίας, όπως επίσης κατοχυρώνεται από τους ιερούς κανόνες.
Η μη συμμετοχή, όμως, του Πατριαρχείου Ρωσίας στην Πανορθόδοξη Σύνοδο, επηρέασε και επιτάχυνε τις εξελίξεις γύρω από την παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας.
Η ολοκλήρωση, δε, της παραχωρήσεως του εν λόγω αυτοκεφάλου καθεστώτος μεγιστοποίησε την ήδη υπάρχουσα διάσταση απόψεων μεταξύ Φαναρίου – Μόσχας, μετατρέποντας την σε διάσταση απόψεων εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας και χωρίζοντας την σε δύο τμήματα.
Σ’ αυτό που αποδέχθηκε την νέα Αυτοκέφαλη Εκκλησία (τέσσερις Εκκλησίες) και σ’ αυτό που δεν την αποδέχθηκε (συνολικώς δέκα Εκκλησίες).
Είναι, λοιπόν, κάτι παραπάνω από αυτονόητο, ότι το δεύτερο θέμα που θα πρέπει να συζητηθεί στην προσεχή Σύνοδο Προκαθημένων είναι το γνωστό σε όλους «Ουκρανικό Ζήτημα».
Ούτως, στην σχετική συζήτηση, οι μεν αντιδρώσες Ορθόδοξες Εκκλησίες θα πρέπει να εκθέσουν τις ενστάσεις τους με βάση το Κανονικό Δίκαιο, ο δε Οικουμενικός Πατριάρχης – με την συνδρομή των υπολοίπων τριών Ορθοδόξων Εκκλησιών - θα παρέξει τις δέουσες νομοκανονικής βάσεως εξηγήσεις, σχετικώς με την ορθότητα της αποφάσεως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Άλλωστε, ως συγγραφέας της μοναδικής μονογραφίας περί του θέματος, οφείλω να σας διαβεβαιώσω, ότι το περιβόητο «Ουκρανικό Ζήτημα» συνιστά μία μεγάλη «νομοκανονική» παρεξήγηση.
Και τούτο, διότι το γνωστό σε όλους Γράμμα Εκδόσεως του 1686 του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Διονυσίου Δ΄ του Μουσελίμη, το οποίο επικαλείται τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και το Πατριαρχείο Ρωσίας, ως τέτοιο (δηλαδή Γράμμα Εκδόσεως) δεν μεταβιβάζει κανονική δικαιοδοσία αλλά μόνον εκχωρεί προσωρινώς και για συγκεκριμένη περίπτωση δικαίωμα χειροτονίας.
Την αναγκαιότητα συζητήσεως του θέματος αυτού καθιστά έτι περαιτέρω σαφή η κατάληψη σημαντικού μέρους του εδάφους της Ουκρανίας από τον ρωσικό στρατό, με αποτέλεσμα τα εδάφη αυτά ως εκκλησιαστική δικαιοδοσία να «περνούν» στην πράξη στο Πατριαρχείο Ρωσίας, θέτοντας έτσι κατ’ ουσίαν σε αμφισβήτηση το αυτοκέφαλο καθεστώς της Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Αν και κατά τους ιερούς κανόνες (16ος της Αντιοχείας), οι επαρχίες αυτές ανήκουν κανονικώς στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας, οι δε επίσκοποι τους θεωρούνται νομοκανονικώς «σχολάζοντες», ήτοι κανονικοί επίσκοποι που δεν δύνανται από λόγους ανωτέρας βίας να ασκήσουν τα καθήκοντα του επισκόπου, στην περιφέρεια που τους έχει ανατεθεί με την εκλογή τους.
Το «Ουκρανικό Ζήτημα», όμως, μεγιστοποιώντας και διευρύνοντας στην πράξη την διάσταση απόψεων μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Πατριαρχείου Ρωσίας, προκάλεσε «νομοκανονικά απόνερα», δηλαδή αντικανονικές αντιδράσεις και ενέργειες Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, που όχι μόνο δεν είχαν σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά δεν είχαν και άμεσο αποδέκτη – αλλά έμμεσο – το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ούτως:
α) το Πατριαρχείο Ρωσίας ίδρυσε ενορίες εντός της κανονικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, κίνηση που θεμελιώνει το κανονικό παράπτωμα της εισπηδήσεως,
β) το Πατριαρχείο Σερβίας παραχώρησε αυτοκέφαλο καθεστώς στην Εκκλησία των Σκοπίων, καταστρατηγώντας σαφώς τα ισχύοντα περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος, αμφισβητώντας ευθέως το περί αυτού δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Συνεπώς, και τα δύο αυτά θέματα θα πρέπει να τεθούν προς συζήτηση στην προσεχή και αναγκαία Σύνοδο Προκαθημένων.
Συνοπτικώς, τα θέματα, που μία Σύνοδος Προκαθημένων είναι αναγκαίο να συγκληθεί, για να συζητήσει, είναι:
- Αναθεώρηση Κανονισμού Λειτουργίας της Πανορθόδοξης Συνόδου
- Διευκρινίσεις επί της αποφάσεως περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία της Ουκρανίας
- Ίδρυση ενοριών από το Πατριαρχείο Ρωσίας εντός της κανονικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας
- Παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος από το Πατριαρχείο Σερβίας
Πέραν των παραπάνω θεμάτων, βεβαίως, είναι πολύ πιθανόν, να προκύψουν και άλλα, καθόσον όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν σχετικά αιτήματα για διεύρυνση της ατζέντας.
Η άποψη μου αυτή, γνωρίζω, ότι αντιστρατεύεται την αντίστοιχη πρόβλεψη του Κανονισμού λειτουργίας της Πανορθόδοξης Συνόδου, όπου απαιτείται – μέχρι σήμερα – ομοφωνία γύρω από τα θέματα, που θα συζητηθούν.
Οι ρυθμίσεις όμως του Κανονικού Δικαίου συνδέουν κατά σαφή τρόπο τον συνοδικό θεσμό με την συζήτηση παντός εν γένει προκύπτοντος θέματος και όχι με την συζήτηση συγκεκριμένων θεμάτων, που επιλέγονται εκ των προτέρων.
Επειδή, όμως, τα θέματα αυτά είναι χρονίζοντα και για τον λόγο αυτό έχουν γίνει και πιο σύνθετα στην επίλυση τους, είναι μάλλον βέβαιο, ότι θα χρειασθούν περισσότερες από μία Συνόδους, για να επιλυθούν.
Εάν στο δεδομένο αυτό λάβουμε υπόψιν, ότι έχει παρέλθει και μεγάλο διάστημα από τότε, που έλαβε χώρα η σύγκληση της προηγούμενης Συνόδου Προκαθημένων, τότε το σαφές γίνεται σαφέστερο.
Θα πρέπει, λοιπόν, στα προαναφερθέντα θέματα να προστεθεί και η συζήτηση για την σύνταξη ενός κανονισμού Συνόδου Προκαθημένων.
Το εγχείρημα δεν είναι δύσκολο. Εκείνο που θα το κάνει δύσκολο έως απίθανο είναι η λήψη της αποφάσεως για την σύνταξη του.
Όχι αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συντάξεως του.
Εφόσον υποτεθεί, ότι λύθηκε το πρώτο ζήτημα, δηλαδή αυτό των θεμάτων που θα συζητηθούν, αναφύεται το δεύτερο ζήτημα, που αφορά στο πρόσωπο που θα συγκαλέσει την Σύνοδο των Προκαθημένων.
Συμφώνως προς τις ρυθμίσεις των ιερών κανόνων, η σύγκληση της συνόδου είναι δικαίωμα και ταυτοχρόνως υποχρέωση του «Πρώτου», δηλαδή του επισκόπου της πρωτεύουσας της εκκλησιαστικής περιφέρειας, ο οποίος και προεδρεύει των εργασιών αυτής.
Δικαίωμα, διότι αυτός (ο «Πρώτος») έχει εκ των ιερών κανόνων την αρμοδιότητα και εξουσία, να συγκαλεί την Σύνοδο.
Υποχρέωση, διότι η σύγκληση της συνόδου είναι εκ των ιερών κανόνων υποχρεωτική και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Στην περίπτωση της Συνόδου των Προκαθημένων, αναλογικώς εφαρμοζομένων των ιερών κανόνων, «Πρώτος» είναι πάντοτε ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Όμως, η Σύνοδος των Προκαθημένων συνιστά μία ιδιάζουσα περίπτωση, διότι δεν προβλέπεται ως θεσμός σαφώς και ρητώς από τους ιερούς κανόνες και δεν συνιστά μέχρι σήμερα τακτικό όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας αλλά έκτακτο.
Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η σύγκληση της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη συνιστά μόνο δικαίωμα αυτού και όχι υποχρέωση του, λόγω ακριβώς του έκτακτου χαρακτήρα της Συνόδου αυτής, που δεν καθιστά υποχρεωτική τη σύγκληση της.
Οπότε γεννάται το ερώτημα, τί γίνεται στην περίπτωση, που υπάρχουν θέματα προς συζήτηση και – βεβαίως – προς επίλυση, όμως ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν κρίνει σκόπιμη την άσκηση της αρμοδιότητας του, δηλαδή του δικαιώματος του να συγκαλέσει Σύνοδο Προκαθημένων;
Στην περίπτωση αυτή, οφείλουν οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες θεωρούν – αν βεβαίως πράγματι θεωρούν – ότι υπάρχουν θέματα προς συζήτηση και προς επίλυση και ότι είναι αναγκαία η σύγκληση Συνόδου Προκαθημένων, να υποβάλλουν στον Οικουμενικό Πατριάρχη έγγραφο αίτημα για σύγκληση της Συνόδου αυτής, δηλώνοντας και τα θέματα που επιθυμούν να συζητηθούν.
Το αίτημα αυτό καθιστά αυτομάτως υποχρεωτική για τον Οικουμενικό Πατριάρχη την σύγκληση της Συνόδου των Προκαθημένων και με τα θέματα – τουλάχιστον – που οι αιτούμενες Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες δήλωσαν προς συζήτηση. Υπάρχουν, όμως, Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, που επιθυμούν την σύγκληση μίας τέτοιας Συνόδου Προκαθημένων;
Ιδού το καίριο ερώτημα. Εγώ, πάντως, αν και διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, ελπίζω, ότι θα συγκληθεί πράγματι Σύνοδος Προκαθημένων, ώστε τελικώς να αποδειχθεί, πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε μόνο διάσταση απόψεων και όχι αγεφύρωτο χάσμα.
Για τον λόγο αυτόν, για μία ακόμη φορά δράττομαι της ευκαιρίας, να σας εκθέσω, τι πρέπει να γίνει, διότι αυτό είναι και η πεμπτουσία της ενημερώσεως. Να λες αυτό, που ο αποδέκτης της ενημερώσεως πρέπει να ακούσει, και όχι αυτό που θα ήθελε να ακούσει.
Ο γράφων, βεβαίως, ως Άρχων Οφφικιάλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου γνωρίζει καλώς, ότι έχει εκ της ιδιότητος του πρώτιστο καθήκον την προάσπιση του ρόλου της Μητρός Εκκλησίας εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με σπουδαιότερη έκφανση αυτού του ρόλου, την ιδιότητα του θεματοφύλακα της κανονικής τάξεως σε πανορθόδοξο επίπεδο. Τυπικώς, το καθήκον αυτό ασκείται ιδιωτικώς και ιδιαιτέρως, μακράν των φώτων της δημοσιότητος και αφού βεβαίως η άσκησή του ζητηθεί αρμοδίως.
Όταν, όμως, αυτό δεν συμβαίνει, τότε το ανωτέρω καθήκον ασκείται κατ’ ανάγκην δημοσίως, μέσω της δημοσιεύσεως άρθρων – όπως το παρόν - γιατί απλώς προκρίνεται η ουσία έναντι του μη τηρουμένου τύπου. Με απλά λόγια, δεν περιμένω να με ρωτήσουν, για να πω αυτό που πρέπει.
Το λέω ούτως ή άλλως. Και αυτό θα εξακολουθήσω να πράττω, από σεβασμό όχι μόνο προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και προς την κανονική τάξη, που αυτό υπερασπίζεται.
Ασχέτως εάν αυτό αναγνωρίζεται ή όχι, όπως συνέβη προσφάτως στο επίσημο δείπνο των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που έλαβε χώρα την 31η Ιανουαρίου στην Θεσσαλονίκη και στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα Παλλάς, όπου δεν επελέγην να παρακαθήσω στην μεγάλη κύρια αίθουσα της εκδηλώσεως, όπως θα έπρεπε, με το σύνολο σχεδόν των Αρχόντων, αλλά κρίθηκα «υπεράριθμος» και τοποθετήθηκα - στην πράξη καθ’ υποβιβασμόν – μαζί με πολύ ολίγους ακόμη Άρχοντες, στην συμπληρωματική μικρότερη δευτερεύουσα αίθουσα, παρακολουθώντας την όλη εκδήλωση μέσω βίντεο – οθόνης και όχι διά ζώσης.
Βλέποντας, πάντως, την ουσία, θεωρώ ότι καταρχήν ακόμη υπάρχει μόνο διάσταση απόψεων.
Αν, όμως, δεν συγκληθεί το ταχύτερο δυνατόν Σύνοδος Προκαθημένων, τότε η διάσταση απόψεων, σε συνδυασμό με την ψυχική απομάκρυνση που επελαύνει ακάθεκτη, θα μετατραπεί όντως σε αγεφύρωτο χάσμα με μόνη ζημιωμένη την Εκκλησία, δηλαδή εμάς τους πιστούς.
Και όλα αυτά, ενώ υπάρχουν οι κατάλληλοι θεσμοί για την άρση του αδιεξόδου. Εκείνο που μένει, είναι να τους θέσουμε σε λειτουργία. Θα τους θέσουμε όμως;
Γίνετε μέλη στην VIBER ομάδα μας και προσκαλέστε και άλλους. Θα διαβάζετε πρώτοι τα νέα της ΕΟΔ.
Νωρίτερα η ΕΟΔ έχει αναρτήσει μια ανοιχτή επιστολή προς τους «Άρχοντες της Καταστροφής» από την Συντακτική Ομάδα του Helleniscope.