Δυο κορίτσια στο κενό κι εμείς στον πάτο
ΦΩΤΟ: web
Η πόλη ξύπνησε με δυο σκιές λιγότερες και χίλιες ενοχές περισσότερες. Δυο κορίτσια δεκαεπτά χρονών έπεσαν στο κενό στην Ηλιούπολη και μαζί τους έπεσε άλλη μια ψευδαίσθηση πως η κοινωνία μας παραμένει ακόμη ανθρώπινη. Το κενό δεν ήταν το ύψος της πολυκατοικίας, το κενό ήταν αυτό που ανοίγεται καθημερινά κάτω από τα πόδια των νέων ανθρώπων, μέσα σε έναν κόσμο που φθείρει, εξαντλεί και τελικά συντρίβει την ψυχή.
«Δεν θέλω να ζω, αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα». Η φράση αυτή δεν είναι μονάχα ένα σημείωμα απελπισίας, είναι ένα κατηγορητήριο απέναντι σε μια εποχή που μετατρέπει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα και την ελπίδα σε προϊόν υπό εξαφάνιση. Τρία χρόνια κατάθλιψης γράφει το παιδί, τρία χρόνια βυθισμένο σε μια σιωπή που κανείς δεν άκουσε πραγματικά. Γιατί αυτή η κοινωνία έχει μάθει να ακούει μόνο ό,τι πουλά, μόνο ό,τι διαφημίζεται, μόνο ό,τι εξυπηρετεί την αγορά και την εικόνα.
Οι πολιτικοί θα μιλήσουν πάλι για ευαισθησία, οι τηλεοπτικοί ρήτορες θα φορέσουν για λίγες ώρες το προσωπείο της συγκίνησης. Οι ειδικοί των πάνελ θα αναλύσουν την εφηβική ψυχολογία σαν να πρόκειται για στατιστικό πίνακα, κι ύστερα όλα θα συνεχίσουν όπως πριν. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ατομικό, είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό.
Ζούμε σε μια κοινωνία που πυροβολεί το όνειρο πριν ακόμη προλάβει να ανθίσει. Σχολεία που λειτουργούν σαν εξεταστικά εργοστάσια., οικογένειες εξαντλημένες από την οικονομική ανασφάλεια, νέοι άνθρωποι που μεγαλώνουν μέσα στην αγωνία της αποτυχίας, της ανεργίας και της κοινωνικής απόρριψης. Παντού ένας αδυσώπητος ανταγωνισμός, μια διαρκής πίεση να είσαι όμορφος, επιτυχημένος, αποδοτικός και εμπορεύσιμος.
Η σημερινή πολιτική τάξη δεν ενδιαφέρεται να καλλιεργήσει ανθρώπους με ψυχή και όνειρα αλλά θέλει πειθαρχημένους καταναλωτές και φοβισμένους εργαζόμενους. Θέλει νέους που να σκύβουν το κεφάλι μπροστά στην ανασφάλεια και να αποδέχονται ως φυσιολογική τη μοναξιά τους. Μέσα όμως σε αυτή τη συνθήκη, η κατάθλιψη δεν είναι προσωπική αποτυχία, είναι κοινωνικό σύμπτωμα.
Και η κοινωνία; Βουλιάζει στα ίδια της τα λύματα ενώ συνεχίζει να μιλά για πρόοδο. Έχει χάσει τη γλώσσα της αλληλεγγύης, έχει πυροβολήσει τις ελπίδες της. Οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται όλο και πιο ψυχρές, πιο ανταλλάξιμες, πιο πρόχειρες. Τα κοινωνικά δίκτυα υπόσχονται επικοινωνία αλλά συχνά γεννούν βαθύτερη απομόνωση, και περιθωριοποίηση. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι περπατούν μέσα στο πλήθος και νιώθουν αόρατοι.
Εκεί ακριβώς φωλιάζει ο τρόμος στις καρδιές των παιδιών. Είναι ο φόβος ότι αν δεν ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής, θα περιθωριοποιηθούν σαν άχρηστα αντικείμενα. Εκεί γεννιέται ο φόβος ότι δεν υπάρχει χώρος για αδυναμία, για ευαισθησία, για ανθρώπινο πόνο. Και όταν η ψυχή λυγίζει, το σύστημα δεν προσφέρει αγκαλιά αλλά αδιαφορία, αριθμούς πρωτοκόλλου και κούφιες δηλώσεις συμπόνιας.
Δεν αυτοκτόνησαν μόνο δυο κορίτσια αλλά φάνηκε πως έχει χρεοκοπήσει μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή που διαφημίζει την ευτυχία αλλά παράγει την απελπισία. Που μιλά για ελευθερία ενώ φυλακίζει τον άνθρωπο στον φόβο και στην ανασφάλεια. Που μετρά τα πάντα σε κέρδος και αφήνει την ανθρώπινη ψυχή να σαπίζει στο περιθώριο.
Το πιο τρομακτικό όμως είναι η συνήθεια. Η φοβερή μας ικανότητα να συγκλονιζόμαστε για λίγο και μετά να επιστρέφουμε ήρεμοι στην καθημερινή βαρβαρότητα. Να κάνουμε το δράμα είδηση, την είδηση θέαμα και το θέαμα λήθη. Σαν να μη χάθηκαν δυο παιδιά αλλά δυο στιγμές τηλεοπτικού χρόνου.
Κάποτε οι νέοι ονειρεύονταν να αλλάξουν τον κόσμο, σήμερα παλεύουν απλώς να επιβιώσουν μέσα του. Κι όταν ένα κορίτσι δεκαεπτά χρονών γράφει πως ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο παιδί, αλλά βρίσκεται στον κόσμο που του παραδώσαμε. Έναν κόσμο κουρασμένο, σκληρό και βαθιά άδικο, που σκοτώνει την ελπίδα πριν ακόμη προλάβει να γίνει ζωή.
Κι όμως, η πιο ύπουλη βία δεν είναι η κραυγή αλλά η σιωπή που την ακολουθεί. Η σιωπή των θεσμών που γνωρίζουν και δεν πράττουν και μαζί η σιωπή μιας πολιτείας που έχει μάθει να μετρά τις ανθρώπινες απώλειες ως στατιστικές αποκλίσεις και όχι ως τραύματα συλλογικής ευθύνης. Κάθε τέτοιο γεγονός δεν είναι μια «τραγωδία» με την αρχαιοελληνική επίφαση του μοιραίου, αλλά είναι προϊόν μιας καθημερινής κοινωνικής κατασκευής που δουλεύει αδιάκοπα, σαν μηχανή που παράγει απόγνωση με ρυθμούς βιομηχανίας.
Και μέσα σε αυτό το τοπίο, οι νέοι δεν ζητούν θαύματα, ζητούν χώρο να αναπνεύσουν χωρίς να αξιολογούνται, χωρίς να συγκρίνονται, χωρίς να απορρίπτονται πριν καν μιλήσουν. Αλλά μια κοινωνία που έχει εθιστεί στην ταχύτητα και στην κατανάλωση δεν έχει χρόνο για την ανθρώπινη ρωγμή, προτιμά να την καλύψει με συνθήματα, να την κρύψει κάτω από χαμόγελα βιτρίνας και να συνεχίσει απτόητη την πορεία της προς την επόμενη λήθη.
Πηγή: documentonews.gr
Διαβάστε εδώ για το σεμινάριο Αγιογραφίας στο ΑΠΘ με τους αδελφούς Χριστοδούλου.
Читайте также
Δυο κορίτσια στο κενό κι εμείς στον πάτο
Γράφει ο Απόστολος Αποστόλου, Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος: Οι Φωτιστές των Σλάβων και η κληρονομιά τους
Το ιεραποστολικό έργο των Θεσσαλονικέων αδελφών τον 9ο αιώνα, η δημιουργία του σλαβικού αλφαβήτου και η καθιέρωση της μητρικής γλώσσας στη λατρεία που άλλαξαν την Ευρώπη.
«Εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει»
Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σαμαρείτιδος του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητού
Πατήρ Λαυρέντιος Βουτσάς. Ο ακούραστος εξομολόγος.
Αγάπησε Την Παναγία, με όλη του την ψυχή. Ο βίος του λιτός και αυστηρός. Σαν εξομολόγος, ενέπνεε τον εξομολογούμενο.