Η Ζωή, οι Αγώνες και το Εγκώμιο του Πρώτου Εθνικού Κυβερνήτη της Ελλάδας

Η Ζωή, οι Αγώνες και το Εγκώμιο του Πρώτου Εθνικού Κυβερνήτη της Ελλάδας

Ποι­ὸς ἦ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης Κα­ππο­δί­στριας, αὐ­τὸς ποὺ κα­τὰ και­ροὺς χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πὸ Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους κο­ρυ­φαί­ους ἐ­πι­στή­μο­νες, ἐ­ρευ­νη­τὲς τῆς ζω­ῆς του, κα­θὼς καὶ αὐ­το­κρά­το­ρες καὶ ἡ­γε­μό­νες τῆς Εὐ­ρώ­πης, πρω­το­στά­της τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς πα­λιγ­γε­νε­σί­ας, ἅ­γιος ἔν­δο­ξος ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρας, ἀ­σκη­τὴς τῆς πο­λι­τι­κῆς, ἔν­θε­ος ἀ­γω­νι­στὴς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, μάρ­τυ­ρας τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης, κο­ρυ­φαῖ­ος τῶν Ἑλ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ., νι­κη­τὴς τοῦ Μέτ­τερ­νιχ, ὁ ἐξ ἀ­πορ­ρή­των σύμ­βου­λος καὶ Ὑ­πουρ­γὸς τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Ρω­σί­ας Ἀ­λε­ξάν­δρου Α’, ρυθ­μι­στὴς δε­ξι­ο­τέ­χνης τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῆς Ρω­σι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ἂν καὶ μὴ Ρῶσος, ἀλ­λὰ Ἕλ­λη­νας, ὁ με­γά­λος ἀρ­χι­τέ­κτο­νας τῆς πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κῆς εἰ­ρή­νης καὶ προ­στά­της τῆς Γαλ­λί­ας καὶ Ἑλ­βε­τί­ας;

Ὁ κό­μης Ἰ­ω­άν­νης Κα­ππο­δί­στριας, ἔ­ζη­σε καὶ ἔ­δρα­σε στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ σὲ ὅ­λη σχε­δὸν τὴν Εὐ­ρώ­πη, ἀλ­λὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν Ρω­σί­α, Αὐ­στρί­α καὶ Ἑλ­βε­τί­α.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­πτὰ χρό­νια αἱ­μα­τη­ρῶν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κῶν ἀ­γώ­νων καὶ θυ­σι­ῶν τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους γιὰ τὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­σή του, οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πο­φά­σι­σαν ὅ­τι «ὁ κα­τὰ πρᾶξιν καὶ θε­ω­ρί­αν» ἱ­κα­νὸς νὰ κυ­βερ­νή­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πο­λι­τεί­α εἶ­ναι ὁ κό­μης Ἰ­ω­άν­νης Κα­ππο­δί­στριας (1776-1831), ὁ πρῶ­τος Κυ­βερ­νή­της τῆς Ἑλ­λά­δος, ὁ ἅ­γιος τῆς Πο­λι­τι­κῆς, καὶ γι᾿ αὐ­τὸ ἡ ἐ­κλο­γὴ του ἦ­ταν ὁ­μό­φω­νη ἀ­πὸ τὴν ἐ­θνι­κὴ τρί­τη τῶν Ἑλ­λή­νων Συ­νέ­λευ­ση τῆς 3ης Ἀ­πρι­λί­ου 1827, στὴν Τροι­ζήῆνα, μὲ πρό­ε­δρο τὸν Γε­ώρ­γιο Σι­σί­νη καὶ Γραμ­μα­τέ­α τὸν Ν. Σπη­λιά­δη.

Ὁ Κα­ππο­δί­στριας εἶ­χε προ­βλέ­ψει τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ τὸν πε­ρί­με­ναν, για­τί γνώ­ρι­ζε τὰ πα­ρα­σκή­νια τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ κυ­ρί­ως πά­νω στὸ θέ­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας κα­θὼς καὶ τοὺς λί­γους μέν, ἀλ­λὰ ἰ­σχυ­ροὺς ἐ­κτε­λε­στὲς τῶν ξέ­νων ἐν­το­λῶν Ἕλ­λη­νες, ὀ­πα­δοὺς τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς προ­πα­γάν­δας καὶ φυ­σι­κὰ ὀ­πα­δοὺς τῆς Γαλ­λι­κῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης. Ἔ­γρα­φε στὸν φί­λο του Ἐ­ϋ­νάρ­δο ἀ­πὸ τὴ Ρωσ­ί­α ὅ­τι τὴν ἐ­κλο­γή του ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση τῆς Τροι­ζή­νας, θε­ω­ροῦ­σε ὡς «σταυ­ρὸ ποὺ τοῦ προ­ο­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ».

Τὸν σταυ­ρὸ τὸν δι­κό του τὸν σή­κω­σε ἀ­γόγ­γυ­στα ὁ Κα­ππο­δί­στριας. Τὸν σταυ­ρὸ ὅ­μως ὡς σύμ­βο­λο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τὸν ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε δυ­να­μι­κὰ καὶ ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τα τό­σο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ὅ­σο καὶ ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φε τὸν Ἰ­ού­νιο τοῦ 1828 «λυ­πού­με­θα μὴ δυ­νά­με­νοι νὰ ἀ­πο­δεί­ξω­μεν καρ­πο­φό­ρους, ὅ­σους οἱ σε­βά­σμιοι ἱ­ε­ράρ­χαι κα­τέ­βαλ­λον ἀ­γῶνας εἰς τὴν ἐ­κτέ­λε­σιν τῶν δι­α­τα­γῶν τῆς Ὑ­με­τέ­ρας Πα­να­γι­ό­τη­τος». Οἱ δι­α­τα­γὲς τῆς Πα­να­γι­ό­τη­τος ἦ­ταν κα­τ᾿ ἐν­το­λὴν τοῦ Σουλ­τά­νου, ἄ­ρα ἀ­πα­ρά­δε­κτες γιὰ τὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τὸν πι­στὸ λα­ὸ τῆς Ἑλ­λά­δος, τῆς ὁ­ποί­ας κα­τὰ τὸν Καπ­πο­δί­στρια «ἡ τύ­χη εἶ­ναι ἔρ­γο τῆς θεί­ας πρό­νοι­ας» καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­βε­βαί­ω­νε τὸν Πα­τριά­ρχη ὅ­τι ἡ Κυ­βέρ­νη­ση ἐ­νερ­γεῖ μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο γιὰ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τοῦ λα­οῦ καὶ ὅ­τι ἡ Κυ­βέρ­νη­ση θὰ πα­ρέ­με­νε ἄ­γρυ­πνη ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε αἱ­ρε­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ὁ Κα­ππο­δί­στριας, ὁ κο­ρυ­φαῖ­ος Εὐ­ρω­παῖ­ος δι­πλω­μά­της καὶ μέ­γας Ἕλ­λη­νας πο­λι­τι­κός, ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ τόλ­μη­σε καὶ ἀν­τέ­δρα­σε ἔν­το­να στὸν πα­νί­σχυ­ρο αὐ­στρια­κὸ καγ­κε­λά­ριο Μέτ­τερ­νιχ, στὸν αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Ρωσί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρο τὸν Α΄, ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ συ­νέ­βα­λε ὡς Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς Ρω­σί­ας στὴ θε­με­λί­ω­ση τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς εἰ­ρή­νης, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τοὺς Να­πο­λε­όν­τει­ους πο­λέ­μους, δι­εκ­πε­ραί­ω­σε μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἔρ­γο τῆς πο­λι­τεια­κῆς ἀ­να­συγ­κρό­τη­σης τῆς Ἑλ­βε­τί­ας, συ­νέ­βα­λε στὸ Πα­ρί­σι τὸ 1815 στὸ Συ­νέ­δριο τῆς Βι­έν­νης γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ Γαλ­λί­α ἀ­πὸ τὸν βέ­βαι­ο δι­α­με­λι­σμό της, ποὺ ἦ­ταν ἀ­με­τά­κλη­τη ἀ­πό­φα­ση Αὐ­στρί­ας, Ἀγ­γλί­ας, Πρωσί­ας, ὁ κα­τα­κερ­μα­τι­σμός της. Ὁ Λου­δο­βί­κος ΙΗ΄ γε­μᾶτος εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἀ­πηύ­θυ­νε στὸν Κα­ππο­δί­στρια τὰ πιὸ ὡ­ραῖα ἐ­παι­νε­τι­κὰ λό­για.

Ἀ­πὸ τὶς 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1828 ποὺ ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται στὸ Ναύ­πλιο ὁ πρῶ­τος Κυ­βερ­νή­της τῆς Ἑλ­λά­δος μέ­χρι τὸ τρα­γι­κὸ τέ­λος του στὶς 27 Σε­πτεμ­βρί­ου 1831, δη­λα­δὴ μέ­σα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τέσ­σε­ρα χρό­νια, κα­τόρ­θω­σε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ἔρ­γα ποὺ δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ μὲ ποι­ὸ ρυθ­μὸ καὶ αὐ­το­θυ­σί­α ἔ­γι­ναν.

Ἡ ἔ­κρη­ξη τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ὅ,τι θε­τι­κὸ εἶ­χε δη­μι­ουρ­γη­θεῖ σὲ ὅ­λους τοὺς χώ­ρους καὶ τοὺς θε­σμούς, ἐκ­παι­δευ­τι­κό, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό, δι­κα­στι­κό, οἰ­κο­νο­μι­κό, δι­οι­κη­τι­κό, στρα­τι­ω­τι­κό. Ὁ Κα­ππο­δί­στριας ἔ­φε­ρε κο­σμο­γο­νί­α στοὺς θε­σμοὺς σὲ ὅ­λους τοὺς το­μεῖς τῆς ἐ­ρει­πω­μέ­νης χώ­ρας.

Ἀ­μέ­σως μό­λις ἀ­νέ­λα­βε τὴν Κυ­βέρ­νη­ση σύ­στη­σε Πο­λε­μι­κὸ Συμ­βού­λιο, Ὑ­πουρ­γι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ Τμή­μα­τα Οἰ­κο­νο­μί­ας, Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν καὶ Πο­λε­μι­κῶν. Ἔ­λα­βε μέ­τρα γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς πει­ρα­τεί­ας καὶ τῆς λη­στεί­ας, ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὴν εὐ­νο­μί­α στὶς πό­λεις καὶ στὴν ἐ­παρ­χί­α, ὀρ­γά­νω­σε κυ­βερ­νη­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ ἐ­παρ­χια­κὴ δι­οί­κη­ση, ἀ­να­σύν­τα­ξε τὸν στρα­τὸ καὶ τὸν στό­λο, ἔ­θε­σε σὲ λει­τουρ­γί­α τὴν οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας καὶ ἐ­ξα­σφά­λι­σε μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους τὰ ἀ­παι­τού­με­να χρή­μα­τα γιὰ τὴν κά­λυ­ψη τῶν κρα­τι­κῶν δα­πα­νῶν, ποὺ εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει στὸ ἐ­λά­χι­στο. Ἵ­δρυ­σε δι­κα­στή­ρια, φρόν­τι­σε γιὰ τὴν  εἴ­σπρα­ξη τῶν φό­ρων ἀ­π᾿ εὐ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν Κυ­βέρ­νη­ση, χω­ρὶς τὴν ὕ­πο­πτη με­σο­λά­βη­ση τῶν προ­κρί­των, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ μει­ω­θεῖ ἡ πο­λι­τι­κὴ τους δύ­να­μη. Ἔ­λα­βε μέ­τρα γιὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς Ἐθνι­κῆς Παι­δεί­ας καὶ φρόν­τι­σε γιὰ τὴν ἔκ­δο­ση σχο­λι­κῶν βι­βλί­ων. Τὸ πρῶ­το δε­κα­ή­με­ρο τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1829 με­τα­φέρ­θη­κε ἡ ἕ­δρα τῆς Κυ­βέρ­νη­σης ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να, ποὺ ἦ­ταν μέ­χρι τό­τε πρω­τεύ­ου­σα, στὸ Ναύ­πλιο, ποὺ ὁ­ρί­στη­κε προ­σω­ρι­νὰ ὡς «κα­θέ­δρα τῆς κυ­βέρ­νη­σης».

Ἐ­πι­δό­θη­κε μὲ ἔν­θε­ο πά­θος στὸν ἱ­ε­ρὸ σκο­πὸ τῆς κυ­βερ­νη­τι­κῆς του ἀ­πο­στο­λῆς καὶ κυ­ρί­ως φρόν­τι­σε νὰ μὴν ἐκ­δί­δον­ται ἀν­τι­φα­τι­κοὶ νό­μοι καὶ μὲ φω­τι­σμέ­νες ἀ­πο­φά­σεις ἔ­κο­ψε νό­μι­σμα, τὸν φοί­νι­κα, δη­μι­ούρ­γη­σε Τρά­πε­ζα, στὴν ὁ­ποία ὡς πρῶ­το κε­φά­λαι­ο κα­τέ­θε­σε τὴν προ­σω­πι­κή του πε­ρι­ου­σί­α, δὲν ἔ­στει­λε τὰ χρή­μα­τά του στὴν Ἑλ­βε­τί­α, ἂν καὶ οἱ Ἑλ­βε­τοὶ τὸν λά­τρευ­αν ὡς Σω­τῆ­ρα τους, ὅ­πως καὶ ἦ­ταν. Προ­τί­μη­σε, ὅ­μως, ἀν­τὶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τοὺς φί­λους του, νὰ τρο­φο­δο­τή­σει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ό. Νὰ τὸν κα­τα­στή­σει αὐ­τάρ­κη, γιὰ νὰ πά­ψει νὰ δα­νεί­ζε­ται καὶ νὰ ὑ­πο­θη­κεύ­ει τὴ γῆ του, ὡς ἐγ­γύ­η­ση τῶν δα­νεί­ων. Στὴν κρί­σι­μη στιγ­μὴ γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ βρέ­θη­κε Κυ­βερ­νή­της της ὁ Κα­ππο­δί­στριας ὅ­λα ἔ­πα­θαν με­ταλ­λα­γὴ σὲ μί­α στιγ­μή. Ἐ­πι­νό­η­σε τὰ κα­τάλ­λη­λα μέ­τρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρόν­τι­σε νὰ δι­α­λύ­σει τὶς φα­τρί­ες καὶ τὶς κλί­κες τῶν μη­χα­νορ­ρά­φων, πρᾶγ­μα ποὺ τε­λι­κά τοῦ στοί­χι­σε τὴ ζω­ὴ καὶ ποὺ ὁ ἴ­διος ὁ Κυ­βερ­νή­της προ­αι­σθα­νό­ταν ὅ­τι δὲν θὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει.

Ἡ­γέ­της ἀ­φι­λο­κερ­δής, προ­νο­η­τι­κός, ὑ­πε­ρή­φα­νος, ἀ­νι­δι­ο­τε­λής, ἀ­πευ­θυ­νό­ταν σὲ ἕ­να λα­ὸ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ νε­ο­λαί­α, ἀλ­λὰ καὶ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς στη­ρί­ζον­ταν σὲ ἰ­δα­νι­κά, στὰ ἰ­δα­νι­κὰ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, τῆς πί­στης, τῆς πα­τρί­δας καὶ τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἐ­πι­δί­ω­ξή του ἦ­ταν, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ πλῆ­θος γρα­πτῶν πη­γῶν, ποὺ δι­α­θέ­του­με γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τα καὶ τὸ ἔρ­γο του, νὰ θε­με­λι­ώ­σει γε­ρὰ τὸ νέ­ο κρά­τος, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἄ­ξι­ων καὶ ἱ­κα­νῶν συ­νερ­γα­τῶν, ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Ἔ­τσι, ἡ ἔ­λευ­σή του στὴν Ἑλ­λά­δα θὰ δρο­μο­λο­γή­σει καὶ τὴν ταυ­τό­χρο­νη σχε­δὸν κά­θο­δο στὴν πα­τρί­δα πολ­λῶν Ἑλ­λή­νων λο­γί­ων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ καὶ γε­ω­πό­νων.

Ἡ ἀρ­τι­σύ­στα­τη πο­λι­τεί­α ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχυ­θεῖ μὲ τοὺς ἱ­κα­νούς, ἀ­φοῦ ἀ­κό­μη σκο­πὸς ἦ­ταν ἡ ἐθνι­κὴ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α καὶ ἡ κρα­τι­κὴ αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πὸ τὴν ὀ­θω­μα­νι­κὴ πύ­λη, γε­γο­νὸς ποὺ κα­τόρ­θω­σε σὲ σύν­το­μο σχε­τι­κὰ χρό­νο. Πῆ­ρε πλῆ­θος πρω­το­βου­λι­ῶν μό­λις ἦρ­θε στὴν ἐ­ρη­μω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα καὶ ὀρ­γά­νω­σε σὲ ἄ­ρι­στο βαθ­μὸ τὴν στοι­χει­ώ­δη ἐκ­παί­δευ­ση μὲ ἀρ­χὲς αὐ­στη­ρὰ ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ὀρ­θό­δο­ξες, θε­με­λί­ω­σε τὴ Δι­και­ο­σύ­νη, φρόν­τι­σε γιὰ τὴν πε­ρί­θαλ­ψη τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ τὴν ἄρ­τια ἐκ­παί­δευ­ση τό­σο τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὅ­σο καὶ τῶν κλη­ρι­κῶν. Ἔ­χτι­σε τὴ Γε­ωρ­γι­κὴ Σχο­λὴ στὴν Τί­ρυν­θα καὶ Στρα­τι­ω­τι­κὴ Σχο­λὴ στὸ Ναύ­πλιο, ὀρ­γά­νω­σε ἐθνι­κὸ στρα­τὸ ἀ­πὸ ἄ­τα­κτα στρα­τεύ­μα­τα. Ἵ­δρυ­σε ναυ­πη­γεῖ­α στὸν Πό­ρο καὶ στὸ Ναύ­πλιο, κα­τα­σκεύ­α­σε ἐ­θνι­κοὺς δρό­μους. Φρόν­τι­σε νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὶς ἀρ­χαι­ό­τη­τες, ἱ­δρύ­ον­τας τὸ 1829 Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὴ Ὑ­πη­ρε­σί­α καὶ Μου­σεῖ­ο μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Ἀν­δρέ­α Μου­στο­ξύ­δη, ἐ­πι­φα­νῆ λό­γιο τοῦ Ἔ­θνους.

Στὴν ὀρ­γά­νω­ση τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης εἶ­χε πο­λύ­τι­μο βο­η­θὸ τὶς εἰ­ση­γή­σεις του πο­λυ­μα­θοῦς ὀρ­θό­δο­ξου ὑ­παλ­λή­λου τοῦ ρω­σι­κοῦ κρά­τους Ἀ­λέ­ξαν­δρου Στούρ­ζα, βι­ο­γρά­φου καὶ ἐκ­δό­του τῶν ἐ­πι­στο­λῶν του ἀρ­γό­τε­ρα καὶ κα­τό­χου τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ἀρ­χεί­ου τοῦ Κυ­βερ­νή­τη.

Τὰ οἰ­κο­νο­μι­κά τοῦ κρά­τους ὁ Κα­ππο­δί­στριας τὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε καὶ μὲ τὴν πο­λύ­τι­μη βο­ή­θεια τῶν πλού­σι­ων φί­λων του τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, Ἑλ­λή­νων καὶ φι­λελ­λή­νων. Ξε­χω­ρι­στὴ θέ­ση γιὰ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Καπ­πο­δί­στρια στὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πε­δί­ο κα­τέ­χει ὁ Γαλ­λο­ελ­βε­τὸς φι­λέλ­λη­νας Ἰ­ω­άν­νης Ἐ­ϋ­νάρ­δος, ποὺ ἐ­νί­σχυ­σε ἠ­θι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τὸν Ἀ­γῶ­να καὶ στή­ρι­ξε τὶς προ­σπά­θει­ες τοῦ Κα­ππο­δί­στρια, γιὰ τὴν ὀρ­γά­νω­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους.

Ἕλ­λη­νας στὴν ψυ­χὴ καὶ στὸ φρό­νη­μα, μι­μη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ, νύ­χτα μέ­ρα σ᾿ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἐ­τῶν 1822-1827 μό­χθη­σε καὶ πά­σχι­σε ἀ­κα­τα­πό­νη­τα γιὰ τὴν ἐμ­πέ­δω­ση τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­καί­ων. Συ­ζη­τᾶ μὲ πολ­λοὺς ξέ­νους στρα­τι­ω­τι­κοὺς φι­λέλ­λη­νες τὸ θέ­μα τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς στὴν ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νη Ἑλ­λά­δα βο­ή­θειας. Κα­τα­στρώ­νει σχέ­δια δρά­σης καὶ ἐ­νερ­γει­ῶν. Ἔ­κα­νε τὴ Γε­νεύ­η ἤ­δη τὸ 1825 νὰ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸν ἀ­γῶνα της. Προ­ε­τοί­μα­σε μί­α ἐ­κρη­κτι­κὴ ἔκ­φρα­ση δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς κοι­νῆς γνώ­μης γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν ἀ­να­κτο­βου­λί­ων ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ θέ­μα. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ φι­λελ­λη­νι­κὰ ἄρ­θρα βρί­σκε­ται ὁ Κα­ππο­δί­στριας καὶ οἱ στε­νοί του Εὐ­ρω­παῖ­οι φί­λοι. Μὲ τὴν πτώ­ση τῆς ἱ­ε­ρῆς πό­λης τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου τὸ 1826 πη­γαί­νει καὶ ἀ­γω­νί­ζε­ται σκλη­ρὰ στὴ Γαλ­λί­α, στὴ Χά­γη, στὸ Ἄμ­στερ­νταμ, στὴ Γερ­μα­νί­α καὶ ἔ­τσι ξε­σπά­ει στὴν Εὐ­ρώ­πη με­γά­λο φι­λελ­λη­νι­κὸ ρεῦ­μα, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κὲς ἀρ­χὲς τῶν χω­ρῶν αὐ­τῶν. Ὡ­στό­σο μὲ τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τές του αὐ­τὲς ὁ Κα­ππο­δί­στριας κα­τόρ­θω­σε νὰ πυ­κνώ­σουν οἱ ὑ­λι­κὲς ἐ­νι­σχύ­σεις πρὸς τοὺς ἀ­γω­νι­ζό­με­νους καὶ ἡ κοι­νὴ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ γνώ­μη νὰ ἀ­σκή­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ πί­ε­ση στὶς κυ­βερ­νή­σεις τῶν χω­ρῶν της καὶ με­τέ­τρε­ψε εὐ­νο­ϊ­κὰ γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πό­θε­ση τὴν πο­λι­τι­κή τους.

Σπά­νια, ἂν ὄ­χι μο­να­δι­κή, ἡ πε­ρί­πτω­ση Κα­ππο­δί­στρια, ποὺ ἦ­ταν με­γά­λος ὡς πο­λι­τι­κός, ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λος ὡς ἄν­θρω­πος, στὸ ἔ­πα­κρον πα­τρι­ώ­της καὶ φι­λε­λεύ­θε­ρος, ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ σε­βό­ταν τὰ δι­και­ώ­μα­τα καὶ τὶς ἀ­ξί­ες του. Αὐ­τὲς ὅ­μως ἔ­πρε­πε ἀ­πα­ρέγ­κλι­τα νὰ εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ὀρ­θό­δο­ξες.

Ἀ­πὸ τὸ Ὡ­σαν­νὰ – Σταύ­ρω­σον. Ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ ποὺ τὸν λά­τρε­ψε, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ συμ­φε­ρον­το­λό­γους το­κο­γλύ­φους καὶ μι­κρό­ψυ­χους Ἑλ­λη­νό­φω­νους καὶ ξέ­νους πρά­κτο­ρες προ­πα­γαν­δι­στές. Σὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς στά­θη­κε ἀ­σπί­δα ἀ­κλό­νη­τη ὁ Κα­ππο­δί­στριας καὶ κι­βω­τὸς τῶν προ­αι­ώ­νι­ων ἀ­ξι­ῶν καὶ ἀρ­χῶν τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Πο­λέ­μη­σε μὲ ὅ­σα μέ­σα εἶ­χε τὴν ἐ­πι­χει­ρού­με­νη ἀλ­λο­τρί­ω­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ. Ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει. Ἦ­ταν πο­λὺ σκλη­ρὸ ἐμ­πό­διο γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πι­σθεῖ μὲ συμ­βι­βα­στι­κὰ μέ­σα.

Ἡ ὅ­λη πνευ­μα­τι­κή του πο­ρεί­α ἦ­ταν μί­μη­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἔ­γι­νε θρῦλος ποὺ κέρ­δι­σε τὴν ἀ­θα­να­σί­α καὶ ἔ­μει­νε σύμ­βο­λο, ποὺ μι­λᾶ στὶς ἑλ­λη­νι­κὲς καρ­δι­ές, γιὰ τὴ με­γά­λη θυ­σί­α καὶ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη στὸν Ἕλ­λη­να, μὲ τὴν αὐ­τα­πάρ­νη­σή του καὶ τὶς ἀ­ξί­ες ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν τὰ στε­νὰ ὅ­ρια τῆς πρό­σκαι­ρης ζω­ῆς.

Ἡ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στιγ­μὴ γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, στὴν αἱ­μα­τη­ρὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ ἀ­γῶνα τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας, ἦ­ταν ἡ ἐ­κλο­γὴ τοῦ Κα­ππο­δί­στρια, ὡς πρώ­του Κυ­βερ­νή­τη της. Τὸ τε­ρά­στιο πο­λι­τι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ Κα­ππο­δί­στρια, ποὺ ἀ­πὸ χρό­νια τὸ ἔ­θνος τὸν λα­χτα­ροῦ­σε καὶ τὸν πε­ρί­με­νε, φά­νη­κε με­τὰ τὸν μαρ­τυ­ρι­κό του θά­να­το, για­τί ἔ­λει­ψαν ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες ἡ δια­ύγεια τοῦ νοῦ του, ἡ εὐ­στρο­φί­α του, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά του νὰ παίρ­νει γρή­γο­ρες ἀ­πο­φά­σεις, ἡ ἀ­πό­λυ­τη τι­μι­ό­τη­τα, οἱ ὁ­ρα­μα­τι­σμοί του, ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή του στὸ ἔρ­γο του, ἡ δι­πλω­μα­τι­κή του ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά του νὰ γνω­ρί­ζει πολ­λὰ καὶ ὡ­στό­σο νὰ κα­τορ­θώ­νει πολ­λὰ ση­μεῖ­α ἀ­πὸ τὶς ἐ­νέρ­γει­ές του νὰ τὰ ἀ­φή­νει στὴ σκιά, κερ­δί­ζον­τας ἔ­τσι δι­πλω­μα­τι­κὲς μά­χες στὰ συ­νέ­δρια καὶ ἀ­κυ­ρώ­νον­τας δι­ά­φο­ρες συν­θῆ­κες, πά­νω στὰ ζω­τι­κὰ θέ­μα­τα γιὰ τὸν Ἑλ­λη­νι­σμό, ὅ­πως τὸ ἀ­καν­θῶ­δες θέ­μα ποὺ κα­θό­ρι­ζαν οἱ Με­γά­λες Δυ­νά­μεις γιὰ τὰ ἐθνι­κὰ κτή­μα­τα τῆς Ἑλ­λά­δος ἢ ἡ χά­ρα­ξη τῶν ὁ­ρί­ων τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, ὅ­που ὁ Κα­ππο­δί­στριας πρό­τει­νε νέ­ες ὁ­ρο­θε­τι­κὲς γραμ­μές. Τὶς ἀ­πό­ψεις τοῦ Κα­ππο­δί­στρια υἱ­ο­θε­τοῦν ἐν μέ­ρει οἱ ἀν­τι­πρό­σω­ποι τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων καὶ ἔ­τσι ἀ­πο­φεύ­γον­ται τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα, ὅ­πως τὸ νὰ θε­ω­ρη­θοῦν δι­ά­φο­ρα κτή­μα­τα ὡς τουρ­κι­κὰ καὶ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν στοὺς Τούρ­κους κτή­μα­τα ἑλ­λη­νι­κά. Τὰ πάν­τα ἁρ­πά­ξα­νε οἱ Τοῦρ­κοι πρὶν ἀ­πὸ τὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση καὶ αὐ­τὰ ἀ­να­κτή­θη­καν στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες μὲ χει­μάρ­ρους αἱ­μά­των καὶ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖα με­ρι­κὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν τὰ δύ­ο δά­νεια τοῦ Λον­δί­νου, καὶ ἄλ­λα ἔ­τρε­φαν τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ γυ­μνὸ ἔθνος. Τὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα αὐ­τὰ ἀ­να­τρέ­πα­νε τὶς τυ­χο­δι­ω­κτι­κὲς θρα­σύ­τα­τες ἀ­παι­τή­σεις τῆς Πύ­λης καὶ τὰ χει­ρι­ζό­ταν ὅ­λα μὲ ἀ­πί­στευ­τη δε­ξι­ο­τε­χνί­α ὁ Κυ­βερ­νή­της.

Ἐ­πὶ Κυ­βερ­νή­σε­ως Κα­ππο­δί­στρια δὲν ἐ­κτε­λέ­στη­κε κα­μμί­α θα­να­τι­κὴ ποι­νή. Πε­ρι­ό­ρι­σε ὅ­μως δι­ε­φθαρ­μέ­νες πρα­κτι­κές. Ὁ δῆ­θεν αὐ­ταρ­χι­κὸς Καπ­πο­δί­στριας ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε τὴν ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς καὶ πε­ρι­ου­σί­ας στὴν ὕ­παι­θρο καὶ τὶς πό­λεις. Δη­μι­ούρ­γη­σε τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ τὴν ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς νε­κρω­μέ­νης οἰ­κο­νο­μί­ας τῆς χώ­ρας. Ἀ­νοι­κο­δό­μη­σε πό­λεις καὶ χω­ριὰ καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ χά­ος σὲ σύν­το­μο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο προ­σπά­θη­σε νὰ ἐ­ξι­σώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις καὶ τὰ δι­και­ώ­μα­τα τῶν πο­λι­τῶν σὲ ὅ­λα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα τῆς χώ­ρας. Πε­ρι­ό­ρι­σε τὴν ἄ­σκη­ση προ­νο­μί­ων σὲ βά­ρος τῆς δί­και­ης κα­τα­νο­μῆς τῶν Ἐθνι­κῶν ἐ­σό­δων καὶ σὲ βά­ρος τῆς συ­νο­χῆς τοῦ Κρά­τους. Μὲ τὴν ἀ­πώ­λειά του ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἑλ­λά­δα βυ­θί­στη­κε στὸ πέν­θος. Τὸ καύ­χη­μα τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους ἔ­σβη­σε, μό­λις ὁ ἑλ­λη­νι­κὸς λα­ὸς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ στε­γνώ­νει τὰ δά­κρυ­ά του ἀ­πὸ τὸ μα­κρο­χρό­νιο ἀ­γῶ­να του καὶ νὰ γε­μί­ζει μὲ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸ μέλ­λον, ποὺ τὶς στή­ρι­ζε ὅ­λες στὸν Κυ­βερ­νή­τη του, τὸν σω­τῆ­ρα ἄγ­γε­λό του.

Ὁ λα­ὸς θρή­νη­σε πι­κρὰ τὸν τρα­γι­κὸ θά­να­τό του καὶ οἱ ἐκ­δη­λώ­σεις ὀ­δύ­νης κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κη­δεί­ας τοῦ Κα­ππο­δί­στρια ξε­πέ­ρα­σαν κά­θε προ­η­γού­με­νο. «Τὴν αὐ­γὴν», γρά­φει ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης στὴ «Δι­ή­γη­σή» του, «ὁ­πού τὸ ἔ­μα­θαν οἱ πο­λί­τες τῆς Τρι­πο­λι­τσᾶς, ἔ­μει­ναν νε­κροί. Ἄ­φη­σαν τὰ ἐρ­γα­στή­ριά τους, τὶς δου­λει­ές τους καὶ ἐ­περ­πα­τοῦ­σαν στοὺς δρό­μους σὰν τρελ­λοὶ». Ὅ­λα τὰ κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς, πε­ρι­γρά­φον­τας τὴν κη­δεί­α του, λέ­νε ὅ­τι ἀ­π᾿  ὅ­που περ­νοῦ­σε ὁ νε­κρός του Κυ­βερ­νή­τη, «ὁ λα­ὸς μὲ ὀ­λο­λυγ­μοὺς τὸν ὑ­πο­δέ­χε­το, θρη­νούν­των καὶ ἀ­να­βο­ών­των τὸν πα­τέ­ρα! Τὴν ἐλ­πί­δα».

Μὲ τὸν θά­να­το τοῦ Κα­ππο­δί­στρια ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­θη­καν τὰ ὀλι­γαρ­χι­κά συμ­φέ­ρον­τα, ποὺ τὸν κα­τα­πο­λε­μοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὸν συν­ταγ­μα­τι­κὸ καὶ φι­λε­λεύ­θε­ρο μαν­δύ­α μὲ τὴν ἀγ­γλο­γαλ­λι­κὴ συμ­πα­ρά­στα­ση. Ἀ­κό­μη, πολ­λα­πλα­σι­ά­στη­καν οἱ πα­ρεμ­βά­σεις τῶν Εὐ­ρω­παί­ων δι­πλω­μα­τι­κῶν ἐκ­προ­σώ­πων στὴν πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ τῆς χώ­ρας καὶ ἀ­πὸ τὸ μό­νι­μο κλῖμα ἀ­να­τα­ρα­χῆς ἐ­πω­φε­λή­θη­καν οἱ Με­γά­λες Δυ­νά­μεις, ὥ­στε νὰ πα­ρεμ­βαί­νουν συ­νε­χῶς στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά τῆς χώ­ρας. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς τοῦ κρα­τι­κοῦ κύ­ρους, ἡ πλή­ρης κα­τά­πτω­ση τῶν πο­λι­τι­κῶν ἠ­θῶν, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση τῶν Ἑλ­λή­νων πο­λι­τῶν.

Αἰ­ω­νί­α του ἡ Μνή­μη καὶ ἂς ἀ­να­στη­θεῖ ἕ­νας Ἰ­ω­άν­νης Κα­ππο­δί­στριας, γιὰ τὸ προ­δο­μέ­νο καὶ τα­πει­νω­μέ­νο σή­με­ρα ἑλ­λη­νι­κὸ ἔ­θνος, ποὺ  δὲν εἶ­ναι ἀνε­ξάρ­τη­το κρά­τος, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον αὐ­τό­νο­μο, ἀ­φοῦ ἔ­χου­με μὲν αὐ­το­δι­οί­κη­ση, ἀλ­λὰ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζει γιὰ ὅ­λα τὰ θέ­μα­τα, ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὸ κρά­τος. Οἱ Με­γά­λες – «Σύμ­μα­χες» – Δυ­νά­μεις ἐ­πα­νέ­καμ­ψαν, εἶ­ναι καὶ πά­λι πα­ροῦ­σες στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­τρί­δα καὶ δι­αγ­κω­νί­ζον­ται πά­νω στὸ πλη­γω­μέ­νο καὶ πά­λι κορ­μὶ τῆς Ἑλ­λά­δας. Ὁ Κα­ππο­δί­στριας, μὲ τὸ πα­ρά­δειγ­μά του πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξει καὶ σή­με­ρα τὸ δρό­μο, ἀ­φοῦ, ὅ­πως γρά­φει ὁ Νι­κό­λα­ος Σπη­λιά­δης στὰ «Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του»:

«Σὲ λί­γες ἡ­μέ­ρες ἀ­πέ­δει­ξε ὁ Κα­ππο­δί­στριας σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἔ­θνος ἑλ­λη­νι­κὸν καὶ ἔ­θνος ἀ­γα­θόν, τί­μιον, ἐ­νά­ρε­τον καὶ μά­λι­στα δε­κτι­κό­τα­τον νὰ κυ­βερ­νη­θεῖ, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πο­λι­τι­σμέ­να ἔ­θνη».

Καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Κυ­βερ­νή­της ἔ­γρα­φε τὶς πι­κρὲς πο­λι­τι­κὲς του δι­α­πι­στώ­σεις πρὸς τὸν Μη­τρο­πο­λί­τη Οὐγ­γρο­βλα­χί­ας Ἰ­γνά­τιο: «…Οἱ γεν­ναῖ­οι μας Ἕλ­λη­νες χαί­ρον­ται. Μό­νον ὀ­λί­γοι τι­νὲς ἀ­πα­τῶν­ται με­γά­λως νο­μί­ζον­τες ὅ­τι τὰ χρή­μα­τα ταῦ­τα εἶ­ναι δι᾿ αὐ­τοὺς καὶ μέλ­λου­σι νὰ πά­θω­σιν ὅ,τι ἔπα­θον καὶ αἱ λί­ραι τοῦ δα­νεί­ου. Ὅ­τι μὲν κλέ­πτου­σιν ὅ­που ὑ­πάρ­χει δι­οί­κη­σις, εἶ­ναι μὲν ἀ­ναμ­φί­βο­λον. Ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει χώ­ρα, ὅ­που πλη­σί­ον τῶν κλε­πτῶν νὰ ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες καὶ χι­λιά­δες οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἀ­στέ­γων καὶ ἀ­πο­θνη­σκου­σῶν ἐκ πεί­νης, κα­θὼς ἐν Ἑλ­λά­δι. Στο­χα­σθῆ­τε, Δε­σπό­τη μου, ὅ­τι αἱ δυ­στυ­χεῖς αὐ­ταὶ οἰ­κο­γέ­νειαι πά­σχουν ἐξ αἰ­τί­ας τῶν κλε­πτῶν καὶ πα­ρα­κα­λῶ, ἂν δύ­να­σθε, ἐν­θαρ­ρύ­να­τέ με νὰ εἶ­μαι συγ­κα­τα­βα­τι­κὸς πρὸς μί­αν δρά­κα [δη­λα­δὴ μι­κρὴ ὁ­μά­δα] ἀν­θρω­πα­ρί­ων με­ταλ­λο­θέ­ων [δη­λα­δὴ χρυ­σο­καν­θά­ρων] ἐ­ναν­τί­ον τῶν ὁ­ποί­ων δὲν ἐ­κί­νη­σα τὴν βα­ρεῖαν χεῖρα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ἀρ­κού­με­νος νὰ τοὺς γνω­ρί­σω κα­λῶς καὶ νὰ τοὺς πα­ρα­δώ­σω, ἐ­ὰν πα­ρα­στῇ ἀ­νάγ­κη, εἰς τὰς ἀ­ρὰς τοῦ λα­οῦ…». 

Της Μαρίας Μαντουβάλου.
Ἀν. Καθ. Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν

Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε ποιους ενοχλεί η ταινία Καποδίστριας.

Читайте также

Η Ζωή, οι Αγώνες και το Εγκώμιο του Πρώτου Εθνικού Κυβερνήτη της Ελλάδας

Της Μαρίας Μαντουβάλου.

Λύθηκε το μυστήριο της κατασκευής της Πυραμίδας του Χέοπα;

Μια νέα μελέτη υποδεικνύει τον τρόπο ανύψωσης των τεράστιων λίθων βάρους δεκάδων τόνων.

«Oικοκτονία» - ecocide!

Είναι η περιβαλλοντική καταστροφή έγκλημα;

Περί της αξίας και ορθής χρήσεως της εκκλησιαστικής γλώσσας

Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’

Ο Όμηρος δεν έχει γυριστεί ακόμα

Γιατί ο κινηματογράφος συνεχίζει να χάνει την οργή, την επιστροφή και τον ηθικό κόσμο των επών - Ελένη Φούφα-Τζούσμα.

Ιωάννης Καποδίστριας, γνήσιο τέκνο της Ορθοδοξίας

Αθανάσιος Καραθανάσης, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, Καθηγητής Πανεπιστημίου Λευκωσίας