Σεραφείμ Ρόουζ: Ζ' ΜΕΡΟΣ της 3ης Διάλεξης – Η Αναγέννηση

Φωτογραφία της ΕΟΔ

Η ΕΟΔ συνεχίζει να δημοσιεύει τις 13 διαλέξεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ σε μετάφραση του Γεώργιου Τρακάκη, Επιστήμονα Υλικών Δρ. Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών, Πάτρα. Ένα Ορθόδοξο Μάθημα Επιβίωσης: κατανοώντας την αποστασία του Δυτικού πολιτισμού μέσα από την Ορθόδοξη πίστη.

3η Διάλεξη - Ζ’ ΜΕΡΟΣ - Χιλιασμός[1]

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το κύριο θρησκευτικό ρεύμα της εποχής ήταν ο Προτεσταντισμός και ο ολοένα πιο εκκοσμικευμένος Καθολικισμός. Και τα δύο κινήματα υποβάθμιζαν τη θρησκεία απλά σε λογική και συναίσθημα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Καθολικισμός προσπαθούσε να διατηρήσει κάτι από το παρελθόν, αλλά προφανώς έκανε μεγάλες παραχωρήσεις στο πνεύμα της εποχής, το οποίο άλλωστε ο ίδιος είχε εισαγάγει· ήταν βαθιά δεμένος με τη νέα εποχή. Αλλά μέσα σε αυτήν την περίοδο υπάρχουν αρκετά υπόγεια ρεύματα στη θρησκεία, τα οποία είναι πολύ χαρακτηριστικά.

Υπήρχαν χιλιαστικά κινήματα. Και ένα κλασικό βιβλίο γι’ αυτά, Η Αναζήτηση της Χιλιετίας[2], είναι μια μελέτη των χιλιαστικών κινημάτων αυτής της περιόδου, από τον Μεσαίωνα έως τη Μεταρρύθμιση. Ο συγγραφές του Νόρμαν Κον λέει:

«Δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ένδειξη ότι τέτοια κινήματα εμφανίστηκαν πριν από τα τελευταία χρόνια του ενδέκατου αιώνα».

Αυτό συμπίπτει ακριβώς με την εποχή που η Ρώμη έφυγε από την Εκκλησία. Αυτό το ίδιο νέο πνεύμα φανερώθηκε και στην εμφάνιση αυτών των νέων αιρετικών κινημάτων.

Αυτή είναι επίσης η ίδια περίοδος, παρεμπιπτόντως, κατά την οποία η πρακτική του μαστιγώματος εμφανίζεται — μετά την αποχώρηση της Ρώμης από την Εκκλησία. Ο συγγραφέας, έχοντας κοσμικό προσανατολισμό, λέει ότι αυτό οφείλεται στις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή στην άνοδο του εμπορίου και της βιομηχανίας αντί της γεωργίας. Αλλά μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι νέες πνευματικές συνθήκες, η δυνατότητα για ένα νέο είδος χριστιανισμού μετά την εγκατάλειψη της Ορθοδοξίας, είναι πιθανότατα ο κυριότερος λόγος. Μιλά επίσης γι’ αυτό στο βιβλίο του, αντιπαραβάλλοντας τη στάση πριν από τον Μεσαίωνα με τη στάση στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση:

«Αν η φτώχεια, οι δυσκολίες και η συχνά καταπιεστική εξάρτηση αρκούσαν από μόνες τους για να παράγουν χιλιασμό, τότε ο επαναστατικός χιλιασμός θα είχε ρεύσει έντονα ανάμεσα στους αγρότες της μεσαιωνικής Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, όμως, σπάνια εμφανιζόταν. […] Μόνο πολύ σπάνια οι εγκατεστημένοι χωρικοί μπορούσαν να παρακινηθούν να ξεκινήσουν την επιδίωξη της Χιλιετίας».

Αυτό που περιγράφει είναι η ζωή σε μια κοινωνία παραδοσιακού τύπου· αλλά υπό νέες συνθήκες: τόσο εξωτερικές (η άνοδος εμπορίου και βιομηχανίας, η αστάθεια των συντεχνιών), όσο και εσωτερικές· δηλαδή επειδή είχε εισέλθει αυτό το νέο πνεύμα που σήμαινε ότι η Ορθοδοξία δεν ήταν πλέον αρκετή. Και άρχιζε η αναζήτηση ενός νέου χριστιανισμού, μιας νέας θρησκείας. Σε μια κοινωνία προσανατολισμένη στην παράδοση, ο ίδιος συγγραφέας λέει:

«η ίδια η σκέψη μιας θεμελιώδους μεταμόρφωσης της κοινωνίας ήταν σχεδόν αδιανόητη».

Και όμως αυτά τα νέα κινήματα άρχισαν να συλλαμβάνουν ακριβώς αυτήν την ιδέα — την απαρχή όσων αργότερα θα δούμε ως το πνεύμα της σύγχρονης επανάστασης.

Κάποιοι από αυτούς τους αιρετικούς ονομάζονταν Αδελφοί του Ελεύθερου Πνεύματος, και άνθησαν από τον 11ο αιώνα και εξής, με διδασκαλίες ότι ο Θεός είναι τα πάντα, κάθε κτιστό πράγμα είναι θεϊκό, έρχεται μια νέα εποχή του Αγίου Πνεύματος και, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιωακείμ του Φιόρε, ότι κάθε άτομο έχει το Άγιο Πνεύμα και είναι το ίδιο θεϊκό, και επομένως μπορεί να αμαρτάνει και να παραμένει «καθαρό».

Υπήρχε και μια Αδελφή Κατερίνα τον 14ο αιώνα που είχε μια εκστατική εμπειρία και δήλωσε:

«Χαρείτε μαζί μου, γιατί έγινα Θεός».

Κάτι που δεν απέχει και τόσο από τον Φραγκίσκο της Ασίζης.

Ένα άλλο κίνημα ονομάζεται Κίνημα των Ταβοριτών του 15ου αιώνα· ήταν ένα κίνημα κομμουνιστικού τύπου, μια επιστροφή στη «χρυσή εποχή» όπου όλοι είναι ίσοι. Την ίδια εποχή υπήρχε ένας Θωμάς Μούντσερ (Thomas Müntzer), που γεννήθηκε λίγα μόλις χρόνια μετά τον Λούθηρο. Αυτός κήρυττε τη Χιλιετία και τη μαζική εξόντωση όλων όσοι αντιστέκονταν στη διδασκαλία του. Κατά τη γνώμη του, όλα τα πράγματα έπρεπε να κατέχονται από κοινού. Τελικά συνελήφθη και θανατώθηκε μετά από μια εξέγερση που προσπάθησε να οργανώσει. Ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο Μύντσερ εξιδανικεύτηκε αργότερα από τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος έγραψε, νομίζω, ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτόν. Και οι κομμουνιστές ιστορικοί μέχρι σήμερα στη Ρωσία λένε ότι είναι προάγγελος του κομμουνισμού· και θα δούμε αργότερα ότι οι οικονομικές του ιδέες δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Ήταν, ωστόσο, μέσα στο ίδιο πνεύμα με το κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή χιλιαστικό, αν και, σε αντίθεση με τον Μούντσερ, χωρίς αναφορά στο Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα, το 1534, εμφανίζονται άνθρωποι που ονόμαζαν τον εαυτό τους Αναβαπτιστές· δηλαδή ήταν εναντίον του νηπιοβαπτισμού, επειδή κάθε άνθρωπος, έλεγαν, πρέπει να ξέρει ο ίδιος σε τι μπαίνει. Έκαναν μια ένοπλη εξέγερση στο Μύνστερ, στην οποία ξεχύθηκαν από «άγριοι άνδρες» που έτρεχαν στους δρόμους καλώντας σε μετάνοια· και υπήρχαν αποκαλυπτικά οράματα μέσα στους δρόμους. Η πόλη του Μύνστερ ανακηρύχθηκε Νέα Ιερουσαλήμ. Οι περισσότεροι Λουθηρανοί έφυγαν. Και οι Αναβαπτιστές από όλες τις γύρω κωμοπόλεις κατέφτασαν στη Μύνστερ, η οποία είχε πληθυσμό περίπου δέκα χιλιάδες. Πέρασαν από μοναστήρια και εκκλησίες και τα λεηλάτησαν. Μέσα σε μία νύχτα, πήραν όλες τις εικόνες, τα αγάλματα και τα βιβλία από τον καθολικό καθεδρικό και τα κατέστρεψαν. Δύο λεγόμενοι «Ολλανδοί προφήτες», ο Μάττυς[3] και ο Μπόκελσον[4], έγιναν οι ηγέτες τους και μετέτρεψαν την πόλη σε θεοκρατία. Όλοι οι Λουθηρανοί και Καθολικοί που απέμειναν καταδικάστηκαν σε εκτέλεση· αλλά αργότερα γ απόφαση έγινε ηπιότερη και τους έδιωξαν εκτός πόλης. Στη συνέχεια ιδρύθηκε νέο δικαστήριο, στο οποίο ήταν αδίκημα να μην είσαι βαπτισμένος στην πίστη των Αναβαπτιστών· η ποινή ήταν θάνατος. Οι μόνοι που θα έμεναν στην πόλη θα ήταν «οι αδελφοί και αδελφές», τα Παιδιά του Θεού. Ο καθολικός επίσκοπος φυσικά αντιτάχθηκε και πολιόρκησε την πόλη.

Τότε εγκαθιδρύθηκε ένα καθεστώς τέλειου, δήθεν, “κομμουνισμού”. Όλη η περιουσία δημεύθηκε από τους ηγέτες· και όσοι διαφωνούσαν ή εξέφραζαν οποιαδήποτε αντίρρηση, φυλακίζονταν και εκτελούνταν. Και την ώρα που εκτελούνταν, τραγουδούσαν ύμνους. Καθιερώθηκε μια βασιλεία τρόμου, η οποία περιγράφεται στο βιβλίο του Κον με λεπτομέρειες:

«Ο τρόμος είχε αρχίσει, και ήταν μέσα σε ατμόσφαιρα τρόμου που ο Μάττυς προχώρησε να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό, που επί μήνες αιωρούνταν ως θαυμαστό χιλιαστικό όραμα στη φαντασία των Αναβαπτιστών. Μια προπαγανδιστική εκστρατεία ξεκίνησε από τον Μάττυς… και άλλους κήρυκες. Ανακοινώθηκε ότι οι αληθινοί χριστιανοί δεν πρέπει να έχουν δικά τους χρήματα, αλλά να τα κατέχουν από κοινού· απ’ αυτό συνεπαγόταν ότι όλα τα χρήματα, και επίσης όλα τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα, πρέπει να παραδοθούν.

«Στην αρχή υπήρξε αντίσταση· κάποιοι Αναβαπτιστές έθαψαν τα χρήματά τους. Ο Μάττυς απάντησε με εντατικοποίηση του τρόμου. Άνδρες και γυναίκες που είχαν βαπτιστεί μόνο κατά τις εκδιώξεις συγκεντρώθηκαν και τους ειπώθηκε ότι, αν ο «Πατέρας» δεν τους συγχωρέσει, πρέπει να πεθάνουν από τα σπαθιά των δικαίων. Κλειδώθηκαν μέσα σε μια εκκλησία και κρατήθηκαν πολλές ώρες μέσα στην αβεβαιότητα, μέχρι να καταρρεύσουν ψυχικά.

«Τελικά ο Μάττυς εισέβαλε με ένοπλη ομάδα. Τα θύματα σύρθηκαν στα γόνατα, παρακαλώντας τον, ως «αγαπημένο του Πατέρα», να μεσιτεύσει γι’ αυτούς. Και εκείνος — είτε το έκανε είτε το προσποιήθηκε — ανακοίνωσε στο τέλος ότι πέτυχε τη συγχώρησή τους και πως ο Πατέρας ήταν ευχαριστημένος να τους δεχτεί στην «κοινότητα των δικαίων». Μετά από αυτήν την πράξη εκφοβισμού, ο Μάττυς αισθάνθηκε πολύ πιο ήρεμος σχετικά με την «ψυχική κατάσταση» της Νέας Ιερουσαλήμ.

«Η προπαγάνδα κατά της ιδιωτικής κατοχής χρημάτων συνεχίστηκε επί εβδομάδες, συνοδευόμενη τόσο από τις πιο δελεαστικές κατευναστικές υποσχέσεις όσο και από τις πιο τρομακτικές απειλές. Η παράδοση των χρημάτων έγινε κριτήριο αληθινής χριστιανοσύνης. Όσοι δεν συμμορφώνονταν κηρύσσονταν κατάλληλοι για εξόντωση, και φαίνεται ότι πράγματι έγιναν κάποιες εκτελέσεις. Μετά από δύο μήνες αδιάκοπης πίεσης η ιδιωτική κατοχή χρημάτων καταργήθηκε ουσιαστικά. Από τότε και στο εξής τα χρήματα χρησιμοποιούνταν μόνο για δημόσιους σκοπούς που αφορούσαν συναλλαγές με τον έξω κόσμο: για την πρόσληψη μισθοφόρων για να πολεμήσουν κατά του επισκόπου, για την αγορά εφοδίων και για τη διάδοση προπαγάνδας. Οι τεχνίτες μέσα στην πόλη… λάμβαναν τους μισθούς τους όχι σε χρήμα αλλά σε είδος…

«Η κατάργηση της ιδιωτικής κατοχής χρημάτων, ο περιορισμός της ιδιωτικής κατοχής τροφής και στέγης θεωρούνταν ως τα πρώτα βήματα προς ένα κράτος στο οποίο… τα πάντα θα ανήκαν σε όλους και οι διακρίσεις μεταξύ “δικό μου” και “δικό σου” θα εξαφανίζονταν. Ο ίδιος ο Μπόκελσεν το εξέφρασε ως εξής: «όλα τα πράγματα θα ήταν κοινά· δεν θα υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία και κανείς δεν θα έκανε πια κανενός είδους εργασία, αλλά θα εμπιστευόταν απλώς τον Θεό».

«Ένας λόγιος από την Αμβέρσα έγραψε στον Έρασμο του Ρότερνταμ —ο οποίος, βεβαίως, δεν συμπαθούσε όλες αυτές τις παράλογες κινήσεις, επειδή πίστευε ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι λογικοί, φιλελεύθεροι και ανεκτικοί—: «Εμείς εδώ ζούμε σε άθλια αγωνία εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο η εξέγερση των Αναβαπτιστών έχει φουντώσει. Διότι πραγματικά ξεπήδησε σαν φωτιά. Νομίζω πως υπάρχει μετά βίας χωριό ή πόλη όπου ο δαυλός δεν πυρώνει κρυφά. Κηρύττουν κοινοκτημοσύνη, με αποτέλεσμα όλοι όσοι δεν έχουν τίποτα να συρρέουν».

Μπορείτε, βεβαίως, να δείτε ότι θα υπάρχουν πολλά δευτερεύοντα κίνητρα στους ανθρώπους που έρχονται, αλλά επίσης το ότι αυτό το κίνημα μπορούσε να εξαπλωθεί σαν πυρκαγιά σημαίνει πως υπάρχει μια βαθιά προσδοκία, κάποιο είδος χιλιαστικής νέας θρησκείας.

«…Στα μέσα Μαρτίου ο Ματθής απαγόρευσε όλα τα βιβλία εκτός από τη Βίβλο. Όλα τα άλλα έργα, ακόμη και αυτά που ανήκαν σε ιδιωτική κατοχή, έπρεπε να φερθούν στην κεντρική πλατεία του καθεδρικού και να ριχτούν σε μια μεγάλη πυρά.

Ύστερα αυτός ο Ματθής έκανε ένα λάθος. Είχε μια θεϊκή εντολή να βγει και να πολεμήσει τον εχθρό, και ο εχθρός τον σκότωσε. Τότε ο Μπόκελσεν ανέλαβε και ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά. Πρώτη του πράξη ήταν να τρέξει γυμνός μέσα στην πόλη σε παραλήρημα και να πέσει σε έκσταση επί τρεις ημέρες.

«Όταν η ομιλία επανήλθε σε αυτόν, κάλεσε τον πληθυσμό και ανακοίνωσε ότι ο Θεός του είχε αποκαλύψει πως το παλιό πολίτευμα της πόλης, ως ανθρώπινο έργο, έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα νέο, που θα ήταν έργο του Θεού. Οι δήμαρχοι και το συμβούλιο καθαιρέθηκαν από τα καθήκοντά τους. Στη θέση τους ο Μπόκελσεν όρισε τον εαυτό του και —κατά το πρότυπο του αρχαίου Ισραήλ— δώδεκα πρεσβυτέρους…»

«Η σεξουαλική συμπεριφορά ρυθμιζόταν αρχικά τόσο αυστηρά όσο και όλες οι άλλες πλευρές της ζωής. Η μόνη μορφή σεξουαλικής σχέσης που επιτρεπόταν ήταν ο γάμος μεταξύ δύο Αναβαπτιστών. Η μοιχεία και η πορνεία —που θεωρούνταν ότι περιλαμβάνουν και τον γάμο με κάποιον από τους “ασεβείς”— ήταν κεφαλαιώδη εγκλήματα. Αυτό ήταν σύμφωνο με την Αναβαπτιστική παράδοση… Αυτή η τάξη έλαβε όμως απότομα τέλος όταν ο Μπόκελσεν αποφάσισε να καθιερώσει την πολυγαμία…

«Όπως και η κοινοκτημοσύνη, η πολυγαμία συνάντησε αντίσταση όταν πρωτοεισήχθη. Υπήρξε μια ένοπλη εξέγερση κατά την οποία ο Μπόκελσεν, ο Κνιππερντόλλινκ και οι ιεροκήρυκες ρίχτηκαν στη φυλακή· αλλά οι επαναστάτες, όντας μια μικρή μειοψηφία, νικήθηκαν σύντομα και περίπου πενήντα από αυτούς θανατώθηκαν».

Η πόλη αυτή έχει περίπου 10.000 κατοίκους.

«Στις επόμενες ημέρες εκτελέστηκαν επίσης άλλοι που τόλμησαν να επικρίνουν τη νέα διδασκαλία· και έως τον Αύγουστο η πολυγαμία είχε εδραιωθεί… Η θρησκευτική τελετή του γάμου» τελικώς «καταργήθηκε και οι γάμοι συνάπτονταν και διαλύονταν με μεγάλη ευκολία. Ακόμη κι αν πολλά από τα εχθρικά κείμενα που διαθέτουμε παρακαμφθούν ως υπερβολικά, φαίνεται βέβαιο ότι οι κανόνες σεξουαλικής συμπεριφοράς στο Βασίλειο των Αγίων διένυσαν όλο το τόξο από αυστηρό πουριτανισμό μέχρι καθαρή ασυδοσία…

«Το κύρος του Μπόκελσεν ήταν στο απόγειό του όταν, στα τέλη Αυγούστου του 1534, μια μεγάλη επίθεση αποκρούστηκε τόσο αποτελεσματικά ώστε ο επίσκοπος βρέθηκε ξαφνικά εγκαταλελειμμένος τόσο από τους υποτελείς του όσο και από τους μισθοφόρους. Ο Μπόκελσεν θα ήταν φρόνιμο να οργανώσει μια έξοδο και ίσως να είχε καταλάβει το στρατόπεδο του επισκόπου, αλλά αντ’ αυτού χρησιμοποίησε την ευκαιρία για να ανακηρυχθεί βασιλιάς.

Υπήρχε τώρα ένας χρυσοχόος που εμφανίστηκε ως προφήτης.

«Κάποτε, στην κεντρική πλατεία, αυτός ο άνθρωπος δήλωσε ότι ο Ουράνιος Πατήρ τού είχε αποκαλύψει πως ο Μπόκελσεν επρόκειτο να γίνει βασιλιάς ολόκληρου του κόσμου, κρατώντας εξουσία πάνω σε όλους τους βασιλείς, τους πρίγκιπες και τους ισχυρούς της γης. Επρόκειτο να κληρονομήσει το σκήπτρο και τον θρόνο του προπάτορά του Δαβίδ και να τα κρατήσει μέχρις ότου ο Θεός τού αφαιρούσε το βασίλειο…

«Ο νέος βασιλιάς έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να τονίσει την μοναδική σημασία της ανόδου του. Οι δρόμοι και οι πύλες της πόλης έλαβαν νέα ονόματα· οι Κυριακές και οι εορτές καταργήθηκαν και οι ημέρες της εβδομάδας μετονομάστηκαν βάσει αλφαβητικού συστήματος· ακόμη και τα ονόματα των νεογέννητων παιδιών επιλέγονταν από τον βασιλιά σύμφωνα με ειδικό σύστημα. Παρόλο που τα χρήματα δεν είχαν καμία λειτουργία στο Μύνστερ, δημιουργήθηκε ένα νέο καθαρά διακοσμητικό νόμισμα. Κόπηκαν χρυσά και αργυρά νομίσματα, με επιγραφές που συνοψίζουν ολόκληρη τη χιλιετιστική φαντασία που έδινε νόημα στο βασίλειο». Οι επιγραφές περιλάμβαναν: «“Ο Λόγος έγινε Σάρκα και κατοικεί εντός μας”· “Ένας Βασιλιάς πάνω σε όλους. Ένας Θεός, μία Πίστη, ένα Βάπτισμα”». Ένα ειδικό έμβλημα δημιουργήθηκε για να συμβολίσει τον ισχυρισμό του Μπόκελσεν για απόλυτη πνευματική και κοσμική κυριαρχία επί όλου του κόσμου: μια υδρόγειος, που αναπαριστά τον κόσμο, διαπερασμένη από τα δύο ξίφη (εκ των οποίων έως τώρα ο πάπας και ο αυτοκράτορας έφερε από ένα) και εστεμμένη από έναν σταυρό με την επιγραφή: «Ένας βασιλιάς δικαιοσύνης πάνω σε όλους». Ο ίδιος ο βασιλιάς έφερε αυτό το έμβλημα, κατασκευασμένο από χρυσό, κρεμασμένο από χρυσή αλυσίδα στον λαιμό του. Οι ακόλουθοί του το φορούσαν ως σήμα στα μανίκια τους· και έγινε αποδεκτό στο Μύνστερ ως το έμβλημα του νέου κράτους…

«Στην αγορά υψώθηκε ένας θρόνος· σκεπασμένος με χρυσό ύφασμα, υψωνόταν πάνω από τα γύρω έδρανα που είχαν δοθεί στους βασιλικούς συμβούλους και στους ιεροκήρυκες. Μερικές φορές ο βασιλιάς ερχόταν εκεί για να δικάσει ή για να παραστεί στην αναγγελία νέων διαταγμάτων. Προαναγγελλόμενος από σαλπίσματα, έφθανε έφιππος, φορώντας το στέμμα του και κρατώντας το σκήπτρο του. Μπροστά του βάδιζαν οι αξιωματούχοι της αυλής, πίσω του ο πρωθυπουργός και μια μακριά σειρά από υπουργούς, αυλικούς και υπηρέτες. Η βασιλική φρουρά συνόδευε και προστάτευε ολόκληρη την πομπή και σχημάτιζε κλοιό γύρω από την πλατεία όσο ο βασιλιάς καταλάμβανε τον θρόνο του. Στις δύο πλευρές του θρόνου στεκόταν ένας ακόλουθος· ο ένας κρατούσε ένα αντίτυπο της Παλαιάς Διαθήκης — για να δείξει ότι ο βασιλιάς ήταν διάδοχος του Δαβίδ και προικισμένος με την εξουσία να ερμηνεύει εκ νέου τον Λόγο του Θεού — ο άλλος κρατούσε ένα γυμνό ξίφος.

»Ενώ ο βασιλιάς επιμελώς διαμόρφωνε αυτό το μεγαλοπρεπές ύφος ζωής για τον εαυτό του, τις συζύγους και τους φίλους του, επέβαλε στη μάζα του λαού αυστηρότατη λιτότητα. Οι άνθρωποι που είχαν ήδη παραδώσει το χρυσάφι και το ασήμι τους τώρα υποβάλλονταν σε επίταξη της τροφής και της στέγασής τους».

Στα νέα έργα που γράφονταν τότε

«…η φαντασία των Τριών Εποχών» του Ιωακείμ του Φλώριου «εμφανίστηκε σε νέα μορφή. Η Πρώτη Εποχή ήταν η εποχή της αμαρτίας και διαρκούσε μέχρι τον Κατακλυσμό· η Δεύτερη Εποχή ήταν η εποχή του διωγμού και του Σταυρού και διαρκούσε έως το παρόν· η Τρίτη Εποχή θα ήταν η εποχή της εκδίκησης και του θριάμβου των Αγίων. Ο Χριστός, εξηγούσαν, είχε άλλοτε προσπαθήσει να επαναφέρει τον αμαρτωλό κόσμο στην αλήθεια, αλλά χωρίς μόνιμη επιτυχία».

Βλέπετε ότι το νέο χριστιανικό μήνυμα πρέπει να βελτιώσει το παλαιό.

«Η τρομοκρατία, γνώριμο στοιχείο επί μακρόν στη ζωή της Νέας Ιερουσαλήμ, εντάθηκε κατά τη βασιλεία του Μπόκελσεν. Μέσα σε λίγες ημέρες από την ανακήρυξη της μοναρχίας, ο Ντούζεντσουρ», ένας από τους ιεροκήρυκες, «ανακοίνωσε ότι του είχε αποκαλυφθεί πως στο εξής όλοι όσοι επέμεναν να αμαρτάνουν ενάντια στην αναγνωρισμένη αλήθεια έπρεπε να οδηγούνται μπροστά στον βασιλιά και να καταδικάζονται σε θάνατο. Θα εξαλείφονταν από τον Εκλεκτό Λαό· η ίδια η μνήμη τους θα σβηνόταν, και οι ψυχές τους δεν θα εύρισκαν έλεος πέρα από τον τάφο. Μέσα σε δύο ημέρες άρχισαν οι εκτελέσεις.

Έστειλαν απεσταλμένους, προφήτες των Αποστόλων, για να ξεσηκώσουν και άλλες πόλεις στην ίδια επανάσταση.

«Ο σκοπός όλων αυτών των εξεγέρσεων ήταν αυτός που είχε ορίσει ο Μπόκελσεν, και ήταν ακόμη ο ίδιος σκοπός που είχε εμπνεύσει τόσα χιλιαστικά κινήματα…: “Να σκοτωθούν όλοι οι μοναχοί και οι ιερείς και όλοι οι άρχοντες που υπάρχουν στον κόσμο, διότι ο δικός μας βασιλιάς μόνο είναι ο νόμιμος άρχοντας”.

«…Κατά τις τελευταίες, πιο απελπισμένες εβδομάδες της πολιορκίας» —ο καθολικός επίσκοπος τους πολιορκούσε εκ νέου— «ο Μπόκελσεν έδειξε πλήρως την επιδεξιότητά του στην τεχνική της τρομοκρατίας. Στις αρχές Μαΐου η πόλη χωρίστηκε για διοικητικούς σκοπούς σε δώδεκα τομείς και σε κάθε τομέα τοποθετήθηκε ένας βασιλικός αξιωματικός με τον τίτλο του Δούκα και μια ένοπλη δύναμη από είκοσι τέσσερις άνδρες».

Τους απαγορευόταν να φύγουν ποτέ από τους τομείς τους, ώστε να μην μπορούν να οργανώσουν εξέγερση κατά του βασιλιά.

«Αποδείχθηκαν αρκετά πιστοί και άσκησαν πάνω στον κοινό λαό μια αμείλικτη τρομοκρατία… Κάθε άνθρωπος που βρισκόταν να συνωμοτεί για να φύγει από την πόλη, ή να έχει βοηθήσει κάποιον άλλον να φύγει, ή να έχει επικρίνει τον βασιλιά ή την πολιτική του, αποκεφαλιζόταν αμέσως. Αυτές οι εκτελέσεις γίνονταν κυρίως από τον ίδιο τον βασιλιά, ο οποίος δήλωνε ότι θα έκανε ευχαρίστως το ίδιο σε κάθε βασιλιά και σε κάθε πρίγκιπα. Μερικές φορές το σώμα τεμαχιζόταν και τα κομμάτια καρφώνονταν σε περίοπτες θέσεις ως προειδοποίηση. Ως τα μέσα Ιουνίου τέτοιες παραστάσεις λάμβαναν χώρα σχεδόν καθημερινά.

«Ο Μπόκελσεν, αντί να παραδώσει την πόλη, αναμφίβολα θα άφηνε ολόκληρο τον πληθυσμό να πεθάνει από την πείνα· αλλά τελικά η πολιορκία έληξε απότομα. Δύο άνδρες διέφυγαν τη νύχτα από την πόλη και υπέδειξαν στους πολιορκητές ορισμένα αδύνατα σημεία των οχυρώσεων. Τη νύχτα της 24ης Ιουνίου 1535 οι πολιορκητές εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση και εισχώρησαν στην πόλη. Ύστερα από μερικές ώρες απεγνωσμένης μάχης, οι τελευταίοι διακόσιοι ή τριακόσιοι επιζώντες άνδρες Αναβαπτιστές δέχθηκαν μια προσφορά ασφαλούς διέλευσης, κατέθεσαν τα όπλα τους και διασκορπίστηκαν στα σπίτια τους, μόνο και μόνο για να σκοτωθούν ένας-ένας… σε μια σφαγή που κράτησε αρκετές ημέρες».

Αυτοί οι Αναβαπτιστές επιβιώνουν έως σήμερα σε κοινότητες όπως οι Μεννόνιτες, οι Αδελφοί και οι Αδελφοί Χουτεριανοί, αλλά ως ιστορικό κίνημα φυσικά έχασε την επιρροή του λίγο μετά από αυτή την εποχή. Όμως ακόμη και αυτός ο αγνωστικιστής ιστορικός λέει κάτι ενδιαφέρον. Διαπιστώνει ότι τα κινήματα που μελετά μοιάζουν πολύ με τα κινήματα του εικοστού αιώνα, του Ναζισμού και του Κομμουνισμού. Και σημειώνει ότι:

«Κάποια υποψία αυτού έχει γεννηθεί στους ίδιους τους ιδεολόγους του Κομμουνισμού και του Ναζισμού. Ένα ενθουσιώδες, έστω φαντασιώδες, εγκώμιο της ετερόδοξης γερμανικής μυστικιστικής παράδοσης του δέκατου τετάρτου αιώνα, με τις κατάλληλες αναφορές στους Μπεγκάρδους, τις Μπεγκίνες και τους Αδελφούς του Ελεύθερου Πνεύματος, γεμίζει ένα μεγάλο κεφάλαιο στο Μύθο του Εικοστού Αιώνα του Ρόζενμπεργκ[5]» —είναι ο κορυφαίος απολογητής του Χίτλερ— «ενώ ένας ναζιστής ιστορικός αφιέρωσε ολόκληρο τόμο στην ερμηνεία του μηνύματος του Επαναστάτη του Άνω Ρήνου. Όσο για τους κομμουνιστές, συνεχίζουν να αναπτύσσουν, τόμο μετά τον τόμο, εκείνη τη λατρεία του Τόμας Μύντσερ που είχε ήδη εγκαινιάσει ο Ένγκελς. Αλλά ενώ σε αυτά τα έργα οι προφήτες ενός χαμένου κόσμου παρουσιάζονται ως άνθρωποι γεννημένοι αιώνες πριν από την εποχή τους, είναι απολύτως δυνατό να συναχθεί το αντίθετο δίδαγμα — ότι, παρά την εκμετάλλευση της πιο σύγχρονης τεχνολογίας, ο Κομμουνισμός και ο Ναζισμός έχουν εμπνευστεί από φαντασιώσεις που είναι κατάφωρα αρχαϊκές…» Σε κάθε περίπτωση, «από πολλές απόψεις» και τα δύο «οφείλουν πολλά σε εκείνο το πολύ αρχαίο σώμα δοξασιών που αποτελούσε τη λαϊκή αποκαλυπτική παράδοση της Ευρώπης».

Βλέποντας όσα συμβαίνουν στον εικοστό αιώνα, μπορεί κανείς να πει κάτι περισσότερο· ότι αυτή η χιλιαστική προσδοκία, η επιθυμία για ένα νέο είδος χριστιανισμού που θα πραγματοποιηθεί μέσα σε αυτόν τον κόσμο, είναι ένα από τα κυρίαρχα γνωρίσματα της σύγχρονης νοοτροπίας. Και αυτή η παλαιότερη έκρηξη ξεθώριασε, αλλά αργότερα εμφανίστηκε σε ισχυρότερη μορφή. Και, στην πραγματικότητα, σήμερα περίπου το μισό του κόσμου βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων που σκέφτονται πολύ όμοια με αυτούς τους ανθρώπους και έχουν τα ίδια στοιχεία τρόμου, εξόντωσης όλων των εχθρών, την ίδια μορφή έξαλλης…

π. Γερμανός.: Το Γκουλάγκ[6].

π. Σεραφείμ.: Ναι, το Γκουλάγκ· την ίδια έξαλλη συζήτηση για τους εχθρούς που δήθεν ετοιμάζονται να τους καταστρέψουν, την αστική τάξη, τους εκμεταλλευτές των εργατών των εργοστασίων κτλ.

Αυτός ο άνθρωπος, και άλλοι σαν κι αυτόν που ηγήθηκαν αυτών των χιλιαστικών εξεγέρσεων στην εποχή της Αναγέννησης —οι οποίες δεν εμφανίζονταν στην τακτοποιημένη εποχή πριν το Σχίσμα— είναι ακριβώς προάγγελοι του Αντιχρίστου. Και τώρα πια συμβαίνει ότι ολόκληρες πόλεις, ολόκληρες ομάδες ανθρώπων μπορούν να ακολουθήσουν αυτούς τους ψευδοηγέτες που έχουν τις πιο φανταστικές και παράλογες προσδοκίες και περιγραφές για τον εαυτό τους, ότι είναι οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Έτσι αυτό που άρχισε στον Μεσαίωνα τώρα γίνεται ισχυρότερο: η αναζήτηση μιας παγκόσμιας μοναρχίας.

-----

[1] Χιλιασμός (Millenarianism / Chiliasm): Θρησκευτική αντίληψη κατά την οποία αναμένεται μια επίγεια Χιλιετής Βασιλεία — μια ιστορική περίοδος τέλειας δικαιοσύνης, ειρήνης και αποκατάστασης, πριν από τη Δευτέρα Παρουσία. Στην Ορθόδοξη Παράδοση ο χιλιασμός έχει καταδικαστεί από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) ως αίρεση. Γι’ αυτό συμπεριέλαβε στο "Σύμβολο της Πίστεως" τη φράση "οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος", ώστε να αποκλείσει την ιδέα μιας βασιλείας του Θεού που θα διαρκούσε κυριολεκτικώς για 1000 χρόνια. Στη Δύση, μετά το Σχίσμα, εμφανίζεται σε πολλές μυστικιστικές και αποκαλυπτικές ομάδες (π.χ. πνευματικοί Φραγκισκανοί, Μύντσερ, Αναβαπτιστές), συχνά συνδεδεμένος με κοινωνικές επαναστάσεις, κοινοκτημοσύνη ή βίαιη «κάθαρση» του κόσμου. Θεωρείται θεμέλιο ιδεών που θα εξελιχθούν αργότερα σε νεωτερικά επαναστατικά και ουτοπικά κινήματα.

 
[2] The Pursuit of the Millennium, Norman Cohn, New Jersey, Essential Books, 1957
[3] Ίαν Μάττυς (Jan Matthys, †1534): Ολλανδός Αναβαπτιστής «προφήτης» και ηγετική μορφή της εξέγερσης στο Μύνστερ. Μαθητής του Μελάγχθωνος και επηρεασμένος από χιλιαστικές – αποκαλυπτικές ιδέες, πείστηκε ότι είχε άμεση αποκάλυψη από τον Θεό για την έλευση της Χιλιετίας. Στο Μύνστερ εγκαθίδρυσε καθεστώς τρόμου, επιβάλλοντας πλήρη κοινοκτημοσύνη και αυστηρή θεοκρατική πειθαρχία. Σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 1534 σε έξοδο εναντίον των πολιορκητών, την οποία θεωρούσε θεόσταλτο καθήκον. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποκαλυπτικής θρησκευτικής παραφροσύνης της Αναβαπτιστικής εξέγερσης.

 
[4] Ίαν Μπόκελσον (Jan Bockelson ή John of Leiden, 1509–1536): Διάδοχος του Μάττυς και κορυφαία μορφή της «Θεοκρατίας του Μύνστερ». Πουλούσε υφάσματα, αλλά αναδείχθηκε ως «προφήτης» μέσα στο αναβαπτιστικό κίνημα. Μετά τον θάνατο του Μάττυς αυτοανακηρύχθηκε «Βασιλιάς της Νέας Ιερουσαλήμ», επιβάλλοντας απολυταρχικό καθεστώς, πολυγαμία και πλήρη κοινοκτημοσύνη. Κυβέρνησε με βίαιο μυστικισμό και αυταρχισμό. Συνελήφθη όταν έπεσε η πόλη και εκτελέστηκε με βασανιστήρια το 1536. Για την ιστορία των αιρέσεων θεωρείται από τα πιο ακραία παραδείγματα θρησκευτικού χιλιαστικού δεσποτισμού.
[5] Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg, 1893–1946): Γερμανός πολιτικός θεωρητικός και ένας από τους κυριότερους ιδεολόγους του ναζιστικού καθεστώτος. Γεννημένος στη Βαλτική, εντάχθηκε νωρίς στο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα και ανέπτυξε το φυλετικό–μυστικιστικό ιδεολογικό πλαίσιο του ναζισμού. Το έργο του Ο Μύθος του Εικοστού Αιώνα (1930) προώθησε την ιδέα μιας “άριας” πολιτισμικής ανωτερότητας και επιχείρησε να θεμελιώσει θρησκευτικά–μυθολογικά το ναζιστικό όραμα. Επί Χίτλερ υπηρέτησε ως Υπουργός των Κατεχομένων Ανατολικών Εδαφών, εμπλεκόμενος σε πολιτικές καταπίεσης και διώξεων. Μετά τον πόλεμο δικάστηκε στη Νυρεμβέργη και εκτελέστηκε ως εγκληματίας πολέμου.
[6] Γκουλάγκ: Ο όρος αναφέρεται στο εκτεταμένο σοβιετικό σύστημα στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, διοικούμενο από τη Κεντρική Διεύθυνση Στρατοπέδων. Ιδρύθηκε μετά τη Ρωσική Επανάσταση και επεκτάθηκε δραματικά υπό τον Στάλιν, ιδίως τη δεκαετία του 1930–1950. Εκατομμύρια άνθρωποι —πολιτικοί κρατούμενοι, “αντικαθεστωτικοί”, αιχμάλωτοι πολέμου και απλοί πολίτες— φυλακίστηκαν εκεί μέσα από μαζικές εκκαθαρίσεις και διοικητικές αποφάσεις χωρίς δίκη. Οι συνθήκες χαρακτηρίζονταν από εξάντληση, πείνα, κακομεταχείριση και εξαιρετικά υψηλή θνησιμότητα. Το σύστημα άρχισε να περιορίζεται μετά τον θάνατο του Στάλιν και καταργήθηκε πλήρως στα τέλη της σοβιετικής περιόδου.

Читайте также

Σεραφείμ Ρόουζ: Ζ' ΜΕΡΟΣ της 3ης Διάλεξης – Η Αναγέννηση

Η’ μέρος της 3ης διάλεξης του π. Σεραφείμ Ρόουζ: ορθόδοξη κριτική στην Αναγεννησιακή τέχνη, τον ανθρωπισμό και την παγανιστική αλλοίωση της πίστης.

Οι Θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης και η αποκάλυψη της Τριαδικής Θεότητος στον Ιορδάνη ποταμό

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου, Θεολόγου – συγγραφέως - Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων.

Περί του Μεγάλου Αγιασμού

Του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου.

«Μεταδίδοντας την Ευ-Αγγελία»

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη, Εφημ. Ι. Ν. Προφήτου Ηλιού Νέων Παγασών Βόλου

Σεραφείμ Ρόουζ: Ζ' ΜΕΡΟΣ της 3ης Διάλεξης – Η Αναγέννηση

Ιστορική και θεολογική ανάλυση του χιλιασμού ως ρεύματος που γέννησε ουτοπικές επαναστάσεις, βία και την αναζήτηση ενός «νέου χριστιανισμού» εκτός Ορθοδοξίας.

Κυριακή Προ των Φώτων

Του Αρχιμ. Δημητρίου Τζιαφά, Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.