Η Εκκλησία ανάμεσα στην κάθοδο και την εικόνα
Ο θεολόγος Γεώργιος Χατζημιχάλης ασκεί κριτική στην επικοινωνιακή εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής παρουσίας και την απομάκρυνση από τη θυσιαστική διακονία.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στην Εκκλησία που μαρτυρεί τον Χριστό και στην Εκκλησία που διαχειρίζεται την εικόνα της μέσα στον κόσμο.
Η πρώτη κατεβαίνει προς τον άνθρωπο ακόμη κι όταν αυτό κοστίζει· η δεύτερη παραμένει συχνά στο επίπεδο του λόγου, της παρουσίας, της επιρροής και της δημόσιας αποδοχής.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες πνευματικές δοκιμασίες της εποχής μας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι θεσμός ιερός και ιστορικός για την Ορθοδοξία.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν διοικητικό ρόλο ή για μια μορφή διεθνούς εκπροσώπησης.
Το Φανάρι κουβαλά μνήμη μαρτυρίου, διωγμών, ιστορικών ταπεινώσεων και αγώνα επιβίωσης μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Γι’ αυτό και κάθε ορθόδοξος άνθρωπος οφείλει σεβασμό προς τον θεσμό, ακόμη και όταν ασκεί κριτική σε επιλογές, προτεραιότητες ή δημόσιες στάσεις.
Στην Ορθοδοξία η κριτική δεν σημαίνει απαξίωση· σημαίνει αγωνία μήπως η Εκκλησία απομακρυνθεί από το πνεύμα της θυσιαστικής διακονίας και εγκλωβιστεί σταδιακά σε μια λογική θεσμικής αυτάρκειας.
Διότι η Ορθοδοξία ποτέ δεν οικοδομήθηκε πάνω στην ιδέα μιας απόμακρης εκκλησιαστικής εξουσίας που κινείται μέσα σε προστατευμένους διαδρόμους κύρους.
Δεν έχει Βατικανά, ούτε παράδοση πνευματικής μοναρχίας αποκομμένης από τη ζωή του λαού.
Η καρδιά της ήταν πάντοτε αλλού: στο κελλί του μοναχού που προσεύχεται με το τριμμένο κομποσκοίνι του για τον κόσμο, στο ακριτικό χωριό όπου ο απλός ιερέας ξενυχτά δίπλα σε μια οικογένεια πένθους, στο νοσοκομείο όπου κάποιος κρατά το χέρι ενός ετοιμοθάνατου χωρίς δημοσιότητα, στη σιωπηλή φιλανθρωπία που δεν αναζητά αναγνώριση.
Γι’ αυτό και δημιουργείται εύλογη αμηχανία όταν ο εκκλησιαστικός λόγος μοιάζει να κινείται με μεγαλύτερη άνεση μέσα σε διεθνή φόρα, πολιτικές επαφές, τελετές, βραβεύσεις και δημόσιες σχέσεις, ενώ σπανιότερα συναντά κανείς εικόνες πραγματικής καθόδου προς εκείνους που βιώνουν την εγκατάλειψη.
Διότι ο πόνος δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει πρόσωπο, μυρωδιά, κόπωση και αδιέξοδο.
Είναι η μάνα που δεν μπορεί να πληρώσει θεραπεία για το παιδί της.
Είναι ο πατέρας που έχασε το παιδί του και περιμένει δικαιοσύνη.
Είναι ο άνθρωπος που ζει μέσα στην κατάθλιψη, στην εξάρτηση ή στην απόλυτη μοναξιά.
Είναι ο κτηνοτρόφος που βλέπει τον κόπο μιας ζωής να χάνεται μέσα σε λίγες ώρες.
Είναι ο άρρωστος που φοβάται περισσότερο τη λησμονιά παρά τον ίδιο τον θάνατο.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της Εκκλησίας.
Όχι στο αν μπορεί να διατυπώσει υψηλή θεολογία περί αγάπης, ειρήνης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας
— όλα αυτά είναι σημαντικά και αναγκαία.
Αλλά στο αν ο λόγος αυτός συνοδεύεται από πραγματική παρουσία δίπλα στον τραυματισμένο άνθρωπο.
Γιατί ο άνθρωπος ως ιδέα είναι εύκολα διαχειρίσιμος. Χωρά σε συνέδρια, ανακοινώσεις και προσεκτικά διατυπωμένες ομιλίες.
Ο άνθρωπος ως πληγή, όμως, διαταράσσει. Δεν αφήνει την πίστη να παραμείνει θεωρία.
Ο Χριστός δεν κινήθηκε μέσα στην ασφάλεια της αποδεκτής εικόνας.
Δεν επέλεξε την άνεση της θεσμικής ουδετερότητας.
Δεν συνάντησε τους λεπρούς από απόσταση ούτε μίλησε για τον πόνο σαν κοινωνική θεματική προς διαχείριση.
Άγγιξε τον αποκλεισμένο άνθρωπο και εξέθεσε τον εαυτό του στη φθορά, στην απόρριψη και τελικά στη σταύρωση.
Η διοικούσα Εκκλησία χάνει κάτι βαθύ από την ταυτότητά της όταν η επαφή με την εξουσία γίνεται συχνότερη από την επαφή με τον πόνο.
Και ίσως η πιο ανησυχητική μετατόπιση των τελευταίων ετών να βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο η εκκλησιαστική παρουσία αρχίζει να υιοθετεί ολοένα περισσότερο τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης επικοινωνίας.
Δημιουργείται σταδιακά ένα νέο μοντέλο δημόσιου εκκλησιαστικού προσώπου — λιγότερο ασκητικό, περισσότερο επικοινωνιακό· λιγότερο σιωπηλό, περισσότερο «ορατό».
Πρόσωπα που εκπαιδεύονται όχι μόνο ως ποιμένες, αλλά και ως διαχειριστές δημόσιας εικόνας, συναισθηματικού κλίματος και ψηφιακής απήχησης.
Η γλώσσα της Εκκλησίας αρχίζει έτσι να κινδυνεύει να μετατραπεί σε προϊόν κατανάλωσης: σύντομα βίντεο, εύπεπτα αποσπάσματα, συγκίνηση χωρίς βάθος, πνευματικότητα χωρίς άσκηση, λόγος χωρίς σταυρό.
Η θεολογία παρουσιάζεται πολλές φορές σαν ένα είδος ήπιας ψυχολογικής ενθάρρυνσης για ανθρώπους εξαντλημένους από την καθημερινότητα — κάτι ανάμεσα σε motivational περιεχόμενο και θρησκευτική αυτοβελτίωση.
Όμως η Ορθοδοξία δεν γεννήθηκε για να καθησυχάζει διαρκώς τον άνθρωπο· γεννήθηκε για να τον μεταμορφώνει, και η μεταμόρφωση περνά πάντοτε μέσα από μετάνοια, νήψη και προσωπικό αγώνα.
Υπάρχει επίσης ένας ακόμη κίνδυνος: όταν η Εκκλησία αρχίζει να δίνει υπερβολικό βάρος στη διεθνή αποδοχή, υπάρχει ο πειρασμός να αμβλύνει τη ριζοσπαστικότητα του ευαγγελικού λόγου ώστε να παραμένει συμβατή με όλους.
Όμως ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε ποτέ πλήρως «συμβατός» με το πνεύμα κάθε εποχής.
Η Εκκλησία δεν καλείται να γίνει πολιτιστικά κομψή ούτε επικοινωνιακά άψογη. Καλείται να παραμένει αληθινή.
Και η αλήθεια της Ορθοδοξίας δεν βρισκόταν ποτέ στη λάμψη των τελετών, ούτε στη γοητεία των δημόσιων σχέσεων.
Βρισκόταν πάντοτε στην ταπείνωση. Στην κρυφή προσφορά. Στην άρνηση της αυτοπροβολής.
Στο "ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός αποδώσει σοι εν τω φανερώ".
Στην ικανότητα να στέκεται κανείς δίπλα στον άλλο χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, αναγνώριση ή επικοινωνιακό όφελος.
Σήμερα η φράση από τη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον (4,5), «τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον», έχει καταντήσει το απόλυτο άλλοθι για όσους μπερδεύουν το ράσο με το PR και την πνευματική αποστολή με το digital marketing.
Ενώ ο Απόστολος Παύλος ζητούσε την πλήρη και σιωπηλή εκπλήρωση του καθήκοντος («πληροφόρησον» = εκπλήρωσε πλήρως), η σύγχρονη ματαιοδοξία το μετέφρασε ως εντολή για ακατάσχετη αυτοπροβολή και ενημέρωση των «followers».
Έτσι, η εσωτερική ολοκλήρωση της διακονίας θυσιάστηκε στον βωμό της «πληροφορίας», λες και το έργο του Θεού, αν δεν ποσταριστεί ή δεν διαφημιστεί δεόντως, κινδυνεύει να θεωρηθεί ανύπαρκτο.
Γι’ αυτό και η αγωνία πολλών πιστών σήμερα δεν αφορά το αν η Εκκλησία έχει ακόμη λόγο στον σύγχρονο κόσμο.
Έχει — και συχνά λόγο σοβαρότερο από πολλούς άλλους θεσμούς.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: αν ο λόγος αυτός συνεχίζει να πηγάζει από την εμπειρία της θυσίας και της καθόδου ή αν, σιγά σιγά, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στη γλώσσα της εικόνας, της διαχείρισης και της δημόσιας αποδοχής.
Διότι από ένα σημείο και μετά, η Εκκλησία δεν χάνει την αλήθεια της επειδή παύει να μιλά για τον άνθρωπο.
Τη χάνει όταν αρχίζει να μιλά περισσότερο για τον άνθρωπο παρά με τον άνθρωπο.
Η παρερμηνεία της Εκκλησιαστικής Οικονομίας