Η βαπτισματική Εκκλησιολογία ως βάση του διαχριστιανικού οικουμενισμού

16:16
36
Δείτε ολόκληρη την ομιλία του Βασιλείου Τουλουμτσή στην Ημερίδα του Πολεμικού Μουσείου - φωτογραφία: ΕΟΔ Δείτε ολόκληρη την ομιλία του Βασιλείου Τουλουμτσή στην Ημερίδα του Πολεμικού Μουσείου - φωτογραφία: ΕΟΔ

Από το Ένα Βάπτισμα της Εκκλησίας στο θεωρούμενο ως “κοινό τριαδικό βάπτισμα” - Η αποκαλυπτική Εισήγηση του υπ. δρ Δογματικής Βασιλείου Τουλουμτσή στην Ημερίδα για τον Οικουμενισμό.

Από το Ένα Βάπτισμα της Εκκλησίας στο θεωρούμενο ως “κοινό τριαδικό βάπτισμα”. Η βαπτισματική Εκκλησιολογία ως βάση του διαχριστιανικού οικουμενισμού

«Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των Εκκλησιών»

Εστία Πατερικών Μελετών, Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, Κυριακή 3 Μαΐου 2026

“Όπου υπάρχει αγιοτριαδικό βάπτισμα, η Εκκλησία δεν μπορεί να βαπτίσει παρά μόνο να τελεί το χρίσμα”

Στην φράση αυτή συμπυκνώνεται, ενδεικτικά, ο πυρήνας ενός σύγχρονου τρόπου αντίληψης των μυστηρίων, όχι ως τρόπων μετοχής του ενιαίου σωτηριώδους μυστηρίου της Εκκλησίας, αλλά ως αυτόνομων γεγονότων, τα οποία φέρουν αυτόνομο κύρος και υπόσταση, άσχετα αν αυτά τελούνται υπό και εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ή υπό και εντός αιρετικών κοινοτήτων. Αυτό έχει ως συνέπεια, το βάπτισμα να αποδεσμεύεται ως μυστήριο της Εκκλησίας, και να χρησιμοποιείται ως συστατικό στοιχείο, και μάλιστα ως θεμέλιο, μιας διευρυμένης εκκλησιολογίας, μιας Εκκλησίας που πλατύνεται αδιευκρίνιστα, και στην οποία ανήκουν εν γένει όσοι απλώς δηλώνουν χριστιανοί.

Η λανθασμένη αυτή θεώρηση του βαπτίσματος ασυνείδητα εκφράζεται και υπό ενίων ορθοδόξων, οι οποίοι, θεωρώντας ότι κινούνται εντός του πλαισίου της φιλάνθρωπης εκκλησιαστικής οικονομίας, στην πραγματικότητα εκφράζουν την συγχυτική και διαλυτική αυτή βαπτισματική εκκλησιολογία, η οποία όμως ανατρέπει τους όρους και τα όρια της Εκκλησίας, εφόσον μεταβάλλεται το θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας, από την αποκαλυφθείσα πίστη, σ’ ένα αόριστο τριαδικό βάπτισμα, που δεν έχει καμία αναφορά στην μία πίστη της Εκκλησίας. Το γεγονός αυτό, όμως, μεταβάλλει την Εκκλησία από περιέχουσα σε περιεχόμενο, εφόσον δεν είναι η Εκκλησία που παρέχει τα μυστήρια ως ζωογόνες εκφράσεις της Κεφαλής προς το Σώμα, αλλά το βάπτισμα είναι αυτό που ορίζει την Εκκλησία, και την περιέχει αορίστως σε μία διευρυμένη εκδοχή, η οποία περιλαμβάνει, υπό μορφή τελείας και ατελούς κοινωνίας, όλες τις χριστιανικές ομολογίες.

Η περί μυστηρίων διδασκαλία της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το χριστολογικό δόγμα, εφόσον εν Χριστώ ενώθηκαν αρρήτως και υποστατικώς το κτιστό και το άκτιστο, καθιστώντας την σωτηρία ως ένα γεγονός πραγματοποιηθέν και τετελειωμένο. Εν τη Εκκλησία μετέχεται και κοινωνείται αναλογικώς το μυστήριο της σωτηρίας, το οποίο δωρίζεται μυστηριακώς εκ της Κεφαλής. Η άρρηκτη αυτή σχέση Χριστού – Εκκλησίας – μυστηρίων δεν αποτελεί μία γραμμική σχέση τριών διαφορετικών πραγμάτων, «ἀλλὰ πράγματος ταυτότης», εφόσον η Εκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις» και  «διὰ τῶν μυστηρίων», πραγματικότητα η οποία αποκαλύπτει τον μυστηριακό χαρακτήρα της φύσεως της Εκκλησίας, του σώματος του Χριστού.

Ο Χριστός, διαλεγόμενος με τον Νικόδημο, ρητώς προέβαλε την οργανική σχέση που υφίσταται μεταξύ του βαπτίσματος και της γνώσης του Θεού: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι». Στην τελευταία φράση του Χριστού γίνεται η διάκριση μεταξύ της κτιστής ενέργειας, η οποία ενεργείται από τα κτιστά όντα, και της άκτιστης ενέργειας, η οποία ανήκει και ενεργείται αποκλειστικά από τον Θεό. 

Η ορθή πίστη, αποτελώντας το θεμέλιο της Εκκλησίας, αποτελεί παράλληλα και τον αναγκαίο όρο ένταξης στην Εκκλησία και ασφαλώς κοινωνίας με την Εκκλησία, εφόσον τα όρια (όροι) της πίστεως περιγράφουν και τα όρια της εν Χριστώ ύπαρξης. Εκτός των ορίων της πίστεως δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εν Χριστώ ζωή, εφόσον η κατασκευασθείσα αιρετική διδασκαλία αποτελεί το δημιούργημα της φαντασίας και των σύνθετων ανθρώπινων συλλογισμών, και ως εκ τούτου δεν δύναται να οδηγεί στον αληθινό Θεό αλλά ούτε και να τον αποκαλύπτει. Αυτό ακριβώς ήταν και το έργο των Οικουμενικών Συνόδων ως προς την αντιμετώπιση των αιρέσεων· η διασφάλιση και περιχαράκωση της εν Χριστώ ζωής από την καμουφλαρισμένη ειδωλολατρία των αιρέσεων. 

Έτσι λοιπόν προηγείται η πίστη, επί τη βάσει της οποίας τελείται και το βάπτισμα. Πιστεύουμε σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας, δηλ. την αποκαλυφθείσα πίστη, και βαπτιζόμαστε σύμφωνα με την πίστη. 

Αυτό σημαίνει ότι και η πρακτική τέλεσης του βαπτίσματος δεν στερείται περιεχομένου και σημασίας, εφόσον αποτελεί την εξωτερική έκφραση και την ζωντανή εικόνα του πυρήνα της πίστεως, ή με άλλα λόγια, τον τρόπο πρόσληψης – μετοχής του μυστηρίου της σωτηρίας, όπως αυτό ομολογείται διά της πίστεως. Υφίσταται δηλ. μυστικός σύνδεσμος μεταξύ της πρακτικής τέλεσης των μυστηρίων και της δογματικής διδασκαλίας  (lex orandi και lex credendi), με την απαραίτητη διευκρίνιση ασφαλώς ότι ο τρόπος και ο τύπος έχουν σημασία στο επίπεδο που εξωτερικεύουν και πραγματώνουν το περιεχόμενο της πίστης, δίχως αυτά να αυτονομούνται και να αντικειμενοποιούνται ως αυθυπόστατα και διακρινόμενα στοιχεία, ερήμην του μυστικού πυρήνα της δογματικής διδασκαλίας. Για όλα τα ανωτέρω είναι αναγκαίο ο τύπος του βαπτίσματος και η διδασκόμενη πίστη να συνεξετάζονται ως μία ενότητα. 

Επί τη βάσει όλων των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το αληθές βάπτισμα που αναγεννά τον άνθρωπο και ταυτόχρονα τον εντάσσει ως οργανικό μέλος στο σώμα του Χριστού, προϋποθέτει την ορθή πίστη και την υποστατή ιερωσύνη του τελούντος το βάπτισμα. Κατά συνέπεια η βάπτιση, ως ένταξη στο σώμα του Χριστού, δεν είναι δυνατόν να τελεστεί εγκύρως και υποστατώς, τουτέστιν μυστηριακώς, από κοινότητα που δεν ανήκει στο σώμα του Χριστού, που διαφοροποιείται δηλ. από την Μία Εκκλησία, ως ευρισκόμενη εκτός αυτής. Στην αντίθετη θεώρηση, δημιουργείται ένα οξύμωρο σχήμα, κατά το οποίο μία κοινότητα που δεν είναι Εκκλησία, δύναται διά του δικού της βαπτίσματος να εντάσσει μέλη στην Εκκλησία, από την οποία όμως η ίδια διαφοροποιείται. Και ενώ βλέπουμε ότι τα τρία καίρια στοιχεία υποστάσεως του μυστηρίου, είναι η ορθή πίστη, η ιερωσύνη του τελούντος και η τελεταρχική χάρη, βλέπουμε αυτά ακριβώς τα στοιχεία στο πλαίσιο της καλούμενης “βαπτισματικής εκκλησιολογίας” να μην έχουν απολύτως καμία αξία. Αντ’ αυτών, το βάπτισμα λαμβάνει εγκυρότητα μόνο από την τριαδική επίκληση, απ’ όπου, και απ’ όποιον κι αν τελείται. Το γεγονός αυτό επηρεάζει αυτομάτως και τον τρόπο κατανόησης της οικονομίας στην Εκκλησία: το πώς δηλ. ορίζεται η οικονομία στην διαχρονία της συνοδικής πράξης, και εν αντιθέσει προς αυτήν, το πώς ορίζεται στη σύγχρονη πρακτική των ενωτικών ζυμώσεων, της υποβόσκουσας οικουμενικής θεολογίας και της συναφούς “περιεκτικής εκκλησιολογίας”. 

Η οικονομία ασκείται στην Εκκλησία επί τη βάσει των ορίων της. Έχοντας ως δεδομένο ότι οι σχισματικοί και αιρετικοί βρίσκονται εκτός αυτής, θέτει όρους και κριτήρια προκειμένου να τους προσλάβει και να τους καταστήσει ως γνήσια μέλη του σώματος του Χριστού. 

Η σύγχρονη κατανόηση της οικονομίας, ιδίως στο πλαίσιο της οικουμενικής θεολογίας, σχετίζεται με την άρση των ορίων και την επί ίσοις όροις αλληλοαναγνώριση μυστηρίων μεταξύ των εχόντων διαφορετική πίστη. Δυστυχώς σε αυτές τις συχνότητες, και για λόγους καλών σχέσεων με ετερόδοξες και σχισματικές κοινότητες, συντονίζονται και ιεραρχίες τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, αναγνωρίζοντας βάπτισμα και ιερωσύνη εκτός Εκκλησίας (βλ. αναγνώριση Αγγλικανικών χειροτονιών στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αναγνώριση ιερωσύνης στους σχισματικούς Ουκρανούς το 2019), χωρίς να γίνεται η παραμικρή διάκριση των αιρετικών (και σχισματικών) σε οικονομητέους και μη. Αντ’ αυτού προβάλλεται μία ισοπεδωτικού τύπου διευρυμένη εκκλησιολογία, υπό το ένδυμα της φιλανθρωπίας, η οποία όμως όλο και ριζικότερα αποδεσμεύεται από την θεολογία και την πράξη των Οικουμενικών Συνόδων. Και το πρόβλημα εντείνεται έτι περαιτέρω όταν υπάρχουν ετερόδοξοι, που επιθυμούν ειλικρινώς διά βαπτίσματος να ενταχθούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και τοπικές Εκκλησίες αρνούνται πλέον να τελέσουν την βάπτιση, διότι, όπως υποστηρίζεται, η κοινότητα από την οποία προέρχεται ο αιρετικός «είχε τριαδικό βάπτισμα». Οι εν λόγω πράξεις αποτελούν ευθεία ακύρωση του Συμβόλου της Πίστεως και του ενός εκκλησιαστικού βαπτίσματος, το οποίο τίθεται ως ομοταγές και ισόκυρο του βαπτίσματος των ετεροδόξων. Και οι λόγοι δυστυχώς αυτής της πρακτικής ουδόλως είναι θεολογικοί, αλλά μάλιστα αμιγώς πολιτικοί.

Η ομότροπη προσδοχή όλων των αιρετικών κοινοτήτων που χρησιμοποιούν την τριαδική επίκληση, μόνον διά χρίσματος, διασπά την επίκληση από την συγκεκριμένη πίστη της κάθε κοινότητας, δίδοντας το βάρος σε αυτήν καθαυτήν την επίκληση ωσάν η σημασία του μυστηρίου να υφίσταται στα εξωτερικά στοιχεία της τελετής και όχι στον πυρήνα της πίστεως, στην ιερωσύνη του τελούντος το βάπτισμα και στην τελεταρχική χάρη. Η προσέγγιση αυτή παραπέμπει ευθέως στην βαπτισματική εκκλησιολογία, η οποία αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962 – 1965).

 Έκτοτε, η “περιεκτική” αυτή εκκλησιολογία έχει επηρεάσει μεγάλη μερίδα των ορθοδόξων θεολόγων, ακόμη και αποφάσεις τοπικών συνόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες, διά του τρόπου αποδοχής αιρετικών, συνειδητά ή ασυνείδητα, αποδέχονται τους όρους της βαπτισματικής εκκλησιολογίας, κινούμενες εντός αυτού του νέου διευρυμένου εκκλησιολογικού πλαισίου. Αποτελεί άλλωστε και ομολογημένο δεδομένο ότι η Β΄ Βατικανή Σύνοδος αποτέλεσε το μοντέλο, επί του οποίου σχεδιάστηκε και αυτή η σύγκληση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» του Κολυμπαρίου του έτους 2016, σύμφωνα με δήλωση της Maria Brun, επιστημονικής συνεργάτιδος στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης.

Στην νέα αυτή “περιεκτική” εκκλησιολογία δεν υπάρχουν σχίσματα και αιρέσεις. Υπάρχουν απλώς χωρισμένοι αδελφοί, με τους οποίους, και επί τη βάσει του θεωρούμενου ως “ενός αγιοτριαδικού χριστιανικού βαπτίσματος”, υφίσταται (αόρατη) κοινωνία ατελούς μορφής, η οποία αισιοδοξεί να λάβει και ορατή μορφή, και επ’ αυτής της βάσης να γίνεται λόγος για την αποκατάσταση καί της “ορατής ενότητας”. Έτσι υπερβαίνεται το κλασσικό εκκλησιολογικό δίπολο κοινωνία – ακοινωνησία, αντικαθιστάμενο από το δίπολο της πλήρους – ατελούς κοινωνίας. Δηλ. δεν τίθεται αμφιβολία ως προς την ύπαρξη κοινωνίας. Αυτή θεωρείται δεδομένη επί τη βάσει του ενός βαπτίσματος και απλώς διακρίνεται σε μορφή πλήρους ή ατελούς κοινωνίας, αναλόγως του αν υφίσταται ή όχι κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης.

Σύμφωνα με την βαπτισματική εκκλησιολογία διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα εκκλησιολογικά όρια, τα οποία δεν οριοθετούνται πλέον επί των ορίων της πίστεως αλλά πλατύνονται εκτός της Μίας πίστεως μέχρις εκεί όπου τελείται “τριαδικό βάπτισμα”. Όπου υπάρχει “τριαδικό βάπτισμα” εκεί υπάρχει και η Εκκλησία υπό την μορφή των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίες μετέχουν κατά διαφορετικούς βαθμούς πληρότητας στην Μία Εκκλησία, στο σχήμα της διαβαθμισμένης κοινωνίας, αναλόγως των εκκλησιαστικών στοιχείων που διατήρησαν εκ της “αδιαίρετης παράδοσης”. Και ενώ, καί ετυμολογικά ακόμη, η κοινωνία προϋποθέτει το “κοινόν” ως προς την πίστη, στη νέα εκκλησιολογία της οικουμενικής θεολογίας εισάγεται εν είδει συνθήματος η φράση «ενότητα στην πίστη και ετερότητα στις διατυπώσεις». Με άλλα λόγια οι αιρέσεις εκλαμβάνονται απλώς ως ετερότητες και ως διαφορετικές ερμηνευτικές απόπειρες της αυτής πίστεως και Παραδόσεως της “Μίας Εκκλησίας”. 

Η ανωτέρω φράση λειτουργεί ως η βάση επανερμηνείας του περιεχομένου της εκκλησιαστικής ενότητας, η οποία δεν κατανοείται πλέον ως ενότητα πίστεως αλλά ως σύνδεσμος και κοινωνία μεταξύ των καλούμενων “ιστορικών εκκλησιών”. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν συναντάται πλέον η συνοδική διατύπωση των Οικουμενικών Συνόδων, κατά την οποία η Εκκλησία καλεί τους εκτός αυτής στην ενότητά της, αλλά πλέον επικρατεί η ευχή για επανεύρεση της ορατής εκκλησιαστικής ενότητας, ως να πρόκειται για ζητούμενο κοινωνιολογικής φύσεως, ως η ενότητα να μην είναι δεδομένη μέσα στην Εκκλησία. Την αντίφαση αυτήν την συναντά κανείς στο 6ο κείμενο της συνόδου του Κολυμπαρίου, όπου από τη μια δηλώνεται ότι η  Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και η ενότητά της οντολογικώς δεν δύναται να διαταραχθεί, παρά ταύτα την ίδια στιγμή «ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειμένη τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιμαντικούς λόγους, πρός θεολογικόν διάλογον μετά τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διμερές καί πολυμερές ἐπίπεδον καί πρός τήν συμμετοχήν γενικώτερον εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, […] μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα». Στην ίδια παράγραφο, η ενότητα είναι ταυτόχρονα καί δεδομένη καί ζητούμενο. 

 Σύμφωνα με τον π. Πέτρο Χίρς, ο οποίος ασχολήθηκε εξειδικευμένα με την εκκλησιολογία της Β΄ Βατικανής Συνόδου και τον ορισμό του βαπτίσματος ως του νέου ορίου της Εκκλησίας, «το ζητούμενο ήταν να βρεθεί ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής, στον οποίο υπήρχε, παρ’ όλες τις υπάρχουσες διαιρέσεις, μία ουσιαστική χριστιανική ενότητα» .

Συνεπώς η εγκυρότητα του μυστηρίου δεν εξαρτάται πλέον από την ορθόδοξη πίστη και την ύπαρξη ή όχι υποστατής ιερωσύνης αλλά από τα εξωτερικά στοιχεία, τα οποία «μπορούν να αποσπώνται από το σύνολο και εν τούτοις να εξακολουθούν να είναι ζωοπάροχα».

Επομένως, τα στοιχεία από μόνα τους αποτελούν φορείς της χάριτος του αγ. Πνεύματος. Αν γίνει η αντιστοιχία αυτή και στο μυστήριο της θ. ευχαριστίας τότε εύκολα νομιμοποιείται εκκλησιολογικώς και η Ουνία, η οποία ως γνωστόν χρησιμοποιεί κοινό λειτουργικό τυπικό με τους Ορθοδόξους. Μέσω κοινών εξωτερικών στοιχείων θα δύναται, υπό το σκεπτικό και της αρχές της ακινάτειας θεολογίας, να αναγνωριστεί ως έγκυρο μυστήριο και η τελούμενη υπ’ αυτούς θ. λειτουργία. 

Οι ανωτέρω καινοφανείς εκκλησιολογικές θέσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση ανήκουν στην μετά-βατικάνεια δογματική διδασκαλία των Λατίνων, αφομοιώνονται σε πολλές περιπτώσεις και από πλευράς ορθοδόξων, που αγνοούν συνειδητά την συνοδική παράδοση της Εκκλησίας και γοητεύονται από την διευρυμένη εκκλησιολογία. Εκφράσεις του τύπου «όπου υπάρχει τριαδικό βάπτισμα δεν μπορούμε να τελέσουμε βάπτιση παρά μόνο χρίσμα» εκφράζουν κενότητα θεολογικής γνώσης και αδυναμία ποιμαντικής ευθύνης. Διατυπώσεις όπως η ανωτέρω προδίδουν τις καταφανείς επιρροές από τα κείμενα των θεολογικών συγκλίσεων που κατά καιρούς δημοσιεύει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), τα οποία δεν χαρακτηρίζονται ασφαλώς για την θεολογική ακρίβεια και καθαρότητα των εκφραζόμενων θέσεών τους. Σε αυτά εντοπίζονται οι απαρχές των ανωτέρω διατυπώσεων. Επί παραδείγματι, στο κείμενο της Λίμα του 1982 εκφράζεται ξεκάθαρα το βαπτισματικό πλαίσιο κατανόησης της διευρυμένης Εκκλησίας, το οποίο ως φαίνεται, και σε βάθος χρόνου, προκάλεσε αλλαγές στον τρόπο αντίληψης πλείστων ορθοδόξων επί τέτοιων εκκλησιολογικών ζητημάτων: «…Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλοὲν καὶ περισσότερον ἱκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς  σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χριστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρητὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των». 

Υπό το φως κειμένων όπως το ανωτέρω, παρατηρείται ότι λαμβάνει χώρα μία μετακύλιση των εκκλησιαστικών διοικήσεων, από την στέρεη βάση της θεολογίας των Οικουμενικών Συνόδων προς θέσεις και απόψεις οργανισμών, για τους οποίους η αλήθεια είναι ζητούμενο και όχι δεδομένο. Αναζητείται η αλήθεια και η ενότητα μέσα σε στρογγυλεμένες διατυπώσεις που να ικανοποιούν όλους τους συμβαλλόμενους, μακριά όμως από το πνεύμα της ενότητας της Εκκλησίας, που είναι η κοινή ομολογία της πίστεώς της. Πριν αρκετά χρόνια υπήρχε η θέση, την οποία υποστήριζε και ο καθ. Ιωάννης Καρμίρης, περί του ανοικονόμητου της περίπτωσης των Προτεσταντών και την αποδοχή τους υποχρεωτικά διά βαπτίσματος. Πλέον και αυτή η θέση ξεπεράστηκε, και παρότι οι Προτεστάντες αρνούνται θεμελιώδεις πτυχές της πίστεως, ακόμη και αυτήν την έννοια του μυστηρίου, γίνονται δεκτοί διά χρίσματος. Τέτοιου είδους πρακτικές δείχνουν ότι στη σύγχρονη ποιμαντική πράξη έχει παρεξηγηθεί η έννοια της οικονομίας, η οποία εκλαμβάνεται ως απροϋπόθετη πρόσληψη στη βάση της αλληλοαναγνώρισης εκκλησιαστικότητας μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών. 

Τέτοιου είδους εκκλησιολογικές εκπτώσεις επιχειρούν να λάβουν θεολογικό κύρος μέσω γνωμοδοτήσεων, συγκεκριμένων πρόθυμων κανονολόγων. Επ’ αυτού αξίζει ένα παρενθετικό σχόλιο: Στη σύγχρονη ακαδημαϊκή θεολογική μαθητεία, διακρίνονται σαφώς τα μαθήματα του Κανονικού Δικαίου και της Δογματικής, παρότι η μήτρα που εξέθεσε τους θεοδίδακτους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων και τους ιερούς κανόνες ήταν κοινή· ο σύλλογος των συνοδικών Πατέρων. Οι ιεροί κανόνες θεσπίστηκαν με σκοπό πρωτίστως την διασφάλιση της εκκλησιολογίας και της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, και επίσης της ευταξίας. Όταν οι κανόνες αποκόβονται από το δογματικό τους περιβάλλον και την προοπτική της δογματικής διασφάλισης, εκπίπτουν από το θεολογικό τους ύψος και καταλήγουν, ως στείρες νομικές διατάξεις, να εκπροσωπούν ένα διαδικαστικό δίπολο “επιτρέπεται - απαγορεύεται” ως αυτονομημένα άρθρα δικαίου, κατά μίμηση του Ποινικού Δικαίου ή της Ποινικής Δικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δυστυχώς γίνεται πολλάκις η χρήση τους υπό ειδικών του Κανονικού Δικαίου, όταν αυτοί αγνοούν βασικά θέματα ορθόδοξης δογματικής και εκκλησιολογίας. Στην περίπτωση αυτή, τότε, δυστυχέστατα προκαλούνται τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα, όχι μόνον να μην επιλύονται τα αναφυόμενα προβλήματα αλλά μάλιστα να χειροτερεύουν, με το ακόμη χειρότερο, να μην κατανοούν οι ειδικοί κανονολόγοι, πού ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα, για ποιον λόγο οι προτεινόμενες από τους ίδιους λύσεις είναι θεολογικώς άστοχες και για ποιον λόγο το πρόβλημα παραμένει ως άλυτο. Βλ. επί παραδείγματι τις γνωμοδοτήσεις των κανονολόγων σχετικά με το Ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Σε καμία από αυτές δεν γίνεται αντιληπτή η εκκλησιολογική βάση του προβλήματος, που αφορά κυριώτατα στην απουσία ιερωσύνης στους δεχθέντες τον Τόμο της αυτοκεφαλίας. Για τους περισσότερους κανονολόγους (αν όχι όλους) όλα τελούν καλώς. Και αυτό διότι ο νομικίστικος τρόπος σκέψης παρατηρεί απλώς διαδικασίες, δίχως να εξετάζει εάν αυτές θεμελιώνονται στο υπόβαθρο της εκκλησιολογίας ή αν στέκουν μετέωρες. 

Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι η οικονομία θεολογικώς θεμελιώνεται επί της εκκλησιολογίας, σε αντίθεση με τη σύγχρονη πρακτική, η οποία την καταλύει, προκαλώντας σύγχυση στο σώμα της Εκκλησίας, αντιφάσεις στην ποιμαντική πράξη και δημιουργία εντυπώσεων στους ετεροδόξους ως να έχουν όντως υποστατά στοιχεία εκκλησιαστικότητας, τα οποία οφείλει η Εκκλησία να αναγνωρίζει. Η άκτιστη χάρη των μυστηρίων, όμως, δεν αυτονομείται από την Μία Εκκλησία, και ασφαλώς τα μυστήρια εν γένει δεν μπορούν να υφίστανται τμηματικά ή κατακερματισμένα σε ετερόδοξες χριστιανικές κοινότητες εκτός της Εκκλησίας. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται η επανεξέταση της τρέχουσας πρακτικής επί τη βάσει της θεολογίας των Οικουμενικών Συνόδων, προκειμένου οι ενεργούντες την οικονομία να επαναπροσδιορίσουν τον χαρακτήρα, τα κριτήρια, τον τρόπο και τα όρια της οικονομίας, εξερχόμενοι από το κλίμα της ισοπεδωτικής σύγχυσης, που φαίνεται ότι υφίσταται στο ζήτημα αυτό.

Συνεπώς, συνοψίζοντας την διδασκαλία της Εκκλησίας, το αληθές βάπτισμα είναι ένα, αποτελώντας απόρροια και έκφραση της Μίας Εκκλησίας. Στην παύλεια διατύπωση «εἷς κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», προδίδεται δι’ αυτής της τρισύνθετης ενότητας η σύμπτωση των κανονικών και των χαρισματικών ορίων της Εκκλησίας, εκκλησιολογική πραγματικότητα η οποία ομολογείται σαφώς και στα αντίστοιχα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν…». Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει βάπτισμα εκτός της Εκκλησίας, εφόσον μια αντίθετη θέση θα σήμαινε, αφενός την αποδέσμευση των μυστηρίων από την Εκκλησία, καθώς αυτά θα έπαυαν να αποτελούν τους τρόπους που αυτή εκφαίνεται, παρουσιαζόμενα ως αυθυπόστατα γεγονότα που υφίστανται καί εκτός της Εκκλησίας, ενώ αφετέρου η ομολογία στο ένα σωτήριο βάπτισμα του Συμβόλου της Πίστεως θα απέβαινε κενός λόγος. 

Κατά συνέπεια, η επιβαλλόμενη βαπτισματική εκκλησιολογία είναι ευθέως αντίθετη της διδασκαλίας της Εκκλησίας, και αναιρετική του μυστηριακού της χαρακτήρα.

Δείτε εδώ ολόκληρη την Ημερίδα στο Πολεμικό Μουσείο, όπως μεταδόθηκε απευθείας από την ΕΟΔ (η ομιλία του Β. Τουλουμτσή από 3:07:46 μέχρι 3:34:30):

Η αποκαλυπτική εισήγηση του Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη για τον Οικουμενισμό

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης