«Ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος…»

τοῦ Νικολάου Ἰ. Σταυριανίδη, Ἐφέτη Δ.Δ. ἐ.τ., Διπλωματούχου μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν Ἐμβαθύνσεως (D.E.A.) στό Δημόσιο Δίκαιο καί στήν Φιλοσοφία τοῦ Δικαίου
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εὑρισκόταν στά Ἰεροσόλυμα. Ἐπί τρία χρόνια ἐδίδασκε. Ἑρμήνευε τίς γραφές, ἔλεγε πρωτάκουστες ἀλήθειες ὁμιλῶν «ὡς ἐξουσίαν ἔχων», θεράπευε ἀσθενεῖς καί παραλυτικούς, ἀπήλασσε δαιμονισμένους ἀπό δαιμόνια, ἔδιδε εἰς τυφλούς τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τους, ἀνέσταινε νεκρούς. Μόλις χθές εἶχε ἐκδιώξει ἀπό τόν Ναό τοῦ Σολομῶντος τούς ἀργυραμοιβούς. Εἶχε ἀνατρέψει τά τραπεζάκια τους καί τά σκεύη τους, λέγοντάς πρός αὐτούς μέ ὀργή, «Ἐποιήσατε τόν οἶκον τοῦ Πατρός μου, οἶκον ἐμπορίου», «Οὐ γεγραπται, ὅτι ὁ οἶκος μου, οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν; Ὑμεῖς δέ, ἐποιήσατε αὐτόν σπήλαιον ληστῶν».
Εἶναι συγκλονιστικό αὐτό πού ἔγινε τότε, ὅταν ἐθίγησαν τά συμφέροντα τῶν ἀργυραμοιβῶν πού ἔκαναν ἐμπόριο μέσα στόν Ναό τοῦ Σολομῶντος - αὐτονοήτως μέ τήν «ἄδεια» τῶν Ἀρχιερέων και τῶν Ἱερέων… Ἦλθαν τήν ἑπομένην ἡμέρα στόν Ναό οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἱερεῖς, καί δή Σαδδουκαῖοι, καθώς καί Φαρισαῖοι μετά τῶν Γραμματέων, γιά νά ἐρωτήσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ: «Εἰπέ ἡμῖν, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; ἤ τίς ἐστιν ὁ δούς σοι τήν ἐξουσίαν ταύτην» (Λουκ. Κ 2-3, Ματθ. ΚΑ 23, Μάρκ. ΙΑ 28).
Οἱ Σαδδουκαῖοι ἦσαν ἱερεῖς πού εἶχαν ἐκδιώξει τούς ἄλλους ἱερεῖς ἀπό τον Ναό, καί πού δέν πίστευαν ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις νεκρῶν. Ἀπό τούς ἐκδιωχθέντες ἱερεῖς, ὁρισμένοι πού φαίνεται ὅτι ἐπίστευαν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀσκήτευαν στήν ἔρημο τοῦ Κουμράν «ΟΡΘΟΔΟΞΩΣ»: Ἔκαναν καθαρμούς ὅμοιους με αὐτούς τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά τοῦτο «κατ’οἰκονομίαν», καί ἐν γνώσει τοῦ ὅτι μόνον στόν Ναό τοῦ Σολομῶντος εὐδοκοῦσε τότε ὁ Θεός νά λατρεύεται, ἀκόμη καί ἀπό ἀναξίους ἱερεῖς. Οἱ δέ Φαρισαῖοι ἦσαν «θεολόγοι», γνῶστες τῶν Γραφῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπίστευαν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλά δεν διανοοῦνταν οἱ περισσότεροι, μαζί τους καί οἱ Σαδδουκαῖοι, ὅτι ὁ Μεσσίας ΔΕΝ θά τούς ἐγκαθιστοῦσε ΗΓΕΤΕΣ, ἀπελευθερώνοντας πολιτικά καί στρατιωτικά τούς Ἑβραίους ἀπό τήν Ρωμαϊκή κυριαρχία.
Και ὁ Ναός; Ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἦταν ἐκεῖ, ὥστε να λατρεύεται ὁ Θεός τῶν Ἑβραίων «ἀπό ὅλα τά ἔθνη» (Μαρκ. ΙΑ 17). Πρέπει νά «μετατεθοῦμε» λίγο γιά νά τό καταλάβουμε αὐτό: Ὅλοι οἱ εἰδωλολάτρες ἀρχαῖοι λαοί [πλήν τῶν «ΣΚΥΘΩΝ», πού ὅπως σαφῶς το ὑπαινίσσεται ὁ Ἅγιος Ἰωνάνης ὁ Δαμασκηνός, εἶχαν προτιμήσει «τήν ἐπιστροφή τους στήν Ἀσία» καί ἀποκλειστικῶς ἄρα τήν παραδεδομένη «θρησκευτικότητα» τῆς φυλῆς τους], ἔψαχναν τούς θεούς τῶν γύρω τους λαῶν, μήπως εἶναι ἀληθεῖς ἤ ἰσχυροί «θεοί», καί τούς υἱοθετοῦσαν, ἄν ἤθελαν, εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς πόλεις, εἴτε καί ὡς λαοί.
Εἰδικά ὅμως τόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ, δεν μποροῦσαν νά τόν προσλάβουν, νά τόν ἀντιγράψουν, καί νά τόν λατρεύσουν μέ τελετές εἰδωλολατρικές. Ἔπρεπε νά γίνουν προσήλυτοι «Ἑβραῖοι», διότι ὁ Θεός αὐτός, δέν ἦταν σάν τούς ἄλλους «θεούς», δεν ἦταν ἁπλῶς ἀντικείμενο λατρείας (δαιμόνιο) πού θα ἀνταποκρινόταν στίς ἐπιθυμίες τους ἔναντι κάποιας θυσίας. Ἦταν Θεός Ἀληθείας καί Νομοθέτης, θαυματουργός μέ ἀλλιώτικο τρόπο, μέ ἀπεσταλμένους του, ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ, τούς προφῆτες, πέραν τῶν Ἰερέων πού ἐνδεχόταν νά ἐκτραποῦν ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί, καί ἀκόμη καί νά εἰδωλολατρήσουν. Κανείς στόν ἀρχαῖο Ἰσραήλ δέν ἦταν ἀλάθητος ἐξ ὁρισμοῦ, οὔτε ὡς ἱερέας, οὔτε ὡς «ἁντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς». Ἀκόμη καί ψευδεῖς προφῆτες ἐνεφανίζοντο, ὁπότε χρειαζόταν διάκριση ὀρθοδοξίας, ἑκάστοτε, προκειμένου να ἀποκλεισθῆ ἡ ὀλέθρια ἐπιρροή τους.
Το ἀλάθητον καί το «ἁντιπροσωπεύειν τόν Θεόν ἐπί τῆς γῆς», πού προφανῶς ὑπῆρχε στήν ἐλαττωματική, καθ’ὅ,τι μή φιλαλήθη, θρησκευτικότητα τῶν Σκυθῶν (σέ αὐτούς ἀνῆκαν καί οἱ Τοῦρκοι), υἱοθετήθηκε για πρώτη φορά στόν ἀρχαῖο Ἰσραήλ, μέ τήν ἵδρυση τοῦ σύγχρονου ἰουδαϊσμοῦ, δηλαδή, προκειμένου οἱ Ἀρχιερεῖς του, νά κρίνουν καί νά καταδικάσουν τόν Χριστόν, ὡσάν νά ἦσαν «ἁρμόδιοι» πρός τοῦτο ἀντί τοῦ Θεοῦ, και ὡσάν να ἦσαν ἀντιπρόσωποι τοῦ «μόνου λαοῦ τοῦ Θεοῦ» ἐπί τῆς γῆς (βιβλία τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἐκτός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐμφανίσθηκαν πολύ ἀργότερα, ὅταν πλέον εἶχαν ἀποβιώσει καί οἱ τελευταῖοι κατά τήν Παλαιά Διαθήκη ἱερεῖς).
Προσῆλθαν λοιπόν στόν Ναό τοῦ Σολομῶντος οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἱερεῖς (Σαδδουκαῖοι), καθώς καί Φαρισαῖοι μετά τῶν Γραμματέων, το 33 μ.Χ., γιά νά ἐρωτήσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ, «ἐν ποίᾳ ἐξουσία ταῦτα ποιεῖ». Τούς ἦταν γνωστό ὅτι ἀναφερόταν εἰς τόν ἑαυτό Του, μέ τόν ὅρον μέ τόν ὁποῖον οἱ Ἐβραῖοι ἀναφέρονταν στόν Μεσσία: «Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου…». Ἐγνώριζαν ὅτι τον εἶχε ἀναγνωρίσει ὡς ΤΟΝ Μεσσία, ὁ Προφήτης (καί Ἅγιός μας) Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὅπως καί ὁ λαός, ὁ «ὄχλος» πού τόν ἀκολουθοῦσε. Ἐκεῖνοι ὅμως, δέν πίστευαν, οὔτε στήν διδασκαλία τοῦ Ἰωάννη, ὅτι «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μετανοεῖτε…», οὔτε στό ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας.
Το τί τούς ἀπήντησε ἐνώπιον ὅλων ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καί τί ἔγινε τότε, τό περιγράφουν οἱ Εὐαγγελιστές μέ θαυμαστήν ἀκρίβεια και συμφωνία μεταξύ τους (Ματθ. ΚΑ 23-45, ΚΒ 1-14, Μάρκ. ΙΑ 27-33, και ΙΒ 1-12 και Λουκ. Κ 1-19). Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ Εὐαγγελιστές συνέγραψαν τά εὐαγγέλια εἰς διαφορετικούς χρόνους, καί χωριστά ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον. Παρ’ ὅλον τοῦτο, τά τέσσερα εὐαγγέλια τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι ἀπό τά πλέον ἔγκυρα ἱστορικά κείμενα τῆς ἀρχαιότητος, ἀφοῦ σέ ὅτι ἀναφέρουν, εἴτε συμφωνοῦν ἀπολύτως μεταξύ τους, εἴτε ἀποκαθίσταται εὔκολα ἡ μεταξύ τους συμφωνία, μέ προσεκτική καί καλόπιστη ἑρμηνεία (ἀντιθέτως, ἄλλες ἱστορικές πηγές, ἀκόμη καί ὅταν ἔχουν συγγραφῆ ἀπό μόνον ἕνα συγγραφέα, γίνονται δεκτές ὡς ἀρκούντως ἀξιόπιστες, ἀπό τούς ἱστορικούς).
Ἀπό τούς ἐμφανισθέντας, λοιπόν εἰς τόν Ναό, μόνο ἕνας Γραμματέας ἔδειξε καλή πίστη στίς ἐρωτήσεις του πρός τόν Χριστό. Ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ἐμφανισθέντες, Ἀρχιερεῖς τοῦ Ναοῦ καί ἱερεῖς (Σαδδουκαῖοι), καθώς καί οἱ Φαρισαῖοι, προσπάθησαν να παγιδεύσουν τον Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος τούς ἀπάντησε: Για να σᾶς πῶ ποιός εἶμαι (ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ), πεῖτε μου ἐσεῖς πρῶτα, ἐάν τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου (τοῦ Προδρόμου) ἦταν «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ» (ἐκ τοῦ Θεοῦ, μέ δύναμη ἐκ τοῦ Θεοῦ), ἤ «ἐξ ἀνθρώπων» (δηλαδή, ἄνευ δυνάμεως ἐκ Θεοῦ, ψυχολογική «κατασκευή»).
Οἱ ἐρωτήσαντες ἀπήντησαν ὅτι δέν ἐγνώριζαν. Σκέφθηκαν δολίως, μόνον ὡς managers (διαχειριστές) τῆς πίστεως τοῦ Λαοῦ «τους» (τοῦ κατ’αὐτούς ὄχλου), δηλαδή τό πῶς δέν θά ἔχαναν την «θρησκευτική» και πολιτική (συνάμα ἐπικερδή) ἐπιρροή τους στόν λαό: _Ἀφοῦ ὁ λαός εἶχε πιστεύσει ὅτι τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἄν τό χαρακτήριζαν ὡς «ἐξ ἀνθρώπων», θα μειώνονταν σοβαρά στά μάτια τοῦ λαοῦ. Ἄν ἀντιθέτως ἔλεγαν ὅτι τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, τότε θα ἐπικρίνονταν ἀπό τόν Λαό ἤ καί ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἐρωτώμενοι διατί δέν ἐπίστευσαν τόν Ἰωάννη (Θά ἦταν σέ ὅλους γνωστό, ὅτι δέν εἶχαν βαπτισθῆ ἀπό τόν Ἰωάννη, ἀπό τούς δέ πλέον διακριτικούς θά εἶχε γίνει αἰσθητό ὅτι δεν δέχονταν ὅτι ὑπῆρχε, ζήτημα μετανοίας τους, ἀλλά οὔτε καί ζήτημα ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία μέ ἰδιότητες σύμφωνες μέ το ἀσκητικό φρόνημα τοῦ Ἰωάννου.).
Κατόπιν τούτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, με παραβολές, τούς εἶπε οὐσιαστικά, κατά πρόσωπον και ἐνώπιον ὅλων, ὅτι: Ἀφοῦ πάλι και πάλι ἔδερναν και ἐφόνευαν οἱ πατέρες σας, τούς ὁποίους ἐσεῖς ἀκολουθεῖτε, τούς προφῆτες πού σᾶς ἔστειλα, τούς λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός,καί ἀφοῦ ἀκόμη καί τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ δέν θά διστάσετε νά φονεύσετε, ὅπως οἱ κακοί γεωργοί, πού συνομωτοῦν νά φονεύσουν τόν Υἱό τοῦ ἀφεντικοῦ τους, προκειμένου νά κρατήσουν τήν «κληρονομία» οἱ ἴδιοι, θά ΜΕΙΝΕΙ ΕΡΗΜΟΣ ΠΛΕΟΝ ΟΡΙΣΤΙΚΑ Ο ΟΙΚΟΣ ΣΑΣ, ἔρημος ἀπό τήν παρουσία και ἐνέργεια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ποῖος; Ὁ ΟΙΚΟΣ τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, ἤτοι καί ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀνεξαρτήτως ἐννοεῖται τοῦ ἄν αὐτός καταστραφῆ ὑλικῶς, καί τυχόν ἀνεγερθῆ ἐκ νέου.
Ὁ δε «ἀμπελῶνας» θά δοθῆ σέ ἄλλους (Μάρκ. ΙΒ 9): «ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ ΛΕΓΩ ΥΜΙΝ ΟΤΙ ΑΡΘΗΣΕΤΑΙ ΑΦ’ ΥΜΙΝ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΚΑΙ ΔΟΘΗΣΕΤΑΙ ΕΘΝΕΙ ΠΟΙΟΥΝΤΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΑΥΤΗΣ…» (Ματθ. ΚΑ 43). Τότε, «… ἐζήτησαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς ἐπιβαλλειν ἐπ’αὐτόν τάς χείρας ἐν τῆ ὥρᾳ ταύτῃ, καί ἐφοβήθησαν τόν λαόν, ἔγνωσαν γάρ ὅτι πρός αὐτούς τήν παραβολήν ταύτην εἶπε» (Λουκ. Κ 19, Μάρκ. ΙΒ 12).
Στήν συνέχεια, ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγει ὅ,τι χρειάζεται για τον «ΝΕΟΝ ΙΣΡΑΗΛ», ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ: Πρῶτον, ἀποστομώνει τούς Φαρισαίους πού δέν δέχονταν αὐτόν οὔτε ὡς Μεσσία οὔτε ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ἐπικαλεῖται, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ βασιλεύς καί προφήτης Δαυίδ, ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριος (Θεός), μιλάει σέ ἄλλο πρόσωπο, τό ὁποῖον ἐπίσης εἶναι Κύριος (Θεός), και ὅτι μάλιστα προφητεύει ὁ Δαυϊδ ὅτι αὐτό τό δεύτερο πρόσωπο δέν δύναται νά εἶναι, ὡς ὁ Μεσσίας, ἁπλῶς Υἱός τοῦ Δαυίδ (Ματθ.ΚΒ 41-46, Λουκ. Κ 41-44, πρβλ. Μάρκ. ΙΒ 35-37).
Δεύτερον, μιλάει στον Λαό κατοχυρώνοντάς τον εὐθέως, ὡς προς τόν δόλο και τήν κακία τῶν Φαρισαίων καί Γραμματέων ἀπέναντι σέ ὅσους προφῆτες ὁ ἴδιος (ὁ Ἰησοῦς Χριστός) ἀποστέλλει πρός αὐτούς (Ματθ. ΚΓ 1-39, Μάρκ. ΙΒ 38-40, Λουκ. Κ 45-47). Τρίτον, προβαίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί σέ μία ρητή δημόσια καταγγελία κατά τῶν Γραμματέων και Φαρισαίων, ὅτι πρόσφατα εἶχαν φονεύσει, ἀδίκως, καί τόν Ἱερέα Ζαχαρία τοῦ Βαραχίου «μεταξύ τοῦ Ναοῦ καί τοῦ θυσιαστηρίου» (Ματθ. ΚΓ 36). Ἐπρόκειτο γιά τον Ἱερέα πού εἶχε ἀρνηθῆ νά διαγράψει τήν Παρθένο Μαρία ἀπό τόν κατάλογο τῶν Παρθένων τοῦ Ναοῦ, ὅπως ἀξίωναν οἱ καταλαβόντες το Ναό Σαδδουκαῖοι Ἱερεῖς καί οἱ μετ’αὐτῶν Φαρισαῖοι. Τό εἶχε ἀρνηθῆ, ὡς πολύ ἔντιμος και δίκαιος Ἱερεύς, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐγνώριζε πῶς ἐγκαταβιοῦσε στον Ναό ἡ Παρθένος Μαρία (ἤδη Παναγία Θεοτόκος). Δέν μιλάει ὁ Ἰησοῦς Χριστός ρητῶς κατά τῶν Ἀρχιερέων καί Ἱερέων, πού βεβαίως ἦσαν συνένοχοι καί συναυτουργοί μέ τούς Φαρισσαίους καί Γραμματεῖς, γιά ἕνα καί μόνον λόγον. Τηρεῖ καθ’ὅ,τι εἶναι καί τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔλεγε «ἄρχοντι τοῦ λαοῦ σου, οὐκ ἐρεῖς κακό», ἤτοι γιά ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου, ἐννοεῖται Ἱερέα, δέν θά πῆς κακό..
Τέταρτον, ἐξελθών τοῦ Ναοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός προλέγει τήν ὁλοσχερῆ ὑλική καταστροφή τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ (Ματθ.ΚΔ 1-51, ΚΕ 1-30, Μάρκ. ΙΓ 1-37, Λουκ. ΚΑ 5-36). Ἡ καταστροφή αὐτή ἔγινε 38 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Ρωμαῖος στρατηγός Τίτο, υἱός τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος, ἐκπόρθησε, κατέστρεψε καί κατέσκαψε ὁλόκληρη τήν Ἰερουσαλήμ. Ἐπίσης, ἐπιτέθηκε και ἐκπόρθησε τά ὀχυρά τῆς ἐρήμου Κουμράν, ἀπό ὅπου εἶχε ξεκινήσει ἡ ἐξέγερσις κατά τῶν Ρωμαίων, καί ὅπου ἐγκαταβίωναν πλέον μόνον ἀκραῖοι «ζηλωτές» ἰουδαϊστές (οἱ παλαιότερα ἐκεῖ καταφυγόντες ὡς διωκόμενοι ἀπό τούς Σαδδουκαίους, και τυχόν πράγματι ὀρθοδοξοῦντες, ἱερεῖς, πιθανότατα θά εἶχαν ἤδη ἐν τῶ μεταξύ γίνει ὀρθόδοξοι χριστιανοί).
_ Ὅλα τά ἀνωτέρω, προβλημάτισαν πολύ τόν ἀπόστολο Παῦλο, πού ἔγραψε ὅτι, μέσα στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἐρημία τοῦ παλαιοῦ ΙΣΡΑΗΛ, ὥστε μέσῳ τοῦ πνευματικοῦ σκοτισμοῦ τους (τόν ὁποῖον προφανῶς ἔβλεπε γύρω του νά αὐξάνη, σέ ὅσους δέν ἐρευνοῦσαν ἐντίμως τίς Γραφές σέ σχέση πρός τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ), να σωθοῦν ἐν τέλει περισσότεροι ἄνθρωποι, ἀφοῦ ἐπιστρέψουν καί οἱ Ἑβραῖοι….- ἐννοεῖται, ἄν θέλουν.
Πάντως, καί ἄν ἐπιστρέψουν ἐξ αὐτῶν, αὐτό θά γίνῃ κυρίως στα ἔσχατα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Θα ὀφείλεται δε, στούς δικαίους καί ἀληθινούς προφῆτες τῆς έποχῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καθώς καί χάρη στίς προσευχές τῶν Ἁγίων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δέν πρόκειται νά εἶναι ξανά «λαός τοῦ Θεοῦ» οἱ Ἑβραῖοι, ὅπως ἦσαν στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διότι τότε ἦσαν «λαός τοῦ Θεοῦ», κυρίως μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐξ αὐτῶν, θά ἐγεννᾶτο ἡ Παναγία, καί ὅχι μέ τήν ἔννοια ἑνός λαοῦ ἀνώτερου ἤ κυρίαρχου, ἤ κατά φύσιν δικαιότερου, τῶν ἄλλων λαῶν.
Ἔγραψε ἀκόμη, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι, ἀφοῦ ὁ Θεός δεν ἐλυπήθηκε τήν ἤμερη ἐληά (τόν ἀρχαῖο Ἰσραήλ), καί ἔκοψε ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΛΑΔΙΑ ΤΗΣ, ἐπειδή αὐτά (μακάρι νά μήν ἔπταισαν, «μή γένοιτο», ἀλλά πάντως ὁδήγησαν στόν σταυρό καί ἀρνήθηκαν ΤΟΝ ΜΕΣΣΙΑ, τόν ΥΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ), ἄρα δέν θά λυπηθῆ οὔτε τά ἄγρια κλαδιά πού ἔχουν γίνει ἤμερα ἀφοῦ ἐγκεντρίσθηκαν ἀπό τον Χριστό στήν ἤμερη ἐληά, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Του (πρός Ρωμαίους, ΙΑ 1-32). Αὐτή ἀποτελεῖται πλέον ἀπό:
Α) πρώην εἰδωλολάτρες πού δέν δικαιοῦνται νά ἐπαίρονται, ἀφοῦ παρήκουσαν (ἀπό προγόνων) στόν Θεό καί εἶχαν πέσει σέ εἰδωλολατρεία, [τέτοιοι ἤμασταν οἱ Ἕλληνες λέγει ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος, προσθέτοντας ὅτι το «παρακούσαμε» κατά τήν γνώμη του σημαίνει ὅτι πρίν ἀπό τούς Ἑβραίους γνωρίζαμε τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά Τόν παρακούσαμε και γίναμε εἰδωλολάτρες], καί
Β) Ἑβραίους, πού ἔγιναν μέν χριστιανοί, ἀλλά δέν δικαιοῦνται νά καυχῶνται ὡς «ἀνώτεροι» τῶν ἄλλων χριστιανῶν, ἀφοῦ ἡ περιτομή τους ἔγινε κατά τόν παλαιό νόμο, ἐνῶ τώρα, μετετέθη ἡ ἱερωσύνη εἰς τόν Ἀρχιερέα Χριστό, καί μέ αὐτήν μετετέθη καί ὁ παλαιός νόμος, εἰς «νόμον τῆς χάριτος» μέ «διαθήκην καινήν» (πρβλ. πρός Ἑβρ. Η 7-13, Θ 15), καθώς καί, στά ἔσχατα, Ἑβραίους πού θά ἐπιστρέψουν (μετανοημένοι) ὥστε να ἐγκεντρισθοῦν στήν Ἐκκλησία (ἐννοεῖται την ὄντως ὀρθόδοξη) - πρός Ρωμαίους, ΙΑ 25-32).
Ἑπομένως, δεν εἶναι ἐξασφαλισμένη ἐξ ὁρισμοῦ, οὔτε ἡ προσωπική σωτηρία, οὔτε καμία ἀνωτερότητα οἱουδήποτε Λαοῦ, ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, Ο «ΝΕΟΣ ΙΣΡΑΗΛ», Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΙΣΡΑΗΛ ΣΗΜΕΡΑ, τό χρεωστᾶμε στον ἀληθινό Θεό, νά μετέχουμε, φιλοτίμως καί ἐκκλησιαστικῶς, ἐν μετανοίᾳ καί φιλαληθείᾳ καί φιλαδελφίᾳ, στήν ζωή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αἵροντας τόν σταυρό μας καί ἀκολουθοῦντες τόν «Κύριο τῆς δόξης», ὀρθοδόξως ὄντως. Ἀλλιῶς, ΑΡΘΗΣΕΤΑΙ ΑΦ’ ΗΜΙΝ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΚΑΙ ΔΟΘΗΣΕΤΑΙ ΕΘΝΕΙ ΠΟΙΟΥΝΤΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΑΥΤΗΣ - ὅ,τι καί ἄν εἶναι αὐτό τό ἔθνος σήμερα, ἀκόμη καί Σκύθες.
Προϋπόθεση προσλήψεως τῆς «ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», και εἰσόδου στήν ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, εἶναι τό νά μή ἐγκλωβίζεται ἕνας ἄνθρωπος ἤ λαός, στίς σαρκικές συνήθειές του, ἰδίως στίς συνήθειες τῆς ἄνευ ἀληθείας θρησκευτικότητός του. Αὐτή, εἶναι εἴτε ὠμή σαρκικότητα, εἴτε φαντασίωση, σαρκικῆς ἤ καί δαιμονικῆς προελεύσεως. Σέ τέτοια σαρκικότητα ἤ φαντασίωση ἀνήκουν τά πρόσωπα καί τά ἔθνη, «τά τούς πολέμους θέλοντα», τῶν ὁποίων τόν διασκορπισμό εὔχεται εἰς τόν Θεόν, ὁ προφητάναξ Δαυίδ, μαζί μέ τούς ἀληθινούς, δηλαδή κυρίως πνευματικῶς (ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ) ἀπογόνους του.
Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ ΙΑΝ.-ΦΕΒΡ. 2025 (ΣΕΛ.7-8)





