Οι διώξεις του Διοκλητιανού
Είμαι ένας απλός κάτοικος της Ρώμης, γεννημένος σε χρόνια δύσκολα, μα ποτέ δεν περίμενα να δω όσα συνέβησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού, γιατί η πόλη μας, όσο σκληρή κι αν υπήρξε, είχε μάθει να ζει με διαφορές, θεούς πολλούς και λαούς αναρίθμητους.
Κι όμως, ξαφνικά όλα άλλαξαν και η καθημερινότητα γέμισε φόβο, κραυγές και καπνό, καθώς οι δρόμοι που άλλοτε έσφυζαν από εμπόριο και ζωή μετατράπηκαν σε σκηνές τρόμου, και εγώ, αν και πιστός στους πατροπαράδοτους θεούς, δεν μπορούσα να συμφωνήσω με όσα έβλεπα να γίνονται στο όνομα της τάξης και της ευσέβειας.
Θυμάμαι ακόμη τις πρώτες φήμες για τα διατάγματα, πώς ψιθυρίζονταν στις αγορές και στα λουτρά, πως οι χριστιανοί, αυτοί οι ήσυχοι άνθρωποι που συχνά ζούσαν δίπλα μας χωρίς να ενοχλούν κανέναν, θα έπρεπε να παραδοθούν, να θυσιάσουν ή να χαθούν, και πολλοί από εμάς δεν πιστεύαμε πως ο αυτοκράτορας θα έφτανε τόσο μακριά, γιατί ο Διοκλητιανός ήταν γνωστός ως άνθρωπος της τάξης και της λογικής, μα σύντομα καταλάβαμε ότι η λογική αυτή δεν άφηνε χώρο για έλεος.
Για την καταγωγή του Διοκλητιανού πολλά λέγονταν στους δρόμους και στις αγορές, κι εγώ τα άκουγα χρόνια τώρα από γέροντες και στρατιώτες που είχαν υπηρετήσει κοντά του, δεν προερχόταν από παλαιά αριστοκρατικά γένη της Ρώμης, αλλά από ταπεινή οικογένεια της Δαλματίας, από τόπους σκληρούς που γεννούν ανθρώπους μαθημένους στην πειθαρχία και στην επιβίωση, και ίσως γι’ αυτό πίστευε τόσο βαθιά στην αυστηρή τάξη, γιατί ο ίδιος είχε ανέβει σκαλί σκαλί μέσα από τον στρατό, με ιδρώτα και αίμα, χωρίς προστασίες και χωρίς έλεος από τους ανωτέρους του, κι έτσι όταν έφτασε στην κορυφή της εξουσίας θέλησε να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία γερή σαν στρατόπεδο, όπου ο καθένας θα γνώριζε τη θέση του και θα υπάκουε χωρίς ερωτήσεις.
Είδα με τα μάτια μου να γκρεμίζονται οίκοι προσευχής, να καίγονται βιβλία που οι ίδιοι οι δήμιοι δεν ήξεραν τι έγραφαν, να σύρονται γέροντες και γυναίκες δεμένοι, όχι επειδή σήκωσαν όπλο ή επαναστάτησαν, αλλά επειδή αρνήθηκαν να ρίξουν λίγους κόκκους θυμιάματος μπροστά στο άγαλμα του αυτοκράτορα, και τότε ήταν που ένιωσα πως κάτι είχε σπάσει μέσα στην πόλη και μέσα μας. Οι κραυγές από τα δεσμωτήρια αντηχούσαν τη νύχτα, και κανείς δεν κοιμόταν ήσυχος, γιατί ποτέ δεν ήξερες αν το επόμενο χτύπημα της πόρτας θα ήταν για τον γείτονα ή για σένα, κι ας μην ήσουν χριστιανός, γιατί η καχυποψία απλώθηκε σαν αρρώστια και όποιος δεν έδειχνε αρκετό ζήλο θεωρούνταν ύποπτος.
Θυμάμαι μια μέρα στην αγορά, όταν ένας νέος, σχεδόν παιδί, αρνήθηκε να θυσιάσει και τον έδειραν μπροστά μας μέχρι που το αίμα του ανακατεύτηκε με τη σκόνη του δρόμου, και οι στρατιώτες έλεγαν πως έτσι υπηρετούν τους θεούς και τη Ρώμη, μα εγώ δεν είδα θεϊκή τάξη, μόνο ανθρώπινη βαναυσότητα. Οι εκτελέσεις έγιναν θέαμα, οι σταυρώσεις και τα βασανιστήρια παρουσιάζονταν ως παραδείγματα, και κάποιοι συνήθισαν τόσο που περνούσαν δίπλα από τα σώματα χωρίς να γυρίζουν το κεφάλι, μα εγώ κάθε φορά ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται, γιατί ήξερα πως μια πόλη που μαθαίνει να μη βλέπει τον πόνο χάνει την ψυχή της. Οι άρχοντες έλεγαν πως όλα αυτά γίνονταν για να κατευνάσουμε τους θεούς, πως οι ήττες και οι αρρώστιες ήταν έργο των Χριστιανών, κι όμως όσο περισσότερους σκότωναν τόσο πιο βαριά φαινόταν η ατμόσφαιρα, σαν να μας είχε εγκαταλείψει κάθε θεϊκή εύνοια.
Είδα οικογένειες να διαλύονται, παιδιά να μένουν ορφανά, ανθρώπους να προδίδουν φίλους για να σώσουν τον εαυτό τους, και τότε κατάλαβα πως ο φόβος ήταν το ισχυρότερο όπλο της εξουσίας, πιο δυνατό κι από τα ξίφη. Δεν λέω πως οι χριστιανοί ήταν όμοιοι με εμάς, γιατί δεν τιμούσαν τους θεούς μας και μιλούσαν για έναν μόνο θεό, μα αναρωτιόμουν ποια αυτοκρατορία φοβάται τόσο πολύ μια προσευχή ώστε να απαντά με φωτιά και σίδερο.
Όσο για το μίσος που έτρεφε απέναντι στους Χριστιανούς, δεν πιστεύω πως γεννήθηκε από μια απλή προσωπική κακία, αλλά από φόβο και καχυποψία, γιατί ο Διοκλητιανός έβλεπε τον κόσμο σαν ένα σώμα που κινδύνευε να διαλυθεί και θεωρούσε πως όποιος δεν συμμετείχε στις κοινές θυσίες και δεν αναγνώριζε τους θεούς και τον αυτοκράτορα, ήταν σαν άρρωστο μέλος που έπρεπε να κοπεί, και οι Χριστιανοί, με την άρνησή τους να λατρεύσουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τον θεό τους, του φαίνονταν επικίνδυνοι όχι μόνο για τη θρησκεία αλλά και για την ίδια την κρατική συνοχή. Γύρω του υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Γαλέριο που φλόγιζαν αυτή την καχυποψία και τον έπειθαν πως κάθε συμφορά, κάθε ήττα και κάθε αναταραχή ήταν έργο αυτών που δεν τιμούσαν τους πατροπαράδοτους θεούς, κι έτσι το μίσος παρουσιάστηκε ως καθήκον και η βαναυσότητα βαφτίστηκε σωτηρία της αυτοκρατορίας.
Όταν ο Διοκλητιανός παραιτήθηκε, κάποιοι είπαν πως οι διωγμοί θα τελείωναν, μα οι πληγές είχαν ήδη χαραχτεί βαθιά, και ακόμη κι όταν αργότερα ακούστηκε πως επιτράπηκε ξανά στους Χριστιανούς να ζουν χωρίς φόβο, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο, γιατί είχαμε δει πόσο εύκολα η τάξη μετατρέπεται σε τυραννία. Σήμερα, καθώς περπατώ στους ίδιους δρόμους, θυμάμαι τα πρόσωπα εκείνων που χάθηκαν και σκέφτομαι πως η Ρώμη στάθηκε μεγάλη όχι μόνο με τα όπλα και τους νόμους της, αλλά και με την ανεκτικότητά της, και όταν την απαρνήθηκε, πληγώθηκε η ίδια περισσότερο απ’ όσους προσπάθησε να εξοντώσει.
Προηγουμένως η ΕΟΔ, σχετικά με το θέμα αυτό, έγραψε για τη φριχτή ιστορία του Κολοσσαίου.
Читайте также
Το ημερολόγιο κρατητηρίων ενός Αρχιμανδρίτη με πατριωτική δράση στην ΕΟΚΑ
Σημαντική έκδοση για τα 70 χρόνια της ΕΟΚΑ φωτίζει, μέσα από το ημερολόγιο του π. Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη, τον αγώνα, τη θυσία και το ήθος των αγωνιστών.
Ιωάννης Καποδίστριας: Πνευματική Κληρονομιά και Νεοεποχίτικες Παρεμβάσεις
Η σύνδεση του Ιωάννη Καποδίστρια με Ρέικι και υπνωτισμό στην κινηματογραφική ταινία προκαλεί έντονες αντιδράσεις, ως προσβολή της ορθόδοξης πίστης και μνήμης του.
Λύθηκε το μυστήριο της κατασκευής της Πυραμίδας του Χέοπα;
Μια νέα μελέτη υποδεικνύει τον τρόπο ανύψωσης των τεράστιων λίθων βάρους δεκάδων τόνων.
Περί της αξίας και ορθής χρήσεως της εκκλησιαστικής γλώσσας
Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’