Παπά μου, αν έρθει αύριο να εξομολογηθεί, τι θα του πείς?
Ένας ενορίτης, ακούει τον παπά του να μιλά για αγάπη στην Εκκλησία και λίγο αργότερα να κατακρίνει. Που πήγαν τα λόγια Του Χριστού?
Δεν έχω πολλά γράμματα. Έξι τάξεις Δημοτικό πήγα και μετά βγήκα στη δουλειά (Τις σκέψεις μου εδώ, τις έγραψε ο γιός μου με αυτό το σύστημα που βοηθ-ΑΙ). Έτσι ήταν τότε τα πράγματα. Έμαθα όμως από τους γονείς μου να σέβομαι τον Θεό, τους ανθρώπους και περισσότερο εκείνους που φορούν το ράσο.
Κάθε Κυριακή πηγαίνω στην εκκλησία. Δεν καταλαβαίνω πάντα όλα όσα ακούω, αλλά προσπαθώ. Μου αρέσει να ακούω τον παπά μας να μιλά για τον Χριστό, την αγάπη και τη συγχώρεση. Πολλές φορές γυρίζω σπίτι και σκέφτομαι τα λόγια του.
Την περασμένη Κυριακή, όμως, έγινε κάτι που με στενοχώρησε.
Μετά τη Θεία Λειτουργία πήγαμε στο καφενείο, όπως κάνουμε πολλές φορές. Ήταν κι ο παπάς μας εκεί. Πίναμε τον καφέ μας και κουβεντιάζαμε. Κάποια στιγμή άρχισε να μιλά για έναν συγχωριανό μας. Έλεγε για τα λάθη του, για τη συμπεριφορά του και για πράγματα που, όπως είπε, είχε κάνει.
Δεν ξέρω αν ήταν όλα αλήθεια. Ούτε θέλω να μάθω.
Εκείνο που ξέρω είναι πως αυτός ο άνθρωπος ήταν το πρωί στην εκκλησία. Τον είδα με τα μάτια μου να πλησιάζει στο Άγιο Ποτήριο και να κοινωνεί από τα χέρια του ίδιου ιερέα που τώρα τον κατηγορούσε.
Και τότε σκέφτηκα κάτι που δεν μου έφευγε από το μυαλό.
Παπά μου, πριν από λίγο του έδωσες το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τον δέχτηκες κοντά σου, του είπες το όνομά του και τον κοινώνησες. Τώρα, που δεν είναι εδώ, γιατί μιλάς έτσι γι' αυτόν;
Ήθελα να σε ρωτήσω, αλλά δεν τόλμησα. Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση μπροστά στους άλλους.
Έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα τον καφέ μου.
Από εκείνη την ώρα, όμως, δεν είχα ησυχία.
Θυμήθηκα τον Άγιο Παΐσιο, που μας μάθαινε να βάζουμε καλό λογισμό για τον άλλον. Να μη βιαζόμαστε να τον κρίνουμε, γιατί δεν ξέρουμε τι περνά μέσα στο σπίτι του και στην ψυχή του.
Θυμήθηκα και τον Άγιο Πορφύριο. Από όσα έχω διαβάσει για εκείνον, καταλαβαίνω πως προσπαθούσε να φέρνει τους ανθρώπους κοντά στον Χριστό με αγάπη και όχι με κατηγορίες.
Και σκέφτηκα τον Χριστό, όταν έφεραν μπροστά Του τη γυναίκα που είχε αμαρτήσει. Δεν είπε πως η αμαρτία της ήταν σωστή. Είπε όμως σε εκείνους που ήταν έτοιμοι να την καταδικάσουν να κοιτάξουν πρώτα αν οι ίδιοι ήταν χωρίς αμαρτία.
Εγώ, πάτερ μου, δεν είμαι καλύτερος από κανέναν. Έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου. Έχω πει κι εγώ άσχημα λόγια για ανθρώπους. Έχω θυμώσει, έχω αδικήσει και έχω μετανιώσει.
Γι' αυτό πηγαίνω στην εκκλησία. Όχι γιατί είμαι καλός, αλλά γιατί θέλω να γίνω καλύτερος.
Και σε εσένα έρχομαι για να με βοηθήσεις.
Όταν όμως σε ακούω να κατηγορείς τον έναν δεσπότη, τον άλλον ιερέα, τον ψάλτη, τον επίτροπο ή έναν απλό άνθρωπο του χωριού, τι να σκεφτώ;
Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως, όταν φεύγω κι εγώ από το καφενείο, αρχίζει κάποιος να μιλά για τα δικά μου λάθη. Κι αυτό με πονά.
Δεν σου ζητώ να λες πως όλοι είναι καλοί και πως κανείς δεν κάνει λάθη. Ούτε να κλείνεις τα μάτια μπροστά σε μια αδικία. Αν κάποιος κάνει κακό, πρέπει να σταματήσει. Αν αδικεί έναν άνθρωπο, πρέπει να διορθωθεί. Αλλά χρειάζεται να τον συζητάμε μπροστά σε όλους;
Θα ήθελα κάποια Κυριακή, όταν κάποιος αρχίσει να κατηγορεί έναν συγχωριανό μας, να ακούσω εσένα να λες: «Αφήστε τον άνθρωπο. Δεν ξέρουμε τι περνά. Ας κάνουμε μια προσευχή γι' αυτόν».
Ξέρεις πόσο θα χαιρόμουν;
Θα έλεγα μέσα μου πως αυτό που μας δίδαξες το πρωί στην εκκλησία το κρατάς και έξω από αυτήν.
Γιατί, πάτερ μου, εμείς οι απλοί άνθρωποι δεν μαθαίνουμε μόνο από τα κηρύγματα. Μαθαίνουμε κι από αυτά που βλέπουμε.
Σε βλέπουμε όταν λειτουργείς, αλλά σε βλέπουμε και όταν κάθεσαι δίπλα μας. Σε ακούμε όταν διαβάζεις το Ευαγγέλιο, αλλά σε ακούμε και όταν μιλάς στο καφενείο.
Και καμιά φορά, αυτά που λες στο καφενείο τα θυμόμαστε περισσότερο.
Δεν γράφω αυτά τα λόγια για να σε προσβάλω. Ούτε θέλω να σε κρίνω, γιατί τότε θα έκανα κι εγώ το ίδιο λάθος που με στενοχωρεί. Τα γράφω γιατί σε αγαπώ και γιατί θέλω να συνεχίσω να σε βλέπω όπως σε έβλεπα από παιδί. Σαν τον άνθρωπο που θα με πάρει από το χέρι όταν χαθώ και θα μου δείξει τον δρόμο.
Αν αύριο κάνω ένα μεγάλο λάθος, δεν θέλω να το μάθει όλο το χωριό από το στόμα σου. Θέλω να με φωνάξεις κοντά σου και να μου μιλήσεις. Ακόμη κι αν χρειαστεί να με μαλώσεις, να το κάνεις για το καλό μου.
Κι αν δεν σε ακούσω, προσευχήσου για μένα.
Αυτό έκαναν οι Άγιοι που τόσο αγαπάμε. Πονούσαν για τον αμαρτωλό άνθρωπο. Δεν χαίρονταν με τα λάθη του.
Την άλλη Κυριακή θα έρθω πάλι στην εκκλησία. Θα ανάψω το κερί μου, θα σταθώ στη θέση μου και θα ακούσω το Ευαγγέλιο. Κι όταν τελειώσει η Λειτουργία, μπορεί να ξαναβρεθούμε στο ίδιο καφενείο.
Μακάρι τότε να μιλήσουμε για κάτι καλό. Για έναν άρρωστο που χρειάζεται βοήθεια, για μια οικογένεια που δυσκολεύεται, για έναν άνθρωπο που έχει ανάγκη από μια καλή κουβέντα.
Και αν ξαναπιάσουμε στο στόμα μας εκείνον τον συγχωριανό που κοινώνησε την περασμένη Κυριακή, μακάρι να είναι για να πούμε κάτι καλό γι' αυτόν.
Γιατί, πάτερ μου, το πρωί μάς έμαθες να λέμε «Κύριε, ελέησον». Ας μην ξεχνάμε το έλεος του Θεού μόλις βγούμε από την εκκλησία.
H EOΔ, παρουσίασε την ομιλία του Άρη Σερβετάλη
