Το φαινόμενο Dunning-Kruger και ο πνευματικός άνθρωπος
Από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας, στην ταπείνωση της αληθινής γνώσης: το φαινόμενο Dunning–Kruger υπό το φως της πνευματικής ζωής - Νέαρχος Παναγή
Το φαινόμενο Dunning-Kruger αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρατηρήσεις της σύγχρονης ψυχολογίας σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στη γνώση και στην αυτοαντίληψη του ανθρώπου. Σύμφωνα με αυτό, οι άνθρωποι που διαθέτουν περιορισμένες γνώσεις ή εμπειρία σε έναν τομέα συχνά υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους, ενώ όσοι αποκτούν βαθύτερη γνώση και ωριμότητα τείνουν όχι μόνο να αμφισβητούν τον εαυτό τους, αλλά και να υποεκτιμούν τις πραγματικές τους δυνατότητες και τα επιτεύγματά τους. Ο ώριμος άνθρωπος συχνά θεωρεί ότι «δεν έκανε κάτι σπουδαίο», ότι «όλοι μπορούν να κάνουν το ίδιο», και ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι και πιο άξιοι από τον ίδιο. Αυτή η στάση δεν πηγάζει από ανασφάλεια, αλλά από βαθιά επίγνωση του βάθους και της δυσκολίας του αντικειμένου που υπηρετεί.
Η βασική λογική του φαινομένου βρίσκεται στο γεγονός ότι, στα πρώτα στάδια της μάθησης ή της εμπειρίας, ο άνθρωπος γνωρίζει λίγα, χωρίς όμως να έχει ακόμη επίγνωση του πόσα πολλά αγνοεί. Έτσι δημιουργείται μια ψευδαίσθηση επάρκειας και βεβαιότητας. Νομίζει ότι «κατάλαβε τα πάντα» και αισθάνεται σίγουρος για τις απόψεις του. Καθώς όμως προχωρά και εμβαθύνει, αρχίζει να αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα και το εύρος της γνώσης. Τότε εμφανίζεται η αμφιβολία, η επιφύλαξη και η αυτοκριτική. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τα όριά του και καταλαβαίνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι φανταζόταν. Με τον χρόνο και τη συνεχή προσπάθεια αποκτά ώριμη γνώση, η οποία συνοδεύεται από ηρεμία, διάκριση και ταπείνωση, χωρίς υπερβολές και χωρίς έπαρση.
Αυτή η πορεία γίνεται ιδιαίτερα φανερή στον χώρο της επιστημονικής έρευνας. Ένας νέος ερευνητής, έχοντας ολοκληρώσει τις πρώτες του μελέτες, συχνά πιστεύει ότι τα συμπεράσματά του είναι καθοριστικά και ότι έχει προσφέρει κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Μπορεί να θεωρεί ότι «έλυσε» ένα πρόβλημα και ότι η εργασία του αποτελεί σημαντικό σταθμό στην επιστήμη. Αντίθετα, ένας έμπειρος και καταξιωμένος επιστήμονας, με πολυετή πορεία και πλούσιο έργο, συνήθως εκφράζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Συχνά λέει ότι «δεν έκανε κάτι ιδιαίτερο» και ότι άλλοι έχουν προσφέρει περισσότερα.
Η ίδια δυναμική εμφανίζεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στην πνευματική ζωή μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο άνθρωπος που αρχίζει τον πνευματικό αγώνα συχνά αισθάνεται στην αρχή έντονο ζήλο και ενθουσιασμό. Μικρές αλλαγές στη ζωή του τού φαίνονται μεγάλες και σημαντικές. Νιώθει ότι προοδεύει, ότι πλησιάζει τον Θεό, ότι αφήνει πίσω του παλιές συνήθειες. Αυτό είναι φυσικό και συχνά απαραίτητο για να ενισχυθεί στην αρχή της πορείας του.
Ωστόσο, όσο προχωρά πραγματικά, όσο καθαρίζεται η καρδιά του και φωτίζεται ο νους του από τη χάρη του Θεού, αρχίζει να βλέπει πιο καθαρά τον εσωτερικό του κόσμο. Διακρίνει πάθη, εγωισμό, φιλαυτία, πνευματική ραθυμία και αδυναμίες που πριν αγνοούσε ή υποτιμούσε.
Τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: αντί να αισθάνεται «προχωρημένος», αισθάνεται ανεπαρκής. Δεν θεωρεί τον αγώνα του σπουδαίο, δεν πιστεύει ότι ξεχωρίζει, δεν θεωρεί ότι έχει καταφέρει κάτι αξιόλογο. Αντίθετα, βλέπει τους άλλους ως καλύτερους, πιο υπομονετικούς, πιο προσευχητικούς, πιο ταπεινούς. Θεωρεί τον εαυτό του ακόμη αρχάριο στην πνευματική ζωή. Αυτή η υποεκτίμηση δεν είναι αποτέλεσμα απογοήτευσης ούτε έλλειψης αυτοεκτίμησης. Είναι καρπός φωτισμού, αυτογνωσίας και επαφής με το αληθινό μέτρο του Ευαγγελίου.
Η ευαγγελική παραβολή του Φαρισαίου και του Τελώνη αποτυπώνει με μοναδική καθαρότητα αυτή την πραγματικότητα. Ο Φαρισαίος παρουσιάζεται ως άνθρωπος τυπικός, συνεπής και θρησκευτικός. Νηστεύει, προσεύχεται, τηρεί τον νόμο και έχει εξωτερικά όλα τα χαρακτηριστικά του «καλού πιστού». Όμως στηρίζεται στα έργα του και συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους. Η προσευχή του γίνεται αυτοδικαίωση και κατάκριση. Θεωρεί ότι βρίσκεται σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο και ότι δικαιούται να αισθάνεται ασφαλής μπροστά στον Θεό. Ο Τελώνης, αντίθετα, δεν έχει τίποτα να παρουσιάσει. Στέκεται με συντριβή, δεν τολμά να υψώσει τα μάτια του και ζητά μόνο το έλεος του Θεού. Και όμως, ο Χριστός δικαιώνει τον Τελώνη και όχι τον Φαρισαίο, δείχνοντας ότι η αληθινή σοφία βρίσκεται στην αυτογνωσία και στην ταπείνωση, όχι στην αυτάρκεια.
Η παραβολή αυτή φωτίζει και την παγίδα της επιφανειακής ευσέβειας. Ο άνθρωπος μπορεί να τηρεί τύπους, κανόνες και εξωτερικές πρακτικές, αλλά να παραμελεί την καρδιά του. Να ασχολείται με λεπτομέρειες της νηστείας ή της λατρευτικής τάξης και να παραβλέπει την αγάπη, τη συγχώρεση και τη μετάνοια. Έτσι γίνεται εύκολα κριτής των άλλων και αισθάνεται πνευματικά ανώτερος χωρίς να το καταλαβαίνει. Η εξωτερική ευσέβεια αντικαθιστά την εσωτερική μεταμόρφωση.
Αντίθετα, η αληθινή πνευματική γνώση γεννά διάκριση και όχι βεβαιότητα, συμπόνοια και όχι σύγκριση, ταπείνωση και όχι αυτάρκεια. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος προχωρά στον δρόμο του Θεού, τόσο λιγότερο μιλά για τον εαυτό του και τόσο περισσότερο σιωπά. Γίνεται πιο επιεικής με τους άλλους και πιο αυστηρός με τον εαυτό του. Δεν επιδιώκει να φανεί, αλλά να κρυφτεί. Δεν αναζητά επιβεβαίωση, αλλά έλεος. Η ωριμότητα φαίνεται στον τρόπο ζωής και στη στάση της καρδιάς, όχι στα λόγια.
Τελικά, το φαινόμενο Dunning–Kruger μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η αληθινή γνώση, είτε επιστημονική είτε πνευματική, οδηγεί στην επίγνωση των ορίων μας και όχι στην έπαρση. Ο άνθρωπος που πλησιάζει πραγματικά τον Θεό δεν αισθάνεται σπουδαίος ούτε αυτάρκης. Δεν θεωρεί ότι πέτυχε κάτι ιδιαίτερο. Δεν συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους. Βλέπει παντού ανώτερους από τον ίδιο και τον εαυτό του ως τον πιο αδύναμο. Και ακριβώς αυτή η στάση αποτελεί το πιο ασφαλές σημάδι ότι βαδίζει στον δρόμο της αληθινής πνευματικής προόδου.
Στα πρώτα στάδια ο άνθρωπος αγωνίζεται κυρίως με εμφανείς αδυναμίες: κακές συνήθειες, εξωτερικές παραλείψεις, απροσεξίες στη ζωή και στη λατρεία. Με τον καιρό, όμως, ο αγώνας μετατοπίζεται από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Δεν πολεμά πλέον μόνο τις πράξεις, αλλά τους λογισμούς, τα κίνητρα, τις διαθέσεις της καρδιάς. Μαθαίνει ότι μπορεί να κάνει «καλά έργα» και όμως να κρύβει μέσα του φιλοδοξία, κενοδοξία ή ανάγκη επιβεβαίωσης. Τότε καταλαβαίνει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η αμαρτία και πόσο αναγκαία είναι η χάρη του Θεού σε κάθε του βήμα. Παράλληλα, αλλάζει ριζικά και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τους άλλους. Στην αρχή έχει την τάση να κατατάσσει τους ανθρώπους και να τους συγκρίνει με τον εαυτό του. Με τον καιρό, όμως, συνειδητοποιεί ότι όλοι είναι ουσιαστικά όμοιοι με τον ίδιο: με τις ίδιες πληγές, τους ίδιους φόβους και τις ίδιες αδυναμίες. Βλέπει ότι ό,τι υπάρχει μέσα του υπάρχει και στους άλλους, απλώς εκφράζεται διαφορετικά.
Και προχωρώντας ακόμη περισσότερο, φτάνει να θεωρεί τους άλλους συχνά ανώτερους από τον ίδιο. Διακρίνει σε αυτούς αρετές που του λείπουν: υπομονή, αντοχή, σιωπηλή προσφορά, πίστη μέσα στον πόνο. Αντιλαμβάνεται ότι πολλοί αγωνίζονται κρυφά, χωρίς να φαίνονται. Έτσι νιώθει ότι ο δικός του αγώνας είναι μικρός μπροστά στον δικό τους. Αυτή η στάση δεν είναι προσποιητή ταπεινοφροσύνη. Είναι καρπός ειλικρινούς αυτογνωσίας. Γνωρίζει καλά τις πτώσεις του, τους λογισμούς του και τις αντιφάσεις του. Για τους άλλους, όμως, βλέπει κυρίως τον κόπο και την προσπάθειά τους. Δεν στέκεται στα λάθη τους, αλλά στον αγώνα τους. Έτσι γεννιέται μέσα του βαθύς σεβασμός για κάθε άνθρωπο. Όταν βλέπει κάποιον να πέφτει, δεν λέει «εγώ δεν θα το έκανα», αλλά «κι εγώ θα μπορούσα να είμαι στη θέση του». Αντί να κατακρίνει, προσεύχεται. Αντί να απομακρύνεται, συμπονά. Παύει να βλέπει τον κόσμο ως χώρο σύγκρισης και τον βλέπει ως χώρο κοινής πορείας. Όλοι είναι συνοδοιπόροι, όλοι μαθητές, όλοι εν κινήσει. Σημαντικό στοιχείο αυτής της πορείας είναι και η σιωπή. Όσο προχωρά, τόσο λιγότερο αισθάνεται την ανάγκη να μιλά για την πνευματική του ζωή. Μαθαίνει να εργάζεται μυστικά, χωρίς επίδειξη. Η σχέση του με τον Θεό γίνεται προσωπική, εσωτερική και βαθιά. Παράλληλα, μεταμορφώνεται και η αγάπη του. Από επιλεκτική γίνεται καθολική. Καλείται να αγαπήσει και τους δύσκολους, και τους αδιάφορους, και όσους τον πληγώνουν. Καταλαβαίνει ότι η χριστιανική αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά σταυρός και προσφορά. Ο ώριμος πνευματικά άνθρωπος μαθαίνει επίσης να στέκεται σωστά απέναντι στην αποτυχία. Δεν εκπλήσσεται όταν πέφτει, ούτε απελπίζεται. Επιστρέφει με μετάνοια, χωρίς δικαιολογίες. Μεταμορφώνει ακόμη και τα λάθη του σε δρόμο σωτηρίας. Και ακριβώς αυτή η ισορροπία —μεταξύ αλήθειας για τον εαυτό μας και εμπιστοσύνης στον Θεό— αποτελεί το πιο ασφαλές σημάδι ότι βαδίζει στον δρόμο της αληθινής πνευματικής προόδου, της ελευθερίας και της βαθιάς, αθόρυβης χαράς.
Αν αντιπαραβάλουμε αυτή την πνευματική πορεία με το φαινόμενο Dunning–Kruger, διαπιστώνουμε ότι κινούνται σε εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις, παρότι εξωτερικά μπορεί να φαίνονται παρόμοιες. Σύμφωνα με το φαινόμενο Dunning-Kruger, ο άνθρωπος που γνωρίζει λίγα έχει την τάση να υπερεκτιμά τον εαυτό του. Επειδή δεν έχει ακόμη επαρκή γνώση, δεν μπορεί να αντιληφθεί τα όριά του. Νομίζει ότι «ξέρει αρκετά», ότι «τα πάει καλά», ότι «είναι καλύτερος από τους περισσότερους». Η άγνοιά του τον εμποδίζει να δει την άγνοιά του. Έτσι γεννιέται μια ψεύτικη αυτοπεποίθηση, που στηρίζεται όχι στην πραγματική ικανότητα, αλλά στην έλλειψη επίγνωσης. Όσο όμως αυξάνει η γνώση, τόσο μειώνεται αυτή η βεβαιότητα. Ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει πόσα δεν ξέρει, πόσα του λείπουν, πόσο δρόμο έχει ακόμη μπροστά του. Η πραγματική γνώση γεννά ταπείνωση. Ακριβώς το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην πνευματική ζωή, αλλά σε βαθύτερο και πιο υπαρξιακό επίπεδο. Στα πρώτα στάδια της πίστης, ο άνθρωπος συχνά μοιάζει με το πρώτο στάδιο του Dunning–Kruger. Έχει λίγη εμπειρία, λίγη γνώση, λίγες νίκες στον αγώνα του — και αυτό του αρκεί για να αισθάνεται «προχωρημένος». Νομίζει ότι άλλαξε πολύ, ότι ξεχωρίζει, ότι είναι πιο συνειδητός από τους άλλους. Συγκρίνει, κρίνει, αισθάνεται ασφάλεια για τον εαυτό του. Δεν το κάνει πάντα από κακία· απλώς δεν βλέπει ακόμη το βάθος της καρδιάς του. Σε αυτή τη φάση, η πνευματική του αυτοπεποίθηση στηρίζεται κυρίως στο εξωτερικό: στις πρακτικές του, στους κανόνες που τηρεί, στις αλλαγές που έκανε. Όπως ο αρχάριος σε έναν τομέα νομίζει ότι «τα ξέρει όλα», έτσι και ο αρχάριος πνευματικά νομίζει ότι «είναι καλά».
Όταν όμως αρχίζει η πραγματική πρόοδος, αρχίζει και η κατάρρευση αυτής της ψευδαίσθησης. Όσο φωτίζεται ο νους και καθαρίζεται η καρδιά, τόσο ο άνθρωπος βλέπει πράγματα που πριν αγνοούσε: λεπτούς εγωισμούς, κρυφή φιλαυτία, ανάγκη αναγνώρισης, λογισμούς υπεροχής, εσωτερική ακαμψία. Καταλαβαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο «τι κάνει», αλλά «ποιος είναι». Και τότε συνειδητοποιεί πόσο μακριά βρίσκεται ακόμη από το μέτρο του Ευαγγελίου.
Εδώ συμβαίνει το αντίστοιχο του δεύτερου σταδίου του Dunning–Kruger: η γνώση φέρνει ταπείνωση. Μόνο που στην πνευματική ζωή αυτό δεν είναι απλώς διανοητικό, αλλά βιωματικό. Δεν λέει απλώς «δεν ξέρω πολλά». Λέει: «Δεν είμαι αυτός που νόμιζα. Έχω πολύ δρόμο ακόμη». Έτσι, ενώ αντικειμενικά έχει προοδεύσει, υποκειμενικά αισθάνεται μικρός. Επιπλέον, στο φαινόμενο Dunning–Kruger, η ταπείνωση προκύπτει κυρίως από τη σύγκριση με ειδικούς και από τη συνειδητοποίηση της πολυπλοκότητας ενός αντικειμένου. Στην πνευματική ζωή, η ταπείνωση προκύπτει από τη σύγκριση με τον Χριστό και το Ευαγγέλιο. Το μέτρο δεν είναι οι άλλοι άνθρωποι, αλλά η αγιότητα. Και μπροστά σε αυτό το μέτρο, όλοι αισθάνονται ανεπαρκείς. Επιπλέον, στο Dunning–Kruger η υπερεκτίμηση αφορά κυρίως τον εαυτό. Στην πνευματική ζωή, η ψευδαίσθηση αφορά και τους άλλους. Στην αρχή, ο άνθρωπος θεωρεί ότι είναι καλύτερος. Όσο προχωρά, θεωρεί ότι όλοι είναι σαν αυτόν — και συχνά καλύτεροι. Βλέπει στους άλλους αρετές που ο ίδιος δεν έχει και στον εαυτό του αδυναμίες που οι άλλοι δεν γνωρίζουν. Έτσι ανατρέπεται πλήρως η λογική της σύγκρισης.
Αυτή η ανατροπή της σύγκρισης και η γέννηση της ταπείνωσης εκφράζονται με μοναδικό τρόπο στην ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου η οποία κυριαρχεί στην περίοδο της μεγάλης τεσσαρακοστής προ του Πάσχα. Εδώ ο πιστός ζητά να απαλλαγεί από το πνεύμα της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας και της αργολογίας, και να λάβει πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, στην ουσία ζητά να ελευθερωθεί από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Και όταν προσθέτει: «Ναι, Κύριε, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου», φανερώνει το βαθύτερο νόημα της πνευματικής ωριμότητας: να βλέπει κανείς καθαρά τον εαυτό του και με έλεος τους άλλους.
Καλή Σαρακοστή
Νέαρχος Παναγή
Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε για την Εξομολόγηση.