Υπεράσπιση του Μητροπολίτη Τσερκάσι απέναντι στην κριτική του Ηλία Δαμιανάκη
Η έκκληση του Μητροπολίτη Θεοδοσίου προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και η απάντηση Δαμιανάκη για την Εκκλησία της Ουκρανία
Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο Μητροπολίτης Τσερκάσι και Κάνεβ Θεοδόσιος παραχώρησε μια εκτενή συνέντευξη στο ελληνικό πρακτορείο Romfea, η οποία ακούστηκε ασυνήθιστα αιχμηρή στα αυτιά του Έλληνα αναγνώστη. Ο ιεράρχης μίλησε για τις ποινικές διώξεις εναντίον επισκόπων της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΟΟΕ), για την κατάληψη του καθεδρικού ναού στο Τσερκάσι, για την επιστράτευση κληρικών στο μέτωπο και για τη διαδικασία στέρησης της Μητρόπολης Κιέβου από το νομικό της καθεστώς. Μεταξύ άλλων υπενθύμισε ότι, πριν ακόμη εκδιωχθεί από τον ναό, είχε απευθυνθεί στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο μέσα από το ίδιο το ιερό του πολιορκημένου καθεδρικού. Τον παρακαλούσε να συγκρατήσει εκείνους που η Κωνσταντινούπολη έχει αναγνωρίσει ως κανονική Εκκλησία: πίσω από την κατάληψη του καθεδρικού του Τσερκάσι βρίσκονταν ακριβώς οι εκπρόσωποι της ΟΕΟ, και σε αυτούς τελικά περιήλθε ο ναός. Όπως ανέφερε ο ίδιος, «δεν έλαβα ποτέ απάντηση».
*Ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο: "Σταματήστε την ανομία των τέκνων σας!"
Η απάντηση όμως ήρθε από αλλού. Στην πλατφόρμα Substack δημοσιεύθηκε το άρθρο του άρχοντος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ηλία Δαμιανάκη «A Parody of Canonical Order». Στη συνέχεια το αναδημοσίευσαν διάφορα μέσα, μεταξύ άλλων και σε ουκρανική μετάφραση. Ο συγγραφέας είναι γνωστό πρόσωπο στην ελληνοαμερικανική κοινότητα. Είναι αγιογράφος από τη Φλόριντα, ιδρυτής της ενορίας των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στο Παλμ Χάρμπορ, και εδώ και πολλά χρόνια υπερασπίζεται δημόσια το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο ιστότοπός του δηλώνει ρητά ότι είναι αφιερωμένος στην «υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας» και στη στήριξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτό αξίζει να το κρατήσουμε στον νου μας: θα επανέλθουμε σε αυτό.
Το άρθρο του άρχοντος θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει, όπως προσπερνά πολλά από όσα γράφονται στον πυρετό της εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης. Το αναπαρήγαγαν όμως πολλά μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, περιέχει δύο θέσεις που, παρά την εξωτερική τους λογικότητα, κρύβουν μεγάλο κίνδυνο.
Η πρώτη: αν η ΟΟΕ ζητά από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο να παρέμβει και να σταματήσει τις καταλήψεις των ναών της, τότε αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του επί της Ουκρανίας. Η δεύτερη: οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας είναι αποδεκτοί όταν υπαγορεύονται από λόγους εθνικής ασφάλειας. Και οι δύο θέσεις αξίζουν ανάλυση. Αν γίνουν δεκτές ανεπιφύλακτα, θα πλήξουν πρώτα από όλα την ίδια την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.
Πρώτη θέση: η παράκληση ως αναγνώριση δικαιοδοσίας
Ο συλλογισμός του άρχοντος φαίνεται εκ πρώτης όψεως λογικός: όποιος ζητά προστασία, αναγνωρίζει την αναεξουσία εκείνου στον οποίο απευθύνεται. Ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος ζήτησε από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο να παρέμβει, άρα αναγνώρισε την κανονική του εξουσία επί του εαυτού του και του ποιμνίου του.
Εδώ όμως συγχέονται δύο διαφορετικές πράξεις. Άλλο είναι να ζητάς από κάποιον να ασκήσει εξουσία πάνω σου, και εντελώς άλλο να του ζητάς να βάλει τάξη ανάμεσα στους δικούς του υφισταμένους. Ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος δεν ζήτησε από τον Πατριάρχη να τον κρίνει ούτε προσέφυγε στο δικαστήριο του Φαναρίου. Δεν του ζήτησε να χειροτονήσει βοηθούς επισκόπους ούτε να εγκρίνει τον καταστατικό χάρτη της Μητρόπολης Τσερκάσι.
Όχι, ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος ζήτησε από τον Πατριάρχη να επηρεάσει εκείνους που ο ίδιος ο Πατριάρχης αναγνώρισε ως κανονική Εκκλησία. Εκείνους στους οποίους ο ίδιος χορήγησε Τόμο και τους οποίους με αυτόν τον Τόμο ονόμασε «πνευματική ημών θυγατέρα» (Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος της 6ης Ιανουαρίου 2019: «ἐπιγιγνώσκομεν καὶ ἀνακηρύττομεν την εν τοις ορίοις της επικρατείας της Ουκρανίας εγκαθιδρυμένην Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν ως πνευματικήν ημών θυγατέρα»).
Διατηρεί για όλους τους αρχιερείς και κληρικούς της ΟΕΟ το δικαίωμα εκκλήτου προσφυγής στον Οικουμενικό Πατριάρχη, «ο οποίος έχει την κανονικήν ευθύνην να λαμβάνη αμετακλήτους δικαστικάς αποφάσεις δι' επισκόπους και λοιπούς κληρικούς των κατά τόπους Εκκλησιών». Για όλα τα σημαντικά ζητήματα εκκλησιαστικής, δογματικής και κανονικής φύσεως υποχρεώνει τον Μητροπολίτη Κιέβου να «αποτείνηται προς τον καθ' ημάς Αγιώτατον Πατριαρχικόν και Οικουμενικόν Θρόνον». Τα δικαιώματα δε του Θρόνου επί της Εξαρχίας στην Ουκρανία και επί των σταυροπηγίων διατηρούνται «αμείωτα».
Με άλλα λόγια, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διαθέτει πραγματικούς μοχλούς εξουσίας επί της ΟΕΟ, και αυτοί είναι ρητά καταγεγραμμένοι στον Τόμο. Είναι η δικαστική κρίση επί των κληρικών της, η υποχρεωτική αναφορά για τα σημαντικά ζητήματα, η δική του Εξαρχία και τα σταυροπήγια στο έδαφος της Ουκρανίας. Ας υποθέσουμε ότι ένας κληρικός της ΟΕΟ οδηγεί το πλήθος στην κατάληψη ενός ναού, όπως συνέβη στο Τσερκάσι (και όχι μόνο εκεί). Ο Πατριάρχης μπορεί, χωρίς να βγει από τα όρια του ίδιου του Τόμου του, να του ζητήσει να σταματήσει την ανομία και, σε περίπτωση άρνησης, να εφαρμόσει κανονικά μέτρα.
Ζητώντας από τον Πατριάρχη να συγκρατήσει τους δικούς του κληρικούς, ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος αναγνωρίζει την εξουσία του επί της ΟΕΟ (πράγμα άλλωστε προφανές), και καθόλου επί της ΟΟΕ.
Η εκκλησιαστική ιστορία γνωρίζει πλήθος τέτοιων προσφυγών, και ποτέ κανείς δεν συνήγαγε από αυτές αναγνώριση ξένης δικαιοδοσίας. Τη δεκαετία του 370 ο Μέγας Βασίλειος έγραψε επανειλημμένα προς τη Δύση: προς τον επίσκοπο Ρώμης Δάμασο και προς τους επισκόπους της Ιταλίας και της Γαλατίας. Τους ικέτευε να παρέμβουν στα πράγματα της Ανατολής, που την ξέσκιζε η αρειανική βία. Οι επιστολές 70, 90, 92 και 243 της συλλογής των επιστολών του είναι γεμάτες από παρακλήσεις για βοήθεια. Κανένας ορθόδοξος κανονολόγος, ούτε και οι κανονολόγοι της σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, δεν υποστήριξε ποτέ ότι με αυτές τις επιστολές ο Βασίλειος αναγνώρισε τη δικαιοδοσία της Ρώμης επί της Καππαδοκίας. Αντίθετα, οι επιστολές αυτές μνημονεύονται ως παράδειγμα του ότι η Ανατολή ζητούσε τη στήριξη της Δύσης, παραμένοντας ταυτόχρονα αυτόνομη.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Καθαιρεθείς το 404 με την άμεση συμμετοχή της αυτοκρατορικής εξουσίας, απευθύνθηκε με επιστολή στον Πάπα Ρώμης Ιννοκέντιο Α΄. Το κείμενο σώζεται στον Παλλάδιο, στον «Διάλογο περί του βίου του Χρυσοστόμου», και στην Πατρολογία του Migne (PG 52, στ. 529–536). Ο Χρυσόστομος ζητούσε από τη Ρώμη να καταδικάσει τα γεγονότα και να μην αναγνωρίσει τον διάδοχό του.
Και εδώ είναι το ουσιώδες: οι ορθόδοξοι πολεμιστές του λόγου, και οι Κωνσταντινουπολίτες ανάμεσά τους, πάντοτε επέμεναν ότι η προσφυγή του Χρυσοστόμου στη Ρώμη δεν συνιστούσε αναγνώριση παπικής δικαιοδοσίας επί της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν παράκληση προς αδελφό, όχι προς κύριο. Με ποια λοιπόν βάση η προσφυγή του Μητροπολίτη Θεοδοσίου στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο πρέπει να ερμηνευθεί διαφορετικά; Είτε και οι δύο προσφυγές σημαίνουν αναγνώριση δικαιοδοσίας, οπότε η Κωνσταντινούπολη θα πρέπει να αναγνωρίσει επάνω της την εξουσία της Ρώμης. Είτε καμία από τις δύο δεν σημαίνει τέτοια εξουσία. Τρίτο δεν υπάρχει.
Υπάρχει και μια εντελώς απλή σκέψη, κατανοητή χωρίς καμία κανονολογία. Ο πρέσβης μιας χώρας μπορεί να διαμαρτυρηθεί στην κυβέρνηση μιας άλλης χώρας για τις πράξεις πολιτών αυτής της χώρας. Κανείς δεν θεωρεί ότι έτσι αναγνώρισε τη δικαιοδοσία εκείνης της κυβέρνησης επί της δικής του χώρας. Αναγνωρίζει απλώς ότι οι ξένοι πολίτες υπάγονται στην ξένη κυβέρνηση.
Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος ζήτησε από τον Πατριάρχη να χαλιναγωγήσει εκείνους που ο ίδιος ο Πατριάρχης ονόμασε πνευματική του θυγατέρα. Όποιος δημιούργησε τη δομή, αυτός φέρει και την ευθύνη για αυτήν. Αυτό δεν είναι αναγνώριση εξουσίας, αλλά λογική υπενθύμιση ευθύνης.
Δεύτερη θέση: η εθνική ασφάλεια ως δικαιολογία διωγμών
Η δεύτερη θέση του άρχοντος είναι ακόμη πιο επικίνδυνη, και όχι για την ΟΟΕ, αλλά για όλες τις κατά τόπους Εκκλησίες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά λέγονται για τον ίδιο τον Μητροπολίτη Θεοδόσιο. Αυτός, σύμφωνα με τον Άρχοντα, διαμαρτύρεται μόνο κατά της ορατής πληγής, «αρνούμενος να ονομάσει την ασθένεια που κρύβεται από κάτω της», και ζητά από την Κωνσταντινούπολη να σβήσει τη φωτιά, «φυλάσσοντας το λυχνάρι που την έτρεφε» («He asks Constantinople to extinguish the fire while guarding the lamp that fed it»). Προκύπτει ότι τη φωτιά δεν την ανάβουν εκείνοι που σπάνε τις πόρτες των ναών, αλλά εκείνοι που στέκονται πίσω από αυτές τις πόρτες. Οι διωκόμενοι αποδεικνύονται ένοχοι για τους ίδιους τους διωγμούς τους. Επιπλέον, απαιτώντας να σβήσει το λυχνάρι που τρέφει τη φωτιά, ο Άρχοντας χρησιμοποιεί την ίδια λογική που εφαρμόζει έναντι της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το ουκρανικό κράτος: κόψτε όλους τους δεσμούς (συμπεριλαμβανομένων των κανονικών και ευχαριστιακών) με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, και θα σας αφήσουμε ήσυχους.
Δηλαδή, ο Άρχοντας δίνει ηθική αιτιολόγηση στη λογική με την οποία το ουκρανικό κράτος από καιρό δικαιολογεί τις ενέργειές του. Ακριβώς πάνω σε αυτήν είναι θεμελιωμένος ο νόμος υπ’ αριθ. 3894-IX (https://zakon.rada.gov.ua/laws/show/3894-20): το πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένα εγκλήματα συγκεκριμένων προσώπων, αλλά στην ίδια την «σύνδεση» της Εκκλησίας με τη ΡΟΕ, στην «ασθένειά» της, την οποία προτείνεται να θεραπευτεί με την εκκαθάριση των κοινοτήτων. Αν αναγνωριστεί ότι η ρίζα των δεινών βρίσκεται στην ίδια την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε οι καταλήψεις ναών και οι δικαστικές διαδικασίες μετατρέπονται σε ενοχλητικές, αλλά κατανοητές παρενέργειες της θεραπείας. Ο συγγραφέας, όπως φαίνεται, δεν αντιλήφθηκε πού οδηγεί αυτή η σκέψη, αν την οδηγήσει κανείς μέχρι το τέλος".
Ο συγγραφέας, όπως φαίνεται, δεν αντιλήφθηκε πού οδηγεί αυτή η σκέψη, αν την ακολουθήσει κανείς μέχρι τέλους.
Ας ξεκινήσουμε από το δίκαιο, αφού ο άρχων ζει σε μια χώρα όπου το δίκαιο το παίρνουν στα σοβαρά.
Η Ουκρανία είναι συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου από το 1997. Το άρθρο 9 της Σύμβασης εγγυάται τη θρησκευτική ελευθερία. Η δεύτερη παράγραφός του απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους η ελευθερία αυτή μπορεί να περιορισθεί: δημόσια ασφάλεια, δημόσια τάξη, υγεία, ηθική, δικαιώματα και ελευθερίες των άλλων. Η εθνική ασφάλεια δεν περιλαμβάνεται σε αυτόν τον κατάλογο, και αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε κενό. Στα άρθρα 8, 10 και 11 της Σύμβασης η εθνική ασφάλεια αναφέρεται ως λόγος περιορισμού, στο άρθρο 9 όμως απουσιάζει.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Nolan and K. κατά Ρωσίας (προσφυγή αρ. 2512/04, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009), το δήλωσε ρητά: οι συντάκτες της Σύμβασης απέκλεισαν συνειδητά την εθνική ασφάλεια από τους λόγους επέμβασης στη θρησκευτική ελευθερία. Το κράτος μπορεί να περιορίζει τη δράση συγκεκριμένων προσώπων για συγκεκριμένα εγκλήματα. Δεν μπορεί όμως να περιορίζει την ίδια τη θρησκευτική ελευθερία επικαλούμενο τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας. Ακριβώς αυτή την αρχή προτείνει να καταργήσει ο άρχων.
Και τώρα η ιστορία, στην οποία ο άρχων αγαπά ιδιαίτερα να αναφέρεται. Στις 10 Απριλίου 1821, ημέρα του Πάσχα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίσθηκε στην πύλη του Πατριαρχείου. Οι οθωμανικές αρχές τον κατηγορούσαν ότι δεν κατόρθωσε να κρατήσει σε υποταγή το ορθόδοξο ποίμνιο που είχε επαναστατήσει στον Μοριά και ότι, ως εθνάρχης, έφερε την ευθύνη για την εξέγερση. Για το οθωμανικό κράτος επρόκειτο για ζήτημα εθνικής ασφάλειας στην καθαρότερη μορφή του: διεξαγόταν πόλεμος, και ο επικεφαλής της κοινότητας από την οποία προήλθαν οι επαναστάτες αποτελούσε απειλή. Αν δεχθούμε τη λογική του άρχοντος, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ έπραξε νομίμως. Η Εκκλησία, εννοείται, σκέφτεται αλλιώς. Ανακήρυξε τον Γρηγόριο Ε΄ ιερομάρτυρα, και τα λείψανά του αναπαύονται στον καθεδρικό ναό των Αθηνών. Κανένας ορθόδοξος χριστιανός δεν θεωρεί ότι το «πρόσχημα της ασφάλειας» δικαιολογεί έστω και στο ελάχιστο εκείνη την αγχόνη.
Ας προχωρήσουμε. Το 1971 το τουρκικό κράτος έκλεισε τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που απαγόρευσε τα ιδιωτικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η Σχολή, που από το 1844 εκπαίδευε τον κλήρο του Πατριαρχείου, κρίθηκε ασύμβατη με το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα. Έκτοτε η Άγκυρα συναινεί στην επαναλειτουργία της μόνο υπό την αιγίδα κρατικού πανεπιστημίου. Όπως δήλωσε η τουρκική αντιπροσωπεία στον ΟΑΣΕ, «η τουρκική νομοθεσία απαιτεί η θρησκευτική εκπαίδευση να τελεί υπό κρατική εποπτεία».
Στις 26 Ιουνίου 2007 ο Άρειος Πάγος της Τουρκίας αποφάνθηκε ότι το Πατριαρχείο δεν έχει δικαίωμα στον τίτλο «Οικουμενικό» και δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα. Το δικαστήριο το χαρακτήρισε απλώς θρησκευτικό όργανο της ελληνικής μειονότητας, υποκείμενο σε όλα στο τουρκικό δίκαιο. Η απόφαση θεμελιώθηκε στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Την ίδια χρονιά ο Πατριάρχης απειλήθηκε με δίωξη βάσει του άρθρου 219 του Ποινικού Κώδικα για μόνη τη χρήση της λέξης «Οικουμενικός». Τον Ιούλιο του 2025 ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν, σε επιστολή του προς το κοινοβούλιο, δήλωσε ότι ο τίτλος «Οικουμενικός» δεν έχει νομική σημασία ούτε στην Τουρκία ούτε στο διεθνές δίκαιο. Κατά τα λεγόμενά του, το Πατριαρχείο περιορίζεται στις θρησκευτικές ανάγκες της ελληνικής μειονότητας.
Όλα αυτά η τουρκική πλευρά τα θεμελιώνει σταθερά στη Συνθήκη της Λωζάννης, στην κρατική κυριαρχία και στις απαιτήσεις του τουρκικού νόμου.
Στην εθνικιστική ρητορική οι Τούρκοι αποκαλούν ανοιχτά την ίδια τη δραστηριότητα του Πατριαρχείου απειλή για τα θεμέλια της Δημοκρατίας. Και ακριβώς το Τάγμα των Αρχόντων, στο οποίο ανήκει ο συγγραφέας του άρθρου, χρόνο με τον χρόνο διεξάγει εκστρατεία εναντίον αυτών των περιορισμών, χαρακτηρίζοντάς τους παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, στη γνωμοδότησή της CDL-AD(2010)005 της 12ης–13ης Μαρτίου 2010, δήλωσε ρητά: οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα του Πατριαρχείου στον ιστορικό του τίτλο θα συνιστούσε παραβίαση της αυτονομίας της Εκκλησίας κατά το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Και το ίδιο το Πατριαρχείο προσέφυγε στο Δικαστήριο του Στρασβούργου. Στην υπόθεση Fener Rum Patrikliği (Οικουμενικό Πατριαρχείο) κατά Τουρκίας (προσφυγή αρ. 14340/05, απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008) πέτυχε την αναγνώριση ότι η Τουρκία παραβίασε τα δικαιώματά του αφαιρώντας του το ορφανοτροφείο της Πρίγκηπου. Άρα το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην πράξη δέχεται ότι το κράτος δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από τους νόμους και τα συμφέροντά του, καταπατώντας τα δικαιώματα της Εκκλησίας. Θα ήταν παράδοξο ο άρχων του να δέχεται το αντίθετο.
Προκύπτει λοιπόν ένα άβολο ερώτημα. Αν οι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας στο όνομα της εθνικής ασφάλειας είναι αποδεκτοί στο Κίεβο, γιατί δεν είναι αποδεκτοί στην Κωνσταντινούπολη;
Αν η Ουκρανία δικαιούται να στερήσει τη Μητρόπολη Κιέβου της ΟΟΕ από το νομικό της καθεστώς, επειδή τη θεωρεί συνδεδεμένη με εχθρικό κράτος, γιατί η Τουρκία δεν δικαιούται να κάνει το ίδιο με το Πατριαρχείο;
Η Άγκυρα επί δεκαετίες βλέπει στην Ελλάδα έναν αντίπαλο, και μπορεί κάλλιστα να θεωρεί το Πατριαρχείο συνδεδεμένο με αυτήν.
Ο άρχων, χωρίς να το θέλει, παρέδωσε στην Άγκυρα ένα έτοιμο επιχείρημα στον αγώνα της κατά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Και οι ορθόδοξοι χριστιανοί καλά θα κάνουν να καταλάβουν ότι κάποια μέρα το επιχείρημα αυτό μπορεί να προβληθεί ακριβώς εναντίον του Φαναρίου.
Τι αναφέρουν οι Πατέρες
Η εκκλησιαστική παράδοση τοποθετήθηκε πάνω σε αυτό το ζήτημα πολύ πριν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, και τοποθετήθηκε απερίφραστα. Ο αρχαίος χριστιανός συγγραφέας Τερτυλλιανός, στην επιστολή του προς τον ανθύπατο της Αφρικής Σκάπουλα, έγραφε: «Κατά το ανθρώπινο δίκαιο και τη φυσική ελευθερία, ο καθένας μπορεί να λατρεύει ό,τι θεωρεί σωστό· και η θρησκεία του ενός ούτε βλάπτει ούτε ωφελεί τον άλλον. Δεν είναι έργο της θρησκείας να εξαναγκάζει στη θρησκεία, η οποία πρέπει να γίνεται δεκτή εκούσια και όχι με τη βία».
Ο Λακτάντιος, παιδαγωγός του Κρίσπου, γιου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, έγραφε στις «Θείες Θεσμοθεσίες»: «Τίποτε δεν είναι τόσο εκούσιο όσο η θρησκεία· αν η ψυχή εκείνου που θυσιάζει έχει αποστραφεί, τότε θρησκεία δεν υπάρχει πλέον, έχει καταλυθεί».
Η σημαντικότερη όμως μαρτυρία ανήκει στον Μέγα Αθανάσιο, που καλύτερα από πολλούς ήξερε τι σημαίνει διωγμός με το πρόσχημα του κρατικού συμφέροντος.
Στην «Ιστορία των Αρειανών» παραθέτει την επιστολή του Αγίου Οσίου Κορδούης προς τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, ο οποίος απαιτούσε από τους επισκόπους να υπογράψουν την καταδίκη του Αθανασίου χάριν της «ειρήνης της αυτοκρατορίας»: «Μὴ τίθει σεαυτὸν εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά, μηδὲ σὺ περὶ τούτων ἡμῖν παρακελεύου, ἀλλὰ μᾶλλον παρ' ἡμῶν σὺ μάνθανε ταῦτα. Σοὶ Θεὸς βασιλείαν ἐνεχείρισεν, ἡμῖν τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπίστευσεν». Στο ίδιο έργο ο ίδιος ο Αθανάσιος διατυπώνει την αρχή που θα άξιζε να αποστηθίσουν όλοι όσοι μιλούν για «προσχήματα»: «ἡ ἀλήθεια οὐ ξίφεσιν οὐδὲ βέλεσιν, οὐδὲ διὰ στρατιωτῶν, ἀλλὰ πειθοῖ καὶ συμβουλίᾳ καταγγέλλεται».
Και ο Κωνστάντιος θεωρούσε ότι ενεργούσε προς το συμφέρον του κράτους. Και οι αρειανοί διαβεβαίωναν ότι οι ορθόδοξοι σπέρνουν ταραχή. Η Εκκλησία όμως δεν ανακήρυξε άγιο τον Κωνστάντιο.
Οι κανόνες για τα όρια που δεν επιτρέπεται να παραβιάζονται
Ο άρχων τιτλοφόρησε το άρθρο του «Παρωδία κανονικής τάξεως». Είναι σκόπιμο να θυμηθούμε τι λέει η τάξη αυτή για το κυριότερο ζήτημα, δηλαδή για τα όρια των Εκκλησιών.
Ο ΛΔ΄ Αποστολικός κανών ορίζει ότι οι επίσκοποι κάθε έθνους οφείλουν να γνωρίζουν τον πρώτο μεταξύ τους και να μην πράττουν τίποτε χωρίς τη γνώμη του. Αλλά και ο πρώτος δεν πράττει τίποτε χωρίς τη γνώμη όλων. Ο Β΄ κανών της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει στους επισκόπους να επεκτείνουν την εξουσία τους σε Εκκλησίες έξω από την περιφέρειά τους. Ορίζει ότι «αι εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι του Θεού Εκκλησίαι» οφείλουν να διοικούνται «κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των Πατέρων».
Ο Η΄ κανών της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου εκδόθηκε για την υπόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου. Η Αντιόχεια προσπαθούσε να την υποτάξει με το επιχείρημα ότι η Κύπρος ανήκε διοικητικά στη διοίκηση της Αντιόχειας. Η Σύνοδος τάχθηκε με το μέρος της Κύπρου και απαγόρευσε σε κάθε επίσκοπο να «καταλαμβάνει ετέραν επαρχίαν, την μη άνωθεν και εξ αρχής υπό την αυτού ή των προ αυτού χείρα ούσαν». Ο σκοπός της απαγόρευσης κατονομάζεται ευθέως στον κανόνα: «ίνα μη επί προσχήματι ιερουργίας εξουσίας κοσμικής τύφος παρεισδύηται». Η διατύπωση αυτή γεννήθηκε για την Κύπρο, και στη Λευκωσία τη θυμούνται μέχρι σήμερα. Την ίδια σκέψη εκφράζει και ο ΚΒ΄ κανών της Συνόδου της Αντιόχειας: ο επίσκοπος δεν πρέπει να εισέρχεται σε ξένη πόλη και να τελεί εκεί οτιδήποτε χωρίς τη θέληση του τοπικού επισκόπου.
Υπάρχουν και κανόνες που αφορούν ευθέως την ανάμειξη του κράτους στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Ο Λ΄ Αποστολικός κανών ορίζει: αν επίσκοπος, χρησιμοποιώντας κοσμικούς άρχοντες, αποκτήσει δι' αυτών εκκλησία, να καθαιρείται και να αφορίζεται.
Ο Γ΄ κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου κηρύσσει άκυρη κάθε εκλογή επισκόπου, πρεσβυτέρου ή διακόνου που γίνεται από κοσμικούς άρχοντες («Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων… ἄκυρον μένειν»).
Ο ΙΒ΄ κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει τη διαίρεση μιας εκκλησιαστικής επαρχίας σε δύο με προσφυγή στην κρατική εξουσία.
Στην Ουκρανία οι ναοί μεταβιβάζονται από τη μία δικαιοδοσία στην άλλη με αποφάσεις τοπικών συμβουλίων. Για τη Μητρόπολη Κιέβου της ΟΟΕ έχει κινηθεί η διαδικασία στέρησης του νομικού καθεστώτος βάσει του νόμου αρ. 3894-IX, που τέθηκε σε ισχύ στις 23 Σεπτεμβρίου 2024. Με αυτό το φόντο, όλοι αυτοί οι κανόνες ακούγονται σαν να μη γράφτηκαν πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια, αλλά χθες.
Για τον τόνο και για τις λεπτομέρειες
Ο αναγνώστης που θα ανοίξει το άρθρο του άρχοντος θα προσέξει μια λεπτομέρεια: ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος αποκαλείται εκεί Μητροπολίτης Χερσώνος. Μικρό πράγμα, αλλά πολύ αποκαλυπτικό. Το Τσερκάσι και η Χερσώνα βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, και πρόκειται για διαφορετικές μητροπόλεις με διαφορετική μοίρα. Η Μητρόπολη Χερσώνος βρέθηκε σήμερα και στις δύο πλευρές του μετώπου. Η Μητρόπολη Τσερκάσι έζησε την κατάληψη του καθεδρικού της, και ο ποιμενάρχης της δικάζεται εδώ και χρόνια. Ο συγγραφέας αναλαμβάνει να κρίνει την κανονική κατάσταση στην Ουκρανία και μπερδεύει την έδρα του επισκόπου για τον οποίο γράφει. Δεν είναι απλή αβλεψία. Είναι ένδειξη ότι το αντικείμενο της διαμάχης του είναι γνωστό από ξένες αφηγήσεις. Από τη Φλόριντα, Τσερκάσι ή Χερσώνα, όλα φαίνονται ίδια.
Ξεχωριστά πρέπει να σημειωθεί και ο υπεροπτικός, συγκαταβατικός τόνος του άρθρου. Το λέμε όχι για να απαντήσουμε με τον ίδιο τρόπο. Ακριβώς αυτός ο τόνος απέναντι σε χριστιανούς που τους διώκει η εξουσία προκαλεί σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο ενστικτώδη αποστροφή.
Ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος πέρασε πολλούς μήνες σε κατ' οίκον περιορισμό, δικάζεται, και κατά την κατάληψη του καθεδρικού υπέστη διάσειση από χτύπημα με ρόπαλο από «πιστό» της ΟΕΟ. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με την εκκλησιολογία του, μπορεί να αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του για διάφορες αποφάσεις. Ένας άνθρωπος όμως που κάθεται στην άνεσή του και γράφει για επίσκοπο που δικάζεται σε μια χώρα εν πολέμω, θα όφειλε να τηρήσει τουλάχιστον ένα ελάχιστο μέτρο σεβασμού. Η Εκκλησία πάντοτε τον διατηρούσε απέναντι στους πάσχοντες και αντιμετώπιζε τον πόνο τους με ευλάβεια, ανεξάρτητα από το ποιος έχει δίκιο στη διαμάχη. Φαίνεται ότι ο άρχων διάβασε τους Πατέρες της Εκκλησίας πολύ λιγότερο από ό,τι τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης.
Τι χάνουν οι Έλληνες
Εδώ θα χρειαστεί να πούμε κάτι δυσάρεστο για τον Έλληνα αναγνώστη. Δεν είναι αδιάφορος για τα εκκλησιαστικά πράγματα, και γι' αυτό δικαιούται να το ακούσει.
Πολλοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο συμπονούν ειλικρινά την ΟΟΕ για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε τα τελευταία χρόνια. Μέρα όμως με τη μέρα, στον ελληνικό χώρο της πληροφόρησης διοχετεύεται η ίδια σκέψη. Ότι δήθεν η ΟΟΕ δεν είναι «πραγματική» Εκκλησία, ότι για αυτήν ισχύει διαφορετική προσέγγιση από ό,τι για τις άλλες Εκκλησίες, και ότι η δίωξή της δεν είναι διωγμός, αλλά αποκατάσταση της τάξης. Το άρθρο του άρχοντος είναι απλώς ένα παράδειγμα αυτής της ροής. Σιγά σιγά οι άνθρωποι συνηθίζουν σε αυτή τη σκέψη. Μεγαλώνει η ασυνεννοησία για το τι συμβαίνει, και αυτό που χθες θα προκαλούσε διαμαρτυρία, σήμερα προκαλεί μόνο ένα ανασήκωμα των ώμων.
Έτσι όμως δεν χάνεται μόνο η συμπόνια για την ΟΟΕ. Χάνεται κάτι πολύ σημαντικότερο: η ικανότητα να ξεχωρίζει κανείς τον διωγμό από την τάξη, όποιος και αν είναι ο διωκόμενος. Ο ελληνικός λαός επί αιώνες ήξερε να το κάνει. Το ήξερε το 1821, το ήξερε το 1922 στη Μικρά Ασία, το 1955 μετά το πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης, το 1974 στην Κύπρο. Ένας λαός που γνωρίζει ο ίδιος τι σημαίνει να διώκεσαι για την πίστη και για το όνομα «χριστιανός», δεν πρέπει να αφήσει να τον πείσουν ότι ο διωγμός μπορεί να είναι σωστός, αρκεί να εξηγηθεί με λόγους «κρατικής ασφάλειας».
Το εσθονικό προηγούμενο
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε ένα προηγούμενο που στο Φανάρι δεν αγαπούν να μνημονεύουν. Το 1996, εξαιτίας της Εσθονίας, η Μόσχα διέκοψε την ευχαριστιακή κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη, και η ρήξη διήρκεσε τρεις μήνες. Στη συνέχεια, στη Ζυρίχη, οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι στο ίδιο έδαφος θα συνυπάρχουν δύο δικαιοδοσίες, και η κοινωνία αποκαταστάθηκε. Κανείς δεν βγήκε νικητής από εκείνη τη συμφωνία, η Εκκλησία όμως διατήρησε την ειρήνη. Το προηγούμενο αυτό δείχνει ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ξέρει να αναζητά συμβιβασμό, όταν το θέλει.
Έχει όλες τις δυνατότητες να κάνει αυτό που του ζήτησε ο Μητροπολίτης Θεοδόσιος. Μπορεί να καλέσει δημόσια να σταματήσουν οι καταλήψεις, να απαιτήσει από τον κλήρο της ΟΕΟ να απέχει από τη βία και να εφαρμόσει κανονικά μέτρα στους πιο επιθετικούς. Κανονικά αυτό δεν του κοστίζει τίποτε, αφού η ΟΕΟ έτσι κι αλλιώς υπάγεται σε αυτόν βάσει του Τόμου. Του κοστίζει όμως πολύ ακριβά σε επίπεδο κύρους. Θα σήμαινε να παραδεχθεί ότι η δομή που δημιουργήθηκε το 2018 ξέφυγε από τον έλεγχό του.
Αντί επιλόγου
Το άρθρο του άρχοντος Ηλία τιτλοφορείται «Παρωδία κανονικής τάξεως». Παρωδία πράγματι υπάρχει, μόνο που προφανώς δεν είναι παρωδία της τάξεως, αλλά του επιχειρήματος. Από την παράκληση για βοήθεια συνάγεται υποταγή. Από την κρατική σκοπιμότητα συνάγεται δικαίωμα διωγμού. Από τον σεβασμό προς τον Πατριάρχη συνάγεται υποχρέωση να δικαιολογείται καθετί που γίνεται υπό το ωμοφόριό του. Τίποτε από αυτά δεν γνωρίζει η κανονική τάξη. Γνωρίζει τον Η΄ κανόνα της Συνόδου της Εφέσου για τον τύφο της κοσμικής εξουσίας και τον Λ΄ Αποστολικό κανόνα για τους επισκόπους που αποκτούν ναούς μέσω των αρχόντων. Γνωρίζει τα λόγια του Οσίου Κορδούης ότι η βασιλεία δόθηκε σε άλλους και η Εκκλησία σε άλλους. Θα ήταν ευχής έργο οι υπερασπιστές της Μεγάλης Εκκλησίας να τα θυμούνται τουλάχιστον τόσο καλά, όσο θυμούνται τη Σχολή της Χάλκης.
Ευχόμαστε η επιστολή αυτή να ανοίξει έναν ειλικρινή διάλογο, με σεβασμό στην αλήθεια και στον πόνο των πιστών. Μακάρι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και όλοι οι ποιμένες της Εκκλησίας να συμβάλουν στην παύση της βίας, στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και στη συμφιλίωση των Ορθοδόξων αδελφών μας στην Ουκρανία.
Με πίστη και ελπίδα για την ειρήνη.
Ένας άνθρωπος που έχει την Ουκρανία στην καρδιά του