«ΙΔΟΥ Η ΔΟΥΛΗ ΚΥΡΙΟΥ, ΓΕΝΟΙΤΟ ΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΡΗΜΑ ΣΟΥ»
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου Θεολόγου - συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Η μεγάλη θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, αγαπητοί μου αδελφοί, την οποία χαρμοσύνως εορτάζει και πανηγυρίζει η Εκκλησία μας σήμερα, σηματοδοτεί, σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής, την φανέρωση του «απ’ αιώνος μυστηρίου», δηλαδή του μυστηρίου της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα το «κεφάλαιον» της σωτηρίας μας, δηλαδή την ανακεφαλαίωση, την συμπερίληψη όλης της ενσάρκου θείας οικονομίας. Πάνω στο κατ’ εξοχήν χαρμόσυνο αυτό γεγονός, στο οποίο ο «υιός του Θεού υιός της παρθένου γίνεται», αναφέρεται το ευαγγελικό ανάγνωσμα, που είναι μια περικοπή από το πρώτο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου. Αλλά και η ασματική ακολουθία της εορτής ακριβώς γύρω από αυτό το γεγονός, το γεγονός των γεγονότων, περιστρέφεται. Ας προσπαθήσουμε στη συνέχεια να προσεγγίσουμε κάπως μερικές πτυχές του μεγάλου αυτού μυστηρίου με οδηγό τους αγίους Πατέρες και με βάση την σχετική ευαγγελική διήγηση, που έχουν σημασία και για την ιδική μας πνευματική ζωή και πορεία.
Μέσα από τη περιγραφή του διαλόγου που είχε ο αρχάγγελος Γαβριήλ με την Θεοτόκο, έτσι όπως την παραθέτει ο ευαγγελιστής Λουκάς, αναδύονται και αποκαλύπτονται δύο μεγάλες αρετές της Θεοτόκου, το βάθος της ταπεινώσεώς της, αλλά και η πλήρης και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού. Πρόκειται για τις δύο βασικές και θεμελιώδεις αρετές που οφείλει να αγωνίζεται να κάνει κτήμα του ο κάθε χριστιανός, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατον να επιτύχει τη σωτηρία του.
Σύμφωνα με τη διήγηση του ευαγγελιστού, όταν ο άγγελος ήρθε στη Ναζαρέτ, στο σπίτι όπου κατοικούσε η Παναγία, την προσφώνησε με τον χαρμόσυνο χαιρετισμό: «Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετὰ σου· ευλογημένη συ εν γυναιξίν», (Λουκ. 1,28). Την ονομάζει «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο. Κατόπιν επεξηγεί σ’ αυτήν γιατί την προσφώνησε μ’ αυτό τον τρόπο. Είπε: «Μὴ φοβού, Μαριάμ· εύρες γὰρ χάριν παρὰ τω Θεώ»( 1,30). Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» και μάλιστα κατά ένα ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο, διότι ο Θεός την επεσκίασε με την Χάρη του, αλλά και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο προσθέτει στη συνέχεια: «Και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυΐδ του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»(1,31-32). Δηλαδή θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις υιόν και θα τον ονομάσεις Ιησούν. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου. Σ’ αυτόν θα δώσει ο Θεός τον θρόνο του Δαυΐδ, του προπάτορά του. Θα βασιλεύσει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ και η βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Μ’ άλλα λόγια ο υιός που θα γεννηθεί από την Παναγία δεν θα είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά θα είναι ο Μεσσίας, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, εκείνος για τον οποίον ομίλησαν και προανήγγειλαν οι προφήτες. Η δε Παναγία θα είναι η μοναδική γυναίκα στην ιστορία της ανθρωπότητος, η οποία θα αξιωθεί της εξαιρετικής τιμής να γίνει η μητέρα του δημιουργού της. Θα γίνει η σκάλα διά της οποίας θα κατέβει ο Θεός στη γη και θα προσλάβει την ανθρώπινη φύση.
Φοβερά, πρωτάκουστα και συγχρόνως αποκαλυπτικά τα παραπάνω λόγια του αγγέλου, διότι υπερβαίνουν τους νόμους της φύσεως. Λόγια τα οποία σε καμιά άλλη γυναίκα δεν ελέχθηκαν, ούτε θα λεχθούν ποτέ μέχρι συντελείας των αιώνων. Διότι ποτέ καμία γυναίκα δεν συνέβη να γεννήσει άνθρωπο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Αλλά και όσα προσθέτει στη συνέχεια ο άγγελος είναι εξ’ ίσου μεγάλα και θαυμαστά. Το ότι δηλαδή αυτός που θα γεννηθεί θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί υιός του υψίστου, η δε βασιλεία του δεν θα έχει τέλος.
Και ενώ ακούει όλα αυτά τα επαινετικά λόγια η Παναγία δεν φουσκώνει, δεν επαίρεται, δεν διατυμπανίζει την εξαιρετική, την μοναδική τιμή που αξιώθηκε από τον Θεό. Οποιαδήποτε άλλη γυναίκα αν ήταν στη θέση της, θα επεδίωκε να προβάλει με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία τον εαυτό της και τον ρόλο της στο έργο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Θα έλεγε: «Ξέρετε ποια είμαι εγώ; Εγώ δεν είμαι μια τυχαία γυναίκα. Εγώ είμαι ανώτερη και σπουδαιότερη από κάθε άλλη γυναίκα στον κόσμο, διότι αξιώθηκα να γίνω η μητέρα του Θεού, εξ’ αίτίας των πολλών και μεγάλων αρετών μου. Και αν δεν ήμουν εγώ, αλλοίμονο στο γένος των ανθρώπων! Δεν θα σωζόταν κανείς!».
Τίποτε από όλα αυτά δεν βλέπουμε στα λόγια και στη ζωή της Παναγίας. Απεναντίας μάλιστα η απάντησή της στα εξόχως επαινετικά λόγια του αγγέλου ήταν: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Δηλαδή εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά μια δούλη του Κυρίου, επιβεβαιώνοντας έτσι την βαθιά ταπείνωσή της και εξηγώντας παράλληλα, γιατί ο άγγελος προηγουμένως την ονόμασε «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη». Είναι «κεχαριτωμένη» και «ευλογημένη» διότι είναι βαθιά ταπεινή, σύμφωνα με τον θεόπνευστο λόγο της Γραφής: «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν», (Ιακ. 4,6). Εξ’ αιτίας αυτής της βαθιάς ταπεινοφροσύνης της ο Θεός «επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λκ. α 48) και την ανέβασε σε τέτοια δόξα και τιμή, ώστε οι άγιοι και οι άγγελοι να την τιμούν στον ουρανό και κάτω στην γη να την μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί» των ανθρώπων. Το μεγαλείο αυτής της αρετής φαίνεται και από τους λόγους του Κυρίου μας, ο οποίος ομιλών περί του εαυτού του διεκήρυξε: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία», (Ματθ.11,29). Αλλά και στην επί του Όρους ομιλία του πρό πάντων τους ταπεινούς εμακάρισε: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών», (Ματθ.5,3). Ο άγιος Ισσάκ ο Σύρος αναφερόμενος σ’ αυτή τη βασίλισσα των αρετών λέγει: «η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος».[1]
Ωστόσο τα παραπάνω λόγια της Θεοτόκου αποκαλύπτουν και μια ακόμη αρετή της Παναγίας, την αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Ζητάει από τον άγγελο να μάθει τον τρόπο της συλλήψεως, επειδή ποτέ μέχρι τότε δεν συνέβη κάποια γυναίκα να γεννήσει τέκνο χωρίς μεσολάβηση ανδρός. Και όταν εκείνος της εξηγεί ότι θα πραγματοποιηθεί με την δύναμη του αγίου Πνεύματος, το οποίο θα την επισκιάσει, εκείνη πείθεται και υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού. Δέχεται να προσφέρει τον εαυτό της στα χέρια του Θεού και να γίνει το όργανο διά του οποίου θα φέρει εις πέρας το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. Θα μπορούσε να αρνηθεί και να πεί ότι «εγώ μια τέτοια κυοφορία δεν την δέχομαι». Έτσι η Παναγία, με την πλήρη και τελεία υπακοή της στο θέλημα του Θεού, έρχεται να θεραπεύσει και να εξαλείψει την παρακοή των πρωτοπλάστων μέσα στο παράδεισο. Αν η παρακοή αυτών έφερε σαν αποτέλεσμα την φθορά και τον θάνατο στο ανθρώπινο γένος, η υπακοή της Παναγίας έφερε την αφθαρσία και την αθανασία, την επανοδο της ανθρωπότητος στον παράδεισο και στην αιώνια ζωή.
Το πόσο μεγάλη είναι η αρετή της υπακοής στο θέλημα του Θεού φαίνεται και από το γεγονός ότι και και αυτός ο ίδιος ο Κύριος όταν ήρθε στη γη και φόρεσε την ανθρώπινη φύση, έκανε πλήρη και τελεία υπακοή στο θέλημα του ουρανίου Πατέρα του, αν και ως Θεός είναι ίσος με τον Πατέρα του. Θέλοντας να διδάξει σε όλους μας την αναγκαιότητα της υπακοής στο θέλημα του Θεού έλεγε: «Ου ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός», (Ιω.5,30). Και σε άλλη περίπτωση: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον», (Ιω. 4,34).
Αυτές οι δύο μεγάλες αρετές, αγαπητοί μου αδελφοί, δηλαδή το ταπεινό φρόνημα και η υπακοή στο θέλημα του Θεού, αποτελούν τα θεμέλια που βαστάζουν όλο το οικοδόμημα της πνευματικής μας ζωής, χωρίς τα οποία είναι αδύνατη η σωτηρία μας. Και επομένως αυτές προ πάντων καλούμεθα να αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας, διά της μετανοίας, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πράγμα το οποίο εύχομαι από καρδίας να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.
Προηγουμένως η ΕΟΔ έγραψε για την Δοξολογία για την 25η Μαρτίου στη Μαδρίτη.
[1] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Τά σωζόμενα ἀσκητικά, Περί τοῦ πόσην τιμήν κέκτηται ἡ ταπεινοφροσύνη καί πόσον ἀνώτερός ἐστιν ὁ βαθμός αὐτῆς (Λόγος Κ΄), Ἀθήνα 1871, σ. 93.