Η πρώτη πράξη αντίστασης το 1940
Η σημαία δεν παραδίδεται ποτέ. Ο ηρωικός μας εύζωνας
Πρωί 28ης Οκτωβρίου στην μεγάλη λεωφόρο που είναι τελείως άδεια. Η παρέλαση ακυρώθηκε λόγω αντίξοων καιρικών φαινομένων! Ένα πιτσιρίκι κρατά μια σημαία μικρή και την ανεμίζει με το χεράκι του. Ο πατέρας του του εξηγεί πως πρέπει να φύγουν. Δεν θα παρακολουθήσουν την παρέλαση, όπως του είχε υποσχεθεί. Το μικρό παιδί νευριάζει, βάζει τις φωνές και … πετά το μικρό σημαιάκι κατάχαμα! Ένας ηλικιωμένος κύριος, που περνώντας ακριβώς δίπλα έχει δει και έχει ακούσει τον διάλογο που διαμείφθηκε μεταξύ πατέρα και παιδιού, σκύβει ευλαβικά, σηκώνει την μικρή σημαία από τον δρόμο και την ασπάζεται, σχεδόν δακρυσμένος…Την αγκαλιάζει ευλαβικά. Την υψώνει με σεβασμό.
Στη συνέχεια δεν απευθύνεται στο μικρό παιδί, αλλά στον πατέρα. Αρχίζει να του εξηγεί την αξία της σημαίας. Πως δεν αποτελεί απλώς ένα σύμβολο, δεν αποσκοπεί απλώς στο να ανεμίζει. Γνωρίζετε κύριε τον ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη; Ο πατέρας γνέφει αρνητικά. Ακούστε λοιπόν:
Τέτοια ώρα το πρωί της Κυριακής της 27/04/1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπήκαν και κατέλαβαν την Αθήνα. Στις 10 το πρωί στο καφενείο «Παρθενών» των Αμπελοκήπων επί της συμβολής των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας, ο στρατηγός Καβράκος και ο δήμαρχος Αμβρόσιος Πλυτάς κλήθηκαν να παραδώσουν την Αθήνα στο Γερμανό συνταγματάρχη. Την ίδια ώρα μια ίλη μοτοσικλετιστών, με επικεφαλής τον ίλαρχο Γιακόμπυ και τον ανθυπολοχαγό Έλσνιτς ανέβηκαν στο ιερό βράχο της Ακρόπολης για να κατεβάσουν την ελληνική σημαία από τον ιστό και να υψώσουν στη θέση της τη γερμανική σβάστικα, πράξη που δήλωνε συμβολικά την υποδήλωση της χώρας στο Γερμανό κατακτητή.
Την ημέρα αυτή, φρουρός της ελληνικής σημαίας της Ακρόπολης ήταν ο νεαρός εύζωνας της βασιλικής φρουράς, Κωνσταντίνος Κουκίδης, ποντιακής καταγωγής, γεννημένος στη Νίκαια. Όταν έφτασαν οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στον εύζωνα φρουρό της σημαίας, ο ίλαρχος Γιακόμπυ τον διέταξε να κατεβάσει τη σημαία. Ο Κωνσταντίνος δεν υπάκουσε. Στάθηκε ακίνητος, αμίλητος, αγέρωχος και αρνήθηκε να κατεβάσει τη σημαία, γνωρίζοντας βέβαια καλά τις συνέπειες αυτής της άρνησής του. Τότε, με διαταγή του ίλαρχου, οι Γερμανοί στρατιώτες τον συνέλαβαν και τον απομάκρυναν από τη θέση του. Ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε αμέσως την τεράστια ελληνική σημαία και ένας άλλος υπαξιωματικός ύψωσε τη σβάστικα.
Τη στιγμή όμως που ο Γερμανός στρατιώτης υπέστειλε την ελληνική σημαία και την κράτησε μαζεμένη στα χέρια του, με ασέβεια, σαν ένα πανί, ο νεαρός Εύζωνας Κωνσταντίνος Κουκίδης ξέφυγε από τους φρουρούς που τον κρατούσαν, τους έσπρωξε δυνατά και όρμησε. Άρπαξε την ένδοξη Ελληνική σημαία από τα χέρια του Γερμανού, τυλίχθηκε μ’ αυτή και έτρεξε προς την αιωνιότητα, πέρα απ’ το ιερό βράχο της Ακρόπολης, σαβανωμένος με το ιερό σύμβολο του ελληνορθόδοξου έθνους και γένους μας, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Γερμανών. Πρόκειται για μοναδικό κοσμοϊστορικό γεγονός ηρωικής αυτοθυσίας του διαχρονικού Έλληνα εύζωνα στρατιώτη, φρουρού των αιωνίων ελληνοχριστιανικών ιδανικών. Σαν άλλος Σουλιώτης, σαν πολιορκημένος Μεσολογγίτης, ως απόγονος Ελλήνων που πολεμούν σαν ήρωες. Ἤ τάν ἤ ἐπί τᾶς. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. «Ελευθερία ή θάνατος», «ἤ καλῶς ζῆν ἤ καλῶς τεθνάναι», δηλαδή ή μια αξιοπρεπής ζωή ή ένας ένδοξος θάνατος. Η σημαία δεν παραδίδεται ποτέ.
Την πρώτη επίσημη βαρυσήμαντη μαρτυρία του συγκλονιστικού αυτού γεγονότος την ίδια μέρα χάραξε στην αθάνατη ελληνική ιστορία ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος. Δακρυσμένος στο γραφείο του στην αρχιεπισκοπή, λίγο πριν απομακρυνθεί από τους κατακτητές, αρνούμενος να παραδώσει σε αυτούς την πόλη των Αθηνών, τη «μητέρα» της ελευθερίας και του πολιτισμού, έγραψε το ημερολόγιό του: «ο Έλληνας φρουρός της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη, μη θελήσας να παρουσιαστεί μάρτυς του θλιβερού θεάματος της ανάρτησης της εχθρικής σημαίας, όρμησε από την Ακρόπολη και γκρεμίστηκε φονευθείς. Κάθισα στο γραφείο μου περίλυπος μέχρι θανάτου και δακρύων. Όλος ο κόσμος είναι σήμερα περιορισμένος στην οικία του και η σιωπή γίνεται ακόμη πιο στυγνή».
Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός του πρώτου εύζωνα αντιστασιακού νεομάρτυρα Κωνσταντίνου Κουκίδη συγκλόνισε τους Γερμανούς. Αποσιωπήθηκε τότε. Σήμερα, η μαρμάρινη πλάκα που τοποθετήθηκε στις εγκαταστάσεις της προεδρικής φρουράς το 1944 γράφει: πλατεία εύζωνα Κουκίδη Κωνσταντίνου. «Έπεσε υπέρ πατρίδος την εικοστή εβδόμη Απριλίου 1941, κατακρημνισθείς από τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως, τυλιγμένος με την ελληνική σημαία. Υπερασπιζόμενος αυτήν μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός του, αρνούμενος να την παραδώσει στο Γερμανό κατακτητή».
«Παιδιά μου», -συνέχισε δακρυσμένος ο παππούς- «η σημαία μας δεν παραδίδεται. Είναι ιερή». Είναι ώρα να μάθουμε αυτούς που διαφυλάττουν την ιερότητά της. Έτσι, θα την διαφυλάξουμε και εμείς…
Ο μικρούλης και ο πατέρας του πήραν ένα μάθημα σήμερα, κι ας μην παρακολούθησαν την παρέλαση. Είδαν την ιστορία ζωντανή μπροστά τους. Οι υπόλοιποι που δεν παρακολουθήσαμε ούτε την παρέλαση, ούτε την ιστορία, εξακολουθούμε να έχουμε χρέος να φανούμε αντάξιοι των ένδοξων προγόνων…Ο καθένας οφείλει να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη, να μάθει στο παιδί του την αξία της σημαίας και ότι η ελευθερία θέλει…αρετή και τόλμη, αγώνα και αυτοθυσία.