Όταν Η Παναγία επισκέφθηκε την γιαγιά Αγγελική
Όταν η Παναγία, εμφανίστηκε στην γιαγιά Αγγελική
Το κείμενο μας το έστειλε ο αγαπητός Θεολόγος και φίλος της σελίδας μας, κύριος Μιχαήλ Μαρούδης, απόφοιτος της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας
Είς ετήσια ανάμνηση του Θαύματος.
Κάποτε, τα παλιά χρόνια σε ένα νησί που το λέγανε
Κούλουρη οι παλιότεροι, ζούσε μια γυναίκα μικροκαμωμένη σαν σπουργίτι. Την έλεγαν Αγγελική, μα όλοι τη φώναζαν Κόλαινα, γιατί ο άντρας της ήταν ο Νικόλας, ο Κόλας.
Γεννήθηκε το 1868 και δεν είχε τίποτα, ούτε χρυσάφια, ούτε προικιά, ούτε φορεσιά με κεντίδια. Φορούσε την απλή κουλουριώτικη στολή και στο δεξί της χέρι ένα κομποσκοίνι, που δεν το άφηνε ούτε στον ύπνο της. Είχε τρία κορίτσια κι ένα αγόρι να μεγαλώσει, και τα χρόνια ήταν σκληρά και το ψωμί λιγοστό.
Τώρα, ποιος να το φανταστεί ότι σε τούτο το φτωχόσπιτο θα έμπαινε η ίδια η Βασίλισσα του Ουρανού;
Ο πεθερός της, ο παπα-Σωτήρης, που λειτουργούσε στον Άγιο Ανδρέα της Σαλαμίνας, είχε φέρει από το Άγιον Όρος ένα εικονάκι. Τόσο δα, από χαρτί, όσο μια σελίδα τετραδίου. Η Παναγία κρατούσε στην αγκαλιά της το Χριστό. «Πάρε, νύφη μου», της είπε, «η Παναγία να σας προστατεύει». Πότε το έφερε, δεν ξέρω να σου πω. Άλλοι λένε το 1889, άλλοι το 1900. Έτσι γίνεται όμως με τις προφορικές παραδόσεις του λαού μας, δεν κρατούν ημερολόγιο.
Η Κόλαινα το ακούμπησε σε μια γωνιά του σπιτιού, πάνω σε μια καθαρή πετσέτα, κι άναψε ένα καντηλάκι. Και το πρωί, ω του θαύματος! Ξυπνά και βλέπει την εικόνα μουσκεμένη. Βρεγμένη η πετσέτα, βρεγμένος κι ο τοίχος. Ιδρώτας και δάκρυα. Και την ίδια νύχτα την είδε στον ύπνο της, και της είπε: «Ό,τι σου πω, θα το κάνεις».
Και να, εδώ είναι το πιο όμορφο μέρος της ιστορίας. Η Κόλαινα δεν ρώτησε ποτέ «γιατί». Έσκυβε το κεφάλι, όπως το μικρό παιδί που αφήνεται στο χέρι της μάνας του και περνά και τα πιο δύσβατα μονοπάτια. Δεν ζητούσε λόγια. Μόνο ν' ακούει.
Το σπίτι εκείνο έγινε μέρος που ο κόσμος άρχισε να το βρίσκει στα όνειρά του. Ήρθαν μανάδες με παιδιά άρρωστα, ναυτικοί που τους είχε πιάσει η θάλασσα, στρατιώτες που έφευγαν για τον πόλεμο. Ήρθαν από τη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο, ακόμη κι από την Ιταλία. Στην αυλή η Κόλαινα έφτιαξε ένα δωματιάκι-εκκλησάκι, και μπροστά στην εικόνα έκαιγαν μέρα και νύχτα δεκατρία καντήλια με το Άγιο Φως. Ο καθένας άφηνε ό,τι είχε: λάδι, κεριά, ένα ασημένιο καραβάκι, ένα χρυσό τάμα, και τον πόνο του που δεν είχε όνομα. Κι έφευγε ελαφρύτερος.
Μα η ιστορία μας έχει και λύπη. Η Κόλαινα έφυγε το 1938, και τα χρόνια πέρασαν, και ο κόσμος ξέχασε, όπως ξεχνά. Το σπίτι γκρεμίστηκε, και μαζί του και το ταπεινό εκκλησάκι. Εκεί, σκέφτηκα όταν το άκουσα, είναι που τελειώνουν συνήθως οι ιστορίες.
Μα η Παναγία δεν ξεχνά.
Το 2003, ένας δισέγγονος της Κόλαινας, αυτός που κρατά ως σήμερα την εικόνα αν δεν απατώμαι, έχτισε σε ένα οικόπεδο κοντά στο σπίτι του ένα καινούριο εκκλησάκι, με τη βοήθεια των πιστών. Το έδωσε στην ενορία του Αγίου Ανδρέα, στον ίδιο ναό που κάποτε λειτουργούσε ο παπα-Σωτήρης, αυτός που έφερε την εικόνα. Ο κύκλος έκλεισε, καταλαβαίνεις; Κι οι εγγονές της Κόλαινας, η Αγγελική, η Ιωάννα, η Κανέλλα, τα διηγούνται όλα, για να μην ξεχαστεί ποια ήταν εκείνη η γιαγιά και ποια την διάλεξε.
Ένας ενορίτης, ακούει τον παπά του να μιλά για αγάπη στην Εκκλησία και λίγο αργότερα να κατακρίνει. Που πήγαν τα λόγια Του Χριστού?
Η El Pais, αναρωτιέται και αναλώνεται σε υποθετικά σενάρια. Χίλια χρόνια Ορθοδοξίας, περιμένουν τώρα την έγκρισης της Λίνα Γκάλβεθ?
Ο Απόστολος της Αγάπης, συγγραφέας του τέταρτου Ευαγγελίου και της Αποκάλυψης, τιμάται μαζί με τον Όσιο Αρσένιο τον Μέγα.
Η Οσία, κόρη πλουσίων γονέων, έζησε μεταμφιεσμένη σε μοναχό σε ανδρικό μοναστήρι πριν αποκαλύψει την ταυτότητά της στον πατέρα της, Παφνούτιο.
Από μαθήτρια του Αποστόλου Παύλου σε φλογερή ιεραπόστολο. Η συγκλονιστική πορεία, οι διωγμοί και τα διαχρονικά πνευματικά μηνύματα της εμβληματικής Ισαποστόλου.
Ο πρώην δερβίσης από την Κόνιτσα μαρτύρησε το 1814 στο Αγρίνιο, ενώ φέτος τιμάται για πρώτη φορά ο Άγιος Τύχων ο Αγιορείτης.