Ο Σολωμός Σολωμού έπεσε, η Ελλάδα όμως τον μετρά ακόμα όρθιο

Σολωμός Σολωμού και το κατέβασμα της τουρκικής σημαίας- Photo:Alphanews

Αύγουστος στην Κύπρο. Ζέστη, χώμα, φωνές, κόσμος αναστατωμένος και απέναντι τα φυλάκια. Τρεις ημέρες έχουν περάσει από τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ, είναι η ημέρα της ταφής του και η οργή δεν έχει καταλαγιάσει. Είναι 14 Αυγούστου 1996, παραμονή της Παναγίας. Μέσα σε όλο αυτό βρίσκεται ένας 26χρονος από το Παραλίμνι, ο Σολωμός Σολωμού. Φορά μαύρο μπλουζάκι, έχει ένα τσιγάρο στο στόμα και προχωρά προς τον ιστό της τουρκικής σημαίας. Γύρω του ακούγονται φωνές. Η ένταση είναι μεγάλη. Εκείνος συνεχίζει, φτάνει στον ιστό και αρχίζει να ανεβαίνει. Τα χέρια τραβούν το σώμα προς τα πάνω, τα πόδια σφίγγουν τον ιστό και το τσιγάρο παραμένει στα χείλη του. Είναι ένας άνθρωπος μέσα στον κυπριακό Αύγουστο, ιδρωμένος, αποφασισμένος, εκτεθειμένος μπροστά στα όπλα. Και τότε ακούγονται οι πυροβολισμοί. Ο Σολωμού πέφτει νεκρός.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που η Ιστορία παύει να είναι ημερομηνίες και ονόματα γραμμένα σε ένα βιβλίο. Αποκτά πρόσωπο, φωνές, σκόνη και αίμα. Έχει ανθρώπους που τρέχουν, άλλους που ουρλιάζουν και μερικούς που μένουν για λίγα δευτερόλεπτα παγωμένοι μπροστά σε αυτό που μόλις συνέβη. Έχει ένα τσιγάρο που μέχρι πριν από λίγο κάπνιζε στα χείλη ενός νέου ανθρώπου. Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει πιστά εκείνη την ημέρα. Κάνει κάτι διαφορετικό. Τοποθετεί γύρω από τον Σολωμού ανθρώπους που τους χωρίζουν αιώνες... έναν αρχαίο πολεμιστή, έναν αγωνιστή του 1821, έναν στρατιώτη του 1940 και μορφές της νεότερης Ελλάδας. Όλοι απλώνουν τα χέρια τους προς το μέρος του. Τον κρατούν, τον σηκώνουν, τον βοηθούν να συνεχίσει την ανάβαση.

Και κάπου εκεί βρίσκεται ολόκληρος ο συμβολισμός της εικόνας. Πριν από τον Σολωμού υπήρξαν άλλοι. Άνθρωποι που στάθηκαν στις Θερμοπύλες γνωρίζοντας τι ερχόταν, αγωνιστές που το 1821 βγήκαν στα βουνά χωρίς να γνωρίζουν αν η Επανάσταση θα πετύχει, νέα παιδιά που το 1940 αποχαιρέτησαν τους δικούς τους και βρέθηκαν λίγες ημέρες αργότερα να πολεμούν μέσα στο κρύο και στα χιόνια της Πίνδου. Ύστερα ήρθε η Κύπρος, με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τελικά την εισβολή του 1974. Οικογένειες έφυγαν από τα σπίτια τους με την ελπίδα ότι θα επέστρεφαν σύντομα και άνθρωποι γέρασαν έχοντας ακόμη στην κατοχή τους το κλειδί ενός σπιτιού που δεν μπόρεσαν να ξανανοίξουν. Χωριά, αυλές, εκκλησίες, χωράφια και οικογενειακές φωτογραφίες έμειναν πίσω. Αυτή η ιστορία βρίσκεται συμβολικά κάτω από τα πόδια του Σολωμού στη συγκεκριμένη εικόνα.

Οι εποχές φυσικά δεν ήταν ίδιες και ούτε οι άνθρωποι αυτοί πολέμησαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Υπάρχει όμως κάτι που συναντά κανείς ξανά και ξανά στην πορεία του Ελληνισμού, η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο. Έτσι γράφτηκαν πολλές από τις πιο δύσκολες σελίδες της ιστορίας μας. Όχι μόνο από βασιλιάδες, στρατηγούς και ανθρώπους των οποίων τα ονόματα πέρασαν στα βιβλία, αλλά και από χιλιάδες άγνωστους. Από έναν στρατιώτη που έμεινε σε κάποιο ύψωμα, έναν Κύπριο που δεν εγκατέλειψε τη θέση του, μια μάνα που περίμενε νέα από το μέτωπο, έναν πρόσφυγα που πρόλαβε να πάρει δύο πράγματα από το σπίτι του πριν φύγει. Πολλοί δεν είχαν χρόνο να σκεφτούν αν κάποτε θα τους αποκαλούσαν ήρωες. Έκαναν εκείνο που πίστευαν ότι έπρεπε να κάνουν.

Και κάπου εκεί ακούγεται ο Μητροπάνος. Το «Πάντα Γελαστοί», σε στίχους Άλκη Αλκαίου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου, αναφέρει σε κάποια στροφή, " όσοι με τον χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη"  αφιερώθηκε λοιπόν στους Τάσο Ισαάκ, Σολωμό Σολωμού και Χριστόφορο Μαρίνο. Κι αν μια εικόνα έμεινε να συνοδεύει για πάντα τον Σολωμού, είναι εκείνη με το τσιγάρο στα χείλη, λίγο πριν ανέβει στον ιστό. Ένας νέος 26 χρονών, απέναντι στα όπλα, χωρίς να κάνει πίσω. Από τότε η φωνή του Μητροπάνου και εκείνο το τσιγάρο μοιάζουν να συναντιούνται στη μνήμη μιας Ελλάδας που τέτοιους λεβέντες δεν τους ξεχνά. Η αφιέρωση που έκανε ο τεράστιος τραγουδιστής, ήταν η εξής "Aφιερωνεται στις μνήμες των Ισαάκ και Σολωμού και Μαρίνου Μαρτύρων».

Μαρτύρων έγραψε ο Μητροπάνος, γιατί μάρτυρες είναι.

Συνεχίζουμε.......

Μαζί με αυτούς τους ανθρώπους ταξίδευε για αιώνες και η πίστη. Σε τσέπες στρατιωτών υπήρχαν μικρές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, στα χωριά χτυπούσαν καμπάνες, ιερείς έθαβαν νεκρούς και οικογένειες άναβαν το καντήλι περιμένοντας κάποιο παιδί να επιστρέψει. Η Ορθοδοξία βρέθηκε δίπλα στον ελληνικό λαό στις μεγάλες στιγμές, αλλά κυρίως στις δύσκολες. Ήταν πολλές φορές το τελευταίο στήριγμα ενός ανθρώπου που δεν ήξερε τι θα ξημερώσει την επόμενη ημέρα. Η χριστιανική πίστη έχει άλλωστε βαθιά μέσα της την έννοια της προσφοράς και της θυσίας. Δεν καλεί τον άνθρωπο να μισήσει εκείνον που βρίσκεται απέναντί του. Του ζητά να αγαπήσει, να συγχωρήσει, να αντέξει και, όταν χρειαστεί, να βάλει τον άλλον πάνω από τον εαυτό του. Γι' αυτό και η ιστορική μνήμη δεν χρειάζεται να γίνεται μίσος. Η μνήμη χρειάζεται για να γνωρίζουμε πόσο κόστισαν όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα.

Ίσως γι' αυτό η συγκεκριμένη εικόνα έχει τέτοια δύναμη. Κοιτάζοντας τον Σολωμού, το βλέμμα πηγαίνει φυσικά προς τα πάνω. Αν όμως κοιτάξει κανείς χαμηλότερα, θα δει τα χέρια. Το χέρι του αρχαίου πολεμιστή, του αγωνιστή, του φαντάρου, του ανθρώπου της Κύπρου. Χέρια κουρασμένα και σημαδεμένα, που έρχονται από διαφορετικές εποχές και συναντιούνται για να σηκώσουν έναν νέο 26 ετών. Σαν να τον έφεραν μέχρι εκεί όλοι όσοι είχαν προηγηθεί. Σαν να κουβαλούσε εκείνη τη στιγμή, μαζί με το δικό του βάρος, ένα κομμάτι από τη μνήμη τους.

Στις 14 Αυγούστου 1996 ο Σολωμός Σολωμού έμεινε για πάντα εκεί, πάνω σε έναν ιστό στη Δερύνεια, με το μαύρο μπλουζάκι και το τσιγάρο στα χείλη. Την επόμενη ημέρα ήταν Δεκαπενταύγουστος. Σε εκκλησίες και σπίτια της Κύπρου άναψαν καντήλια στην Παναγία, όπως γινόταν για γενιές ολόκληρες. Μόνο που εκείνο το καλοκαίρι υπήρχαν δύο ακόμη ονόματα για τα οποία θα γινόταν προσευχή. Ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού. Δύο νέοι άνθρωποι που δεν γύρισαν σπίτι και προστέθηκαν στη μεγάλη και βαριά μνήμη ενός τόπου που ακόμη περιμένει να κλείσει τις πληγές του.

Η Κύπρος, ό,τι κι αν ειπώθηκε κάποτε, δεν κείτονταν ποτέ μακριά. Τη χωρίζει θάλασσα από την υπόλοιπη Ελλάδα, όχι όμως η Ιστορία, το αίμα και η ελληνική της ψυχή

ΑΘΑΝΑΤΟΙ

ΕΟΔ/8-2026

 

Читайте также

Ο Σολωμός Σολωμού έπεσε, η Ελλάδα όμως τον μετρά ακόμα όρθιο

Ο Σολωμός Σολωμού ανεβαίνει στον ιστό. Εκεί τον περιμένουν όσοι θυσιάστηκαν για την Ελλάδα πριν από αυτόν.

Η αυτόγνωμη απόσχιση από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία κατά το Κανονικό Δίκαιο

Του Πρεσβυτέρου Αναστασίου Γκοτσόπουλου, Εφημερίου Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών

Καθηγητής Β. Στοϊκόφσκι: «Υβριδικός πόλεμος κατά της Σερβικής Εκκλησίας»

Η ετυμηγορία κατά του Πατριάρχη Πορφύριου, η οποία εκδόθηκε στη Σλοβενία, προκάλεσε δημόσια κατακραυγή και βίαιες αντιδράσεις.

Α΄Σταυροφορία: Το νέο πρόσωπο της Δύσης στο κατώφλι της β’ χιλιετίας

Η Πρώτη Σταυροφορία τροφοδοτήθηκε από έναν συνδυασμό κινήτρων, όπου η θρησκευτική πίστη αναμείχθηκε εκρηκτικά με την ανάγκη για εδαφική και οικονομική επέκταση.

Η Αγ. Ευφημία και η Δ΄Οικουμενική Σύνοδος: θεσμός και χάρισμα

Η εκκλησιαστική μας παράδοση θέλει την Αγ. Μεγαλομάρτυρα Ευφημία να επιβεβαιώνει τη δογματική απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου, Εφημερίου Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών

Ουκρανία: Η προδοσία του Ζελένσκι, το ξένο δάκτυλο και η ένοχη σιωπή των διεθνών ΜΜΕ

Η πολιτική μεταστροφή του Κιέβου, ο ρόλος των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο εκκλησιαστικό σχίσμα, και η λογοκρισία της Δύσης μπροστά στο δράμα των πιστών της UOC.