Η αυτόγνωμη απόσχιση από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία κατά το Κανονικό Δίκαιο
ΦΩΤΟ: ΕΟΔ
Θεμελιώδης αρχή του Κανονικού Δικαίου που απορρέει από την Ορθόδοξη εκκλησιολογία είναι ότι κάθε κληρικός, κάθε εκκλησιαστική κοινότητα, κάθε τόπος υπάγεται σε μία συγκεκριμένη εκκλησιαστική επαρχία υπό ένα επίσκοπο και μία Σύνοδο και δι’ αυτής της Συνόδου υφίσταται η κοινωνία με την ανά την οικουμένη Εκκλησία του Χριστού. Συνέπεια αυτής της αρχής είναι ότι ο κάθε επίσκοπος ασκεί αποκλειστική ποιμαντική (πνευματική και διοικητική) εξουσία εντός των ορίων της επαρχίας του και αντίστοιχα το ποίμνιό του έχει την πνευματική και διοικητική εξάρτηση από τον συγκεκριμένο επίσκοπο και μόνο. Η υπαγωγή στη συγκεκριμένη δικαιοδοσία καθίσταται φανερή με τη μνημόνευση του οικείου ποιμενάρχου στη Θ. Λειτουργία.
Η εκκλησιαστική δικαιοδοσία αποτελεί θεμελιώδη θεσμό της κανονικής τάξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η υπαγωγή μιας εκκλησιαστικής κοινότητας (ενορίας, επισκοπής, επαρχίας) σε ένα επίσκοπο (μητροπολίτη ή πατριάρχη) είναι θεμελιώδης για την εκκλησιαστική-κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι δεν συνιστά απλώς μία διοικητική διαρρύθμιση, αλλά αποτελεί έκφραση της συνοδικότητας, της αποστολικής διαδοχής και της ευθύνης του επισκόπου για τη διαφύλαξη της ενότητας της Εκκλησίας.
Η κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθορίζει με σαφήνεια τα όρια της δικαιοδοσίας κάθε επισκόπου, μητροπολίτη και πατριάρχη, τη σχέση μεταξύ των πρεσβυτέρων και επισκόπων (μητροπολιτών, αρχιεπισκόπων, πατριαρχών) αλλά και των επισκόπων μεταξύ τους προκειμένου να αποτρέπονται συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, αντικανονικές παρεμβάσεις, «σύγχισις των Εκκλησιών» (Β-2) και «πολύς τάραχος, και στάσεις» (Α-15).
Μία σειρά πολλών ιερών κανόνων θεμελιώνουν την αρχή ότι κάθε κληρικός υπάγεται στον οικείο επίσκοπο και κάθε επίσκοπος στην οικεία εκκλησιαστική επαρχία και Σύνοδο και καθορίζουν ότι η εδαφική δικαιοδοσία των κατά τόπους Εκκλησιών πρέπει να γίνεται απόλυτα σεβαστή από όλους τους κληρικούς (επισκόπους, πρεσβυτέρους και διάκονους) και δεν επιτρέπεται η κατάλυσή της:
Ενδεικτικά αναφέρουμε τους ιερούς κανόνες:
Κατά τον Αποστ-15 ο πρεσβύτερος δεν έχει δικαίωμα να αναχωρήσει από τη δικαιοδοσία στην οποία υπάγεται και να μεταβεί σε άλλη «παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου»: «Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ παροικίᾳ, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν, εἰ μάλιστα προσκαλουμένου αὐτὸν τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῇ ἀταξίᾳ· ὡς λαϊκὸς μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω».
Παρομοίως ο Α-15, δεν επιτρέπει τη μετάβαση σε άλλη δικαιοδοσία από αυτή στην οποία ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος ή ο διάκονος χειροτονήθηκε και στην οποία διακονεί. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό «ακυρωθήσεται εξ άπαντος το κατασκεύασμα, και αποκατασταθήσεται τη εκκλησία, εν ή ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος εχειροτονήθη» [«Δια τον πολύν τάραχον, και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον αποστολικόν κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσιν, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε επίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Ει δε τις, μετά τον της αγίας και μεγάλης συνόδου όρον, τοιούτω τινί επιχειρήσειεν, ή επιδοίη εαυτόν πράγματι τοιούτω, ακυρωθήσεται εξ άπαντος το κατασκεύασμα, και αποκατασταθήσεται τη εκκλησία, εν ή ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος εχειροτονήθη»].
Μάλιστα ο Α-16 επισύρει κανονικές ποινές όχι μόνο σε όποιον αυτογνωμόνως εγκαταλείπει την Εκκλησία στην οποία υπάγεται αλλά και στον επίσκοπο που θα τον δεχθεί χωρίς την έγκριση του επισκόπου στον οποίο υπάγεται κανονικά. Οι φράσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι Πατέρες είναι ενδεικτικές της σοβαρότητας του κανονικού αδικήματος: «Όσοι ριψοκινδύνως, μήτε τον φόβον του Θεού προ οφθαλμών έχοντες, μήτε τον εκκλησιαστικόν κανόνα ειδότες, αναχωρήσωσι της ιδίας εκκλησίας, πρεσβύτεροι, ή διάκονοι, ή όλως εν τω κανόνι εξεταζόμενοι, ούτοι ουδαμώς δεκτοί οφείλουσιν είναι εν ετέρα εκκλησία· αλλά πάσαν αυτοίς ανάγκην επάγεσθαι χρή, αναστρέφειν εις τας εαυτών παροικίας· ή, επιμένοντας, ακοινωνήτους είναι προσήκει. Ει δε και τολμήσειέ τις υφαρπάσαι τον τω ετέρω διαφέροντα, και χειροτονήσαι εν τη αυτού εκκλησία, μη συγκατατιθεμένου του ιδίου επισκόπου, ου ανεχώρησεν ο εν τω κανόνι εξεταζόμενος, άκυρος έστω η χειροτονία».
Επίσης, ο Αποστ-35 κελεύει ότι ο επίσκοπος δεν πρέπει να «τολμήσει» να χειροτονήσει «ἔξω τῶν ἑαυτοῦ ὅρων… εἰς τὰς μὴ ὑποκειμένας αὐτῷ πόλεις, καὶ χώρας». Η παραβίαση της εδαφικής δικαιοδοσίας οδηγεί σε καθαίρεση του επισκόπου [«Ἐπίσκοπον μὴ τολμᾶν ἔξω τῶν ἑαυτοῦ ὅρων χειροτονίας ποιεῖσθαι, εἰς τὰς μὴ ὑποκειμένας αὐτῷ πόλεις, καὶ χώρας· εἰ δὲ ἐλεγχθείη τοῦτο πεποιηκώς, παρὰ τὴν τῶν κατεχόντων τὰς πόλεις ἐκείνας, ἢ τὰς χώρας, γνώμην, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ οὓς ἐχειροτόνηοεν»].
Επιπλέον ο Β-2 ενισχύοντας την αρχή των κανονικών ορίων κάθε δικαιοδοσίας δεν επιτρέπει στους επισκόπους την επέκταση της δικαιοδοσίας τους πέρα από τα όρια της επαρχίας τους ούτε την υπερόρια (εκτός της δικαιοδοσίας τους) εκκλησιαστική δραστηριότητα: «Τοὺς ὑπὲρ διοίκησιν ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησίαις μὴ ἐπιέναι, μηδὲ συγχέειν τὰς ἐκκλησίας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας, τὸν μὲν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν· τοὺς δὲ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τὴν Ἀνατολὴν μόνην διοικεῖν· φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατὰ Νίκαιαν πρεσβείων τῇ Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ· καὶ τοὺς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὰ κατὰ τὴν Ἀσιανὴν μόνον διοικεῖν· καὶ τοὺς τῆς Ποντικῆς, τὰ τῆς Ποντικῆς μόνον· καὶ τοὺς τῆς Θρᾴκης τὰ τῆς Θρᾳκικῆς μόνον οἰκονομεῖν. Ἀκλήτους δὲ ἐπισκόπους ὑπὲρ διοίκησιν μὴ ἐπιβαίνειν ἐπὶ χειροτονίᾳ, ἤ τισιν ἄλλαις οἰκονομίαις ἐκκλησιαστικαῖς. Φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα. Τὰς δὲ ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἔθνεσι τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, οἰκονομεῖσθαι χρὴ κατὰ τὴν κρατήσασαν συνήθειαν τῶν Πατέρων».
Ο Γ-8 απαγορεύει την κατάληψη ή ιδιοποίηση άλλης εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας και διαφυλάσσει τα παραδοσιακά δικαιώματα κάθε τοπικής Εκκλησίας. Χαρακτηρίζει την προσπάθεια της Εκκλησίας της Αντιόχειας να καταλύσει τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Κύπρου και να την υπαγάγει αυθαιρέτως υπό τη δικαιοδοσία της ως «πρᾶγμα παρὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καινοτομούμενον, καὶ τῆς πάντων ἐλευθερίας ἁπτόμενον». Και συνεχίζουν οι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου: «ὥστε μηδένα τῶν θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων ἐπαρχίαν ἑτέραν, οὐκ οὖσαν ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ, ἢ γοῦν τῶν πρὸ αὐτοῦ χεῖρα καταλαμβάνειν ἀλλ᾿ εἰ καί τις κατέλαβε, καὶ ὑφ´ἑαυτὸν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην ἀποδιδόναι» και δικαιολογούν την απόφασή τους: «ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ κανόνες παραβαίνωνται, μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι, ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς περεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἀνθρώπων ἐλευθερωτής. Ἔδοξε τοίνυν τῇ ἁγίᾳ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ, σῴζεσθαι ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ καθαρᾷ καὶ ἀβίαστα τὰ αὐτῇ προσόντα δίκαια ἐξ ἀρχῆς καὶ ἄνωθεν, κατὰ τὸ πάλαι κρατῆσαν ἔθος, ἄδειαν ἔχοντος ἑκάστου μητροπολίτου τὰ ἴσα τῶν πεπραγμένων πρὸς τὸ οἰκεῖον ἀσφαλὲς ἐκλαβεῖν. Εἰ δέ τις μαχόμενον τύπον τοῖς νῦν ὡρισμένοις προσκομίσοι, ἄκυρον τοῦτον εἶναι ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ πάσῃ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ».
Ο Αντιοχ-4 είναι κατηγορηματικός για όποιον κληρικό αρνείται την κοινωνία με τον ποιμενάρχη του και -αποκομμένος από τον επίσκοπό του- συστήνει δική του Εκκλησία: «Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, ἀφώρισεν ἑαυτὸν τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἰδίᾳ συνήγαγε, καὶ θυσιαστήριον ἔστησε, και, τοῦ ἐπισκόπου προσκαλεσαμένου, ἀπειθοίη, καὶ μὴ βούλοιτο αὐτῷ πείθεσθαι, μηδὲ ὑπακούειν καὶ πρῶτον καὶ δεύτερον καλοῦντι, τοῦτον καθαιρεῖσθαι παντελῶς, καὶ μηκέτι θεραπείας τυγχάνειν, μηδὲ δύνασθαι λαμβάνειν τὴν ἑαυτοῦ τιμήν. Εἰ δὲ παραμένοι θορυβῶν καὶ ἀναστατῶν τὴν ἐκκλησίαν, διὰ τῆς ἔξωθεν ἐξουσίας ὡς στασιώδη αὐτὸν ἐπιστρέφεσθαι».
Από τους ανωτέρω ενδεικτικά αναφερομένους ιερούς κανόνες καθίσταται σαφές ότι η μονομερής και αυτόγνωμη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον κανονικό επίσκοπο ή την κανονική Εκκλησία και η αυθαίρετη υπαγωγή σε μία άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία χωρίς κανονική απόλυση («ἀπολυτήριον») ή συνοδική απόφαση είναι άκρως αντικανονική και απαγορεύεται αυστηρώς.
Επιτρέπεται η διακοπή της κοινωνίας, η αλλαγή και η μετάβαση σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία μόνο όταν ακολουθείται η κανονική διαδικασία (άδεια από τον οικείο ποιμενάρχη με την έκδοση απολυτηρίου γράμματος, αποδοχή από τον νέο επίσκοπο και, όπου απαιτείται, συνοδική έγκριση), δηλαδή μόνο με την άδεια του κυριάρχου μητροπολίτη ή πατριάρχη μπορεί μία επαρχία να διακόψει την εκκλησιαστική κανονική υπαγωγή μαζί του και να ενταχθεί σε άλλη δικαιοδοσία. Αν τυχόν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος επιχειρήσει παρά τη γνώμη του κυριάρχου επισκόπου να αποσχισθεί από αυτόν οι κανονικές επιπτώσεις είναι πολύ σοβαρές.
Η Πρωτοδευτέρα εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος επί Μ. Φωτίου (861μ.Χ.) ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με το ζήτημα αυτό και το αντιμετώπισε σε σειρά τριών κανόνων, χαρακτηρίζοντάς το ως «σχίσμα»:
Στον ΑΒ-13[1] αναφέρεται με πολύ αυστηρά λόγια στην αυτόγνωμη και αντικανονική διακοπή της κοινωνίας του πρεσβυτέρου από τον επίσκοπό του: είναι «μεθοδία του παμπόνηρου» διαβόλου που επιχειρεί «τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα μερίζειν». Οι σοβαρές κανονικές συνέπειες επεκτείνονται και σε όσους ακολουθούν τον αντικανονικώς διακόψαντα την κοινωνία με τον επίσκοπό του: «Οἱ δὲ τούτῳ συνεπόμενοι, εἰ μὲν τῶν ἱερωμένων εἶέν τινες, καὶ αὐτοὶ τῆς οἰκείας τιμῆς ἐκπιπτέτωσαν, εἰ δέ μοναχοὶ ἢ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν παντελῶς τῆς ᾽Εκκλησίας, μέχρις ἄν, τὴν πρὸς τοὺς σχισματικοὺς συνάφειαν διαπτύσαντες, πρὸς τὸν οἰκεῖον ἐπίσκοπον ἐπιστραφεῖεν».
Ο ΑΒ-14[2] χαρακτηρίζει και αυτός την διακοπή της κοινωνίας του επισκόπου με τον μητροπολίτη του ως «σχίσμα» και επεκτείνει και στον επίσκοπο τις κανονικές κυρώσεις της καθαιρέσεως.
Τέλος, ο ΑΒ-15[3] αναφέρεται στο ανώτατο επίπεδο εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, στο Πατριαρχικό επίπεδο, και είναι απολύτως σαφής και κατηγορηματικός στις περιπτώσεις που κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος «τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει». Σε αυτή την περίπτωση «τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας», δηλαδή τον καθαιρεί.
Ο ΑΒ-15 προβλέπει μόνο μία εξαίρεση, κατά την οποία δεν τιμωρείται αλλά μάλλον επαινείται ο κληρικός που θα διακόψει την κοινωνία με τον οικείο επίσκοπό του: όταν ο οικείος επίσκοπος (μητροπολίτης ή πατριάρχης) κηρύττει επισήμως αιρετική διδασκαλία που έχει καταγνωσθεί από την εκκλησιαστική συνείδηση όπως αυτή εκφράζεται από τη συνείδηση των Πατέρων (concesus Partum) ή από Συνόδους, τότε διακαιούται ο κληρικός να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με αυτόν.
Όμως ακόμα και αυτός ο ΑΒ-15 δεν επιτρέπει γενικά την αλλαγή εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, αλλά προβλέπει απλώς ότι η διακοπή μνημοσύνου επισκόπου πριν από συνοδική καταδίκη δεν θεωρείται σχίσμα όταν ο επίσκοπος κηρύττει δημοσίως αίρεση ήδη καταδικασμένη από την Εκκλησία. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, ο κανόνας δεν θεσπίζει δικαίωμα αυθαίρετης υπαγωγής σε άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία.
Έχουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου η αυτόγνωμη απόσχιση από την οικεία εκκλησιαστική αρχή είχε σοβαρές κανονικές συνέπειες στους πρωτεργάτες της και στην ενότητα της Εκκλησίας:
Α. Το Βουλγαρικό Σχίσμα. Το 1860 οι Βουλγαρικές κοινότητες της Κωνσταντινούπολης με πρωτοβουλία Βουλγάρων επισκόπων θέλησαν να διακόψουν την κοινωνία με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στον οποίον υπάγονταν μέχρι τότε. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αντέδρασε έντονα και συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη το 1872 «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» με τη συμμετοχή και των άλλων Πατριαρχών (πλην του Ιεροσολύμων), στην οποία καταδίκασε την διακοπή της κοινωνίας και την απόσχιση των Βουλγαρικών κοινοτήτων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και καθαίρεσε τους πρωτεργάτες του τολμήματος. Κήρυξε δε τις κοινότητες αυτές σχισματικές, καθώς και την Εκκλησία της Βουλγαρίας που τις δέχθηκε!
Η ορισθείσα υπό της Συνόδου Επιτροπή περιγράφοντας τις αντικανονικές ενέργειες των επτά Βουλγάρων επισκόπων που πρωτοστάτησαν στην απόσχιση από τον οικείον επίσκοπον, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, σημειώνει: «έπεμψαν την από της εις τον οικείον πατριάρχην υποταγής παραίτησιν, τολμήσαντες αποστήναι της προς τον οικείον πατριάρχην κοινωνίας και σχίσμα ποιήσαι, παρά τον ανωτέρω καταστρωθέντα ιε΄κανόνα της ΑΒ΄Συνόδου. Διδάσκοντες δε τον λαόν τους οικείους επισκόπους αποδιώκειν, παρεκίνουν τους μεν πρεσβυτέρους και διακόνους πράττειν άνευ της γνώμης του επισκόπου παρά τον λθ΄ αποστολικόν» [4]
Στην ίδια έκθεση η Επιτροπή αναφερομένη στον πρωτεργάτη της κινήσεως επίσκοπο Μακαριουπόλεως Ιλαρίωνα γράφει: «Δ. Ο αυτός, επίσκοπος ων και οφείλων διδάσκειν τον λαόν την ευσέβειαν, τουναντίον δολιώτερος φερομενος, παρώτρυνε τους υπ΄ αυτόν εις αποσκίρτησιν από της προς την Εκκλησίαν αφοσιώσεως και υποταγής» [5].
Επίσης, η Επιτροπή στην ακροτελεύτιο παράγραφο της εκθέσεώς της αναφέρει επιστολή της Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, την οποία και υιοθετεί πλήρως: «Άνευ της συγκαταθέσεως της αυτού παναγιότητος και παρά την θέλησιν αυτής οι Βούλγαροι δεν δικαιούνται το παράπαν να λάβωσιν ή αποσπάσωσιν απ’ αυτής ό,τι επιδιώκουσιν. Ήττον δε δικαιούνται ν’ απαλλαγώσι της εκκλησιαστικής εξαρτήσεως ήτις συνδέει αυτούς μετά του υπερτάτου αυτών ποιμένος και αποσπασθώσιν απ’ αυτού αυτογνωμόνως, διότι το τοιούτον ήθελεν είσθαι Σχίσμα, και οι Βούλγαροι κατά τους κανόνας της Εκκλησίας ήθελον θεωρηθή αναποφεύκτως ως Σχισματικοί»[6].
Τέλος, στον Όρο της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» του 1872 αναγράφεται μεταξύ άλλων: «τους τολμώντας παραπηγνύναι καινοφανείς φυλετικάς παρασυναγωγάς κηρύττομεν, συνωδά τοις ιεροίς κανόσιν, αλλοτρίους της μιάς, αγάις, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, και αυτό δη τούτο ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ. Επομένως, τους αποσχίσαντας εαυτούς της ορθοδόξου Εκκλησίας, και ίδιον θυσιαστήριον πήξαντας, [και αναφέρει τα ονόματα των επισκόπων που αποσχίσθηκαν από το Πατριαρχείο] και πάντας τους κοινωνούντας και συμπράττοντας αυτοίς, και τους δεχομένους ως κυρίας και κανονικάς τας ανιέρους αυτών ευλογίας τε και ιεροπραξίας, κληρικούς τε και λαϊκούς, κηρύττομεν ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ και αλλοτρίους της του Χριστού ορθοδόξου Εκκλησίας» [7].
Για να γίνει έτι πλέον σαφής η σοβαρότητα του κανονικού αδικήματος της αυτόγνωμης απόσχισης από τον οικείο ποιμενάρχη σημειώνουμε ότι το σχίσμα με τη Βουλγαρική Εκκλησία σταμάτησε και αποκαστάθηκε η εκκλησιαστική κοινωνία της Εκκλησίας της Βουλγαρίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά από 73 χρόνια, το 1945!
Β. Πολύ χαρακτηριστική είναι και η κρίση που δημιουργήθηκε το 2004 μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Οι βόρειες περιοχές της Ελλάδος, οι Νέες Χώρες, όπως ονομάζονται, δηλαδή η Θράκη, η Μακεδονία και η Ήπειρος, υπάγονται εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1923, μετά τη Μικρασιαστική Καταστροφή, το Πατριαρχείο παραχώρησε υπό όρους μόνο τη διοίκησή τους στην Εκκλησία της Ελλάδος κρατώντας όμως την εκκλησιαστική δικαιοδοσία-κυριότητα επί των επαρχιών αυτών. Έτσι, ενώ υπάγονται στο Πατριαρχείο συμμετέχουν στην Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή την κανονική αταξία θέλησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος το 2004 να την τακτοποιήσει ώστε και οι Νέες Χώρες να υπαχθούν κανονικά στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Όμως το Πατριαρχείο δεν επέτρεψε να γίνει αυτό, δηλαδή να αποσχισθούν οι επαρχίες που υπάγονταν σε αυτό από τη δικαιοδοσία του. Έτσι δημιουργήθηκε πρωτοφανής εκκλησιαστική κρίση. Μάλιστα το Πατριαρχείο προχώρησε σε πολύ αυστηρά μέτρα εναντίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, φτάνοντας στο σημείο να συγκαλέσει «Μείζονα Αγία και Ιερά Ενδημούσα Σύνοδο» στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Απριλίου 2004 και να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χριστόδουλο διαγράφοντάς τον από τα Δίπτυχα!
Η Μείζων Αγία και Ιερά Ενδημούσα Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αιτιολογώντας την απόφασή της (αρ. πρωτ. 384) αναφέρει: «αι μνημονευθείσαι εκκλησιαστικαί επαρχίαι… των Νέων Χωρών… εξακολουθούν κατά διαφόρους βαθμούς εξαρτήσεως να παραμένουν κανονικόν έδαφος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία μέχρι τούδε δεν έχει εκχωρήσει εις άλλην Εκκλησίαν την επ’ αυτών πλήρη δικαιοδοσίαν, ούτε προτίθεται να εκχωρήση αυτήν. Ευρίσκονται πάσαι εν τοις κανονικοίς ορίοις της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως».
Καθίσταται λοιπόν απολύτως σαφές ότι από κανονικής απόψεως δεν επιτρέπεται η αυτόγνωμη και πραξικοπηματική απόσχιση από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία στην οποία υπάγεται μία επαρχία και η ένταξη σε άλλη δικαιοδοσία ή η αυτόγνωμη ανακήρυξη αυτοκεφαλίας, χωρίς την τήρηση της κανονικής εκκλησιαστικής τάξεως.
[1] ΑΒ-13: «Τὰς τῶν αἱρετικῶν ζιζανίων ἐπισπορὰς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ ὁ παμπόνηρος καταβαλών καὶ ταύτας ὁρῶν τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος τεμνομένας προῤῥίζους, ἐφ΄ ἑτέραν ἦλθε μεθοδείας ὁδόν, τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα μερίζειν ἐπιχειρῶν. Ἀλλὰ καὶ ταύτην αὐτοῦ τὴν ἐπιβουλὴν ἡ ἁγία σύνοδος ἀναστέλλουσα παντελῶς, ὥρισε τοῦ λοιποῦ, ἵνα, εἴ τις πρεσβύτερος ἢ διάκονος, ὡς δῆθεν ἐπὶ ἐγκλήμασί τισι τοῦ οἰκείου κατεγνωκὼς ἐπισκόπου, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως καὶ ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐπ' αὐτῷ τελείας κατακρίσεως ἀποστῆναι τολμήσοι τῆς αὐτοῦ κοινωνίας καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν ταῖς ἱεραῖς τῶν λειτουργιῶν εὐχαῖς, κατὰ τὸ παραδεδομένον τῇ Ἐκκλησίᾳ, μὴ ἀναφέροι, τοῦτον ὑποκεῖσθαι καθαιρέσει καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀποστερεῖσθαι τιμῆς. Ὁ γὰρ ἐν πρεσβυτέρου τάξει τεταγμένος καὶ τῶν μητροπολιτῶν ἁρπάζων τὴν κρίσιν καὶ πρὸ κρίσεως αὐτὸς κατακρίνων, ὅσον τὸ ἐπ' αὐτῷ, τὸν οἰκεῖον πατέρα καὶ ἐπίσκοπον, οὗτος οὐδὲ τῆς τοῦ πρεσβυτέρου ἐστὶν ἄξιος τιμῆς ἢ ὀνομασίας. Οἱ δὲ τούτῳ συνεπόμενοι, εἰ μὲν τῶν ἱερωμένων εἶέν τινες, καὶ αὐτοὶ τῆς οἰκείας τιμῆς ἐκπιπτέτωσαν, εἰ δέ μοναχοὶ ἢ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν παντελῶς τῆς ᾽Εκκλησίας, μέχρις ἄν, τὴν πρὸς τοὺς σχισματικοὺς συνάφειαν διαπτύσαντες, πρὸς τὸν οἰκεῖον ἐπίσκοπον ἐπιστραφεῖεν».
[2] ΑΒ-14: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἐγκλήματος πρόφασιν ποιούμενος κατὰ τοῦ οἰκείου μητροπολίτου, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἀποστήσει ἐαυτὸν τῆς πρὸς αὐτὸν κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ εἰθισμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος καθῃρημένον εἶναι· εἰ μόνον ἀποστὰς τοῦ οἰκείου μητροπολίτου σχίσμα ποιήσοι. Δεῖ γὰρ ἔκαστον τὰ οἰκεῖα μέτρα γινώσκειν καὶ μήτε τὸν πρεσβύτερον καταφρονεῖν τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου, μήτε τὸν ἐπίσκοπον τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου».
[3] ΑΒ-15: «Τὰ ὁρισθέντα ἐπὶ πρεσβυτέρων καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον καὶ ἐπὶ πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρὸς τὸν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέρει τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὡρισμένον καὶ τεταγμένον, ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας συνοδικῆς καὶ τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει, τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καὶ ταῦτα μὲν ὥρισται καὶ ἐσφράγισται περὶ τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων καὶ σχίσμα ποιούντων καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ' ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οἱ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
[4] Πρακτικά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει περί του εκκλησιαστικού βουλγαρικού ζητήματος, συγκροτηθείσης εν έτει σωτηρίω αωοβ, Κωνσταντινούπολις, σ. 55.
[5] Ό.π., σ. 53.
[6] Ό.π., σ. 58.
[7] Ό.π., σ. 92.
Читайте также
Η αυτόγνωμη απόσχιση από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία κατά το Κανονικό Δίκαιο
Του Πρεσβυτέρου Αναστασίου Γκοτσόπουλου, Εφημερίου Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
Καθηγητής Β. Στοϊκόφσκι: «Υβριδικός πόλεμος κατά της Σερβικής Εκκλησίας»
Η ετυμηγορία κατά του Πατριάρχη Πορφύριου, η οποία εκδόθηκε στη Σλοβενία, προκάλεσε δημόσια κατακραυγή και βίαιες αντιδράσεις.
Α΄Σταυροφορία: Το νέο πρόσωπο της Δύσης στο κατώφλι της β’ χιλιετίας
Η Πρώτη Σταυροφορία τροφοδοτήθηκε από έναν συνδυασμό κινήτρων, όπου η θρησκευτική πίστη αναμείχθηκε εκρηκτικά με την ανάγκη για εδαφική και οικονομική επέκταση.
Η Αγ. Ευφημία και η Δ΄Οικουμενική Σύνοδος: θεσμός και χάρισμα
Η εκκλησιαστική μας παράδοση θέλει την Αγ. Μεγαλομάρτυρα Ευφημία να επιβεβαιώνει τη δογματική απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου, Εφημερίου Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
Ουκρανία: Η προδοσία του Ζελένσκι, το ξένο δάκτυλο και η ένοχη σιωπή των διεθνών ΜΜΕ
Η πολιτική μεταστροφή του Κιέβου, ο ρόλος των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο εκκλησιαστικό σχίσμα, και η λογοκρισία της Δύσης μπροστά στο δράμα των πιστών της UOC.
Ουκρανία: «Βιώνουμε αδιανόητες θρησκευτικές διώξεις στην Ευρώπη του 21ου αιώνα»
Συγκλονιστική μαρτυρία Ουκρανού δημοσιογράφου στο ραδιόφωνο «Ζοράνα» για τις βίαιες καταλήψεις ναών, τις κατεδαφίσεις με μπουλντόζες και τους διωγμούς πιστών της UOC.