Ο προβληματισμός για τον Ζ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ο προβληματισμός για τον Ζ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ο κατ’ εξοχήν κανόνας που επικαλούνται κατά κύριο λόγο οι νέοι κανονολόγοι ως προς την άσκηση της οικονομίας, είναι ο Ζ΄ (7ος) της Β΄ Οικουμενικής (και ο 95ος της Πενθέκτης που ουσιαστικά τον επαναλαμβάνει). Στη σύγχρονη πρακτική παρατηρείται ότι ο κανόνας αυτός χρησιμοποιείται αφειδώς και απροϋπόθετα για όλους τους αιρετικούς ως είδος “κολυμβήθρας του Σιλωάμ”, που άκομψα οικονομεί τους πάντες, δίχως να λαμβάνεται υπόψιν ούτε το γράμμα αλλά ούτε και το πνεύμα του κανόνα. Έχει επικρατήσει η λανθασμένη άποψη ότι ο κανόνας αυτός είναι ο “κανόνας της οικονομίας” και με αυτό το σκεπτικό παραπέμπεται αλόγιστα ως κανονικό στήριγμα αθεμελίωτων προτροπών, ιδίως δε σε περιβάλλοντα οικουμενικών συγκλήσεων. Έτσι, αναφέρεται αδόκιμα, αυθαίρετα και αλόγιστα για όλα τα ζητήματα που επιθυμείται να ασκηθεί (απροϋπόθετη) οικονομία, και μάλιστα ακόμη και για περιπτώσεις με τις οποίες ο κανόνας δεν έχει απολύτως καμία σχέση, όπως είναι επί παραδείγματι το ζήτημα της αποδοχής ιερωσύνης εξ αιρέσεως, δεδομένου ότι ο κανόνας αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στο μυστήριο του βαπτίσματος, έχοντας ουδεμία σχέση με αυτό της ιερωσύνης. Δείγμα και αυτό του αντιεπιστημονικού και αντιεκκλησιαστικού τρόπου χρήσης των κανόνων.
Ως προς την ουσία του 7ου κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Αρχικά ο κανόνας αυτός δεν αναφέρεται μόνον σε ομάδες αιρετικών που δύνανται να οικονομηθούν, αλλά και σε άλλες που δεν οικονομούνται, και επομένως επιβάλλεται η ακρίβεια της βάπτισης. Αυτό σημαίνει ότι ο κανόνας αναφέρεται σε εμπροϋπόθετη και όχι απροϋπόθετη οικονομία, και συνεπώς δεν είναι μονομερώς ο «κανόνας της οικονομίας». Οι ομάδες αιρετικών που οικονομούνται και γίνονται δεκτές μόνο με λίβελλο πίστεως και χρίσμα, είναι ομάδες που ευρίσκοντο ως συνοδικώς ακατάκριτες, οι οποίες όμως κατεκρίθησαν ως αιρέσεις από αυτήν την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ῥῖνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στις ομάδες αυτές έγινε δεκτό το βάπτισμα διότι τελέσθηκε κατά τον τύπο και την επίκληση της Εκκλησίας και μάλιστα από μη καθηρημένους -εισέτι- ιερείς. Οι ομάδες των Ομοίων και Ομοιουσιανών (ημιαρειανοί) ονομάζονταν και αυτές ως αρειανικές, όχι διότι ταυτίζονταν με την καταδικασμένη αίρεση του Αρείου, αλλά διότι, έχοντας υιοθετήσει ως εκκινούσα ερμηνευτική αρχή την ταύτιση των όρων «ουσία» και «υπόσταση», δεν αποδέχονταν τον όρο «ομοούσιος» διότι τον αντιλαμβάνονταν ως όρο που κατέλυε την Τριαδικότητα του Θεού· είτε ως «ομοϋπόστατος», δηλαδή ως την συναλοιφή των τριών υποστάσεων σε μία (στην περίπτωση που τονιζόταν η μία φύση ως μία υπόσταση), είτε ως διαίρεση των υποστάσεων λόγω ετερουσιότητας αυτών (στην αντίστροφη ερμηνεία των τριών υποστάσεων ως τριών διαφορετικών φύσεων), δεδομένα που θεωρούσαν ότι τους ταυτίζουν με την αίρεση του Σαβελλίου ή του Ευνομίου (Ανόμοιοι) αντίστοιχα, πράγμα το οποίο και προσπαθούσαν να αποφύγουν. Οι δε Μακεδονιανοί Πνευματομάχοι, για το χρονικό πλαίσιο που εξετάζουμε, δεν έχουν εισέτι συνοδικά καταδικασθεί από Γενική Σύνοδο (συνοδικώς ακατάκριτοι αιρετικοί έχοντες υποστατά μυστήρια)· αυτοί αντιμετωπίζονται και καταδικάζονται τελεσιδίκως από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο του 381, όπου η Εκκλησία τελικά διασάφησε το περιεχόμενο των ανωτέρω φιλοσοφικών όρων (φύση-υπόσταση), δίδοντας σε αυτούς σαφές θεολογικό περιεχόμενο.
Περαιτέρω, πέραν των ήδη κεκριμένων αιρετικών, υπήρχαν κι άλλες ομάδες συνοδικώς ακατάκριτων αιρετικών, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να οικονομηθούν. Πρόκειται για τις ομάδες εκείνες, οι οποίες, λόγω των ακραίων αρειανικών τους θέσεων, είχαν παραλλάξει είτε τον τύπο του βαπτίσματος (μονή κατάδυση) είτε την επίκληση των ονομάτων των θεαρχικών υποστάσεων, τις οποίες δεν δέχονταν και δεν πίστευαν ως ομοούσιες (Εὐνομιανοὺς μέν τοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστὰς τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαββελλιανοὺς τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῆς Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι)· πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς· τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους, εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν). Το σημαντικότερο όμως είναι ο τρόπος της διατύπωσης κατά την έναρξη του κανόνα: «Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν». Ο κανόνας αναφέρει ότι ο τρόπος αποδοχής που εμπεριέχεται δεν είναι κάτι έκτακτο αλλά “ὑποτεταγμένη ἀκολουθία καὶ συνήθεια”, δεδομένο το οποίο προδίδει την πρόθεση συνοδικής κατοχύρωσης της πάγιας πρακτικής της Εκκλησίας, η οποία θεμελιούται στην σαφή διάκριση ακατάκριτων και κεκριμένων αιρετικών από την μία, και στην διατήρηση των λειτουργικών τύπων (επίκληση, τριττή κατάδυση), από την άλλη.
Σε αυτό το πλαίσιο και επί τη βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ο κανόνας οικονομεί διά λιβέλλου και χρίσματος τις αντίστοιχες ομάδες, τις οποίες αναφέρει ρητά και ονομαστικά, ενώ τις υπόλοιπες τις χαρακτηρίζει ως ανοικονόμητες (πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα), για τις οποίες επιβάλλεται ο (ανα)βαπτισμός. Επιπρόσθετα κάνει λόγο για “προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν”. Στην διατύπωση αυτή υποκρύπτεται σαφώς η περί ορίων της Εκκλησίας διδασκαλία και ο σωτηριώδης χαρακτήρας της Μίας Εκκλησίας, διατύπωση η οποία φανερώνει τον αποκλειστικό (και όχι περιεκτικό) χαρακτήρα της εκκλησιολογίας. Οι κατεγνωσμένοι αιρετικοί βρίσκονται εκτός των ορίων της Εκκλησίας και συνεπώς εκτός της σωτηρίας, ενώ η Εκκλησία εξετάζει τον τρόπο προσδοχής αυτών στην σωτηριώδη ενότητα πίστεως και κοινωνίας των χαρισμάτων του αγ. Πνεύματος. Με βάση τις σύγχρονες εκκλησιολογικές θεωρήσεις κατά τις οποίες αποφεύγεται η χρήση του όρου «αιρετικός», η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος θα έπρεπε να δεχθεί όλες τις ομάδες των αιρετικών μονότροπα και μόνο με χρίσμα, απλά και μόνον επειδή είχαν «τριαδική επίκληση» στο βάπτισμα. Βλέπουμε όμως ότι η Β΄ Σύνοδος έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις δίχως να καταλύει τα εκκλησιολογικά όρια και τους εξ’ αυτών θεμελιώδεις εκκλησιολογικούς άξονες, διακρίνοντας τους αιρετικούς σαφώς σε χριστέους και βαπτιστέους.
Το ανωτέρω αποτελεί ένα σπουδαίο διακριτικό στοιχείο του πώς ορίζεται η οικονομία στην διαχρονία της συνοδικής πράξης και πώς στη σύγχρονη πρακτική των ενωτικών ζυμώσεων, της υποβόσκουσας οικουμενικής θεολογίας και της συναφούς “περιεκτικής εκκλησιολογίας”. Η οικονομία ασκείται στην Εκκλησία επί τη βάσει των ορίων της. Έχοντας ως δεδομένο ότι οι σχισματικοί και οι συνοδικώς κεκριμένοι αιρετικοί βρίσκονται εκτός αυτής, θέτει όρους και κριτήρια προκειμένου να τους προσλάβει και να τους καταστήσει ως γνήσια μέλη του σώματος του Χριστού.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο χώρος των σύγχρονων ενωτικών στερείται σοβαρών θεολόγων, οι οποίοι να χαρακτηρίζονται αφενός από πιστότητα προς την παράδοση της Εκκλησίας και αφετέρου από ποιότητα ως προς τον επιστημονικό χαρακτήρα της γραφίδας τους. Ο ιδιοτελής τρόπος χρήσης των πηγών προς υποστήριξη λήψεως του ζητουμένου δεν παραπέμπει ασφαλώς σε σοβαρούς επιστήμονες αλλά μάλλον σε ημιμαθείς εντολοδόχους.
Βασιλείου Ι. Τουλουμτσή, υπ. δρ Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.
Προηγουμένως η ΕΟΔ είχε γράψει γιατί ο «ΠΑΠΑΣ» ΛΕΩΝ υποβάθμισε τα σεξουαλικής φύσεως αμαρτήματα.
Читайте также
Στις 19 Σεπτεμβρίουν η εθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Καναδά Αποστόλου
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος διόρισε αρχιερατικό επίτροπο και πρόεδρο επιτροπής ενθρονίσεως εν όψει της τελετής στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Νικολάου.
Πλήθος πιστών στη Χρυσολεόντισσα Αίγινας με τον Μητροπολίτη Εφραίμ
Η ακολουθία τελέστηκε με αφορμή τα ονομαστήρια της καθηγουμένης Γερόντισσας Ευπραξίας, παρουσία πλήθους πιστών.
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας λειτούργησε σε νεοανεγερθέντα Ναό της Αγίας Άννης
Ο Σεβασμιώτατος Νεκτάριος αναφέρθηκε στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως και στην προστασία της Αγίας Άννης προς τα άτεκνα ζευγάρια.
Ο προβληματισμός για τον Ζ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου
Η προχειρότητα επίκλησης του Ζ' Κανόνα από πλευράς των σύγχρονων ενωτικών - υπό του Βασιλείου Ι. Τουλουμτσή, υπ. δρ Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.
Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο Αγιοταφιτών πατέρων στα Ιεροσόλυμα
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄ παρέστη στη Θεία Λειτουργία επί του Γολγοθά για τους Αρχιμανδρίτες Ιλαρίωνα και Σέργιο.
Ο Ερυθρός Σταυρός ενημέρωσε 200 κατασκηνωτές για την ασφάλεια στο νερό
Περίπου 200 παιδιά της 5ης και 6ης Δημοτικού συμμετείχαν στην ενημερωτική δράση στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων.