Η αποκαλυπτική εισήγηση του Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη για τον Οικουμενισμό

Η αποκαλυπτική εισήγηση του Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη για τον Οικουμενισμό - Φωτογραφία: ΕΟΔ

Οικουμενισμός: Ιστορία-Θεολογία-Προβληματισμοί

Εισήγηση περί των ένοχων απαρχών του ΠΣΕ - Η Ορθόδοξη Απάντηση.

Υπό γ. Παϊσίου Μοναχού Καρεώτου (κελί Αγίων Αρχαγγέλων) 

Η παρούσα εισήγηση προσφέρει μια ορθόδοξη κριτική επί της Οικουμενικής κίνησης, αποδεικνύοντας ότι αυτή δεν ξεκίνησε ως γνήσια εκκλησιαστική πρωτοβουλία, αλλά ουσιαστικά ως ένα κοινωνικοπολιτικό εργαλείο ελέγχου των (πρώτιστα αμερικανικών προτεσταντικών) εκκλησιών, που προωθήθηκε κυρίως από τον Αμερικανό βιομήχανο Ροκφέλερ (αλλά και άλλους, όπως ο μεγαλοτραπεζίτης Μόργκαν). Ο Ροκφέλερ υποστήριξε οικονομικά και οργανωτικά εκκλησιαστικούς και θρησκευτικούς οργανισμούς (YMCA(Χ.Ε.Ν.), IWM, IMC κ.α.) ώστε να προωθήσουν ιδέες και πρακτικές που ήταν απαραίτητες για την αναμόρφωση της αμερικανικής κοινωνίας, στα πρότυπα αυτού που πλέον ονομάζουμε “αστική, καταναλωτική κοινωνία”, και που στις πρώτες δεκαετίες του 20ου Αιώνα, θεμελιωνόταν. Στόχος ήταν η εξασθένηση του παραδοσιακού προτεσταντικού πνεύματος του (αντίθετου προς το πνεύμα του καταναλωτισμού) ευσεβισμού και της δογματικής ακρίβειας. Η επίδραση του μεγάλου τραπεζικού/βιομηχανικού κεφαλαίου, εκτείνεται έως και στην ίδρυση του ΠΣΕ, το οποίο εξ αρχής χρησίμευσε στην διάδοση των αμερικανικών φιλελεύθερων αξιών, και του συναφούς φιλελεύθερου, ανομολογιακού, προτεσταντικού πνεύματος, πρώτιστα στην καταστρεμένη από τον πόλεμο Ευρώπη, εξασφαλίζοντας την αμερικανική ηγεμονία και στον τόσο ζωτικό χώρο της θρησκείας, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Καθώς ο Οικουμενισμός σχετικοποιεί την αίρεση ως απλά κάτι το «διαφορετικό», αποδεχόμενος όλα τα βαπτίσματα ως ισότιμα, η Ορθόδοξη απάντηση δεν άργησε να έρθει, προλαβαίνοντας το κακό: η Ορθόδοξη πανορθόδοξη Σύνοδος της Μόσχας καταδίκασε τον Οικουμενισμό ως επικίνδυνη ετεροδιδασκαλία, χαράσσοντας την ευδιάκριτη γραμμή μεταξύ πλάνης και αληθείας, Ορθοδοξίας και αιρέσεως.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο όρος «Οικουμενισμός» είναι ευρύτερα γνωστός, περισσότερο κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Υπάρχει όμως μία ποικιλία διαφορετικών κατανοήσεων, αλλά και αξιολογήσεων αυτής της διεκκλησιαστικής κίνησης. Ως απαρχή της κινήσεως του Οικουμενισμού, πολλοί θεωρούν την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) το 1948. Εκ προοιμίου, να σημειώσω, ότι ένα μόλις μήνα πριν ιδρυθεί το ΠΣΕ, τον Αύγουστο του 1948 στο Άμστερνταμ, υπήρξε διορθόδοξη συνοδική καταδίκη του Οικουμενισμού, από την συντριπτική πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών -πλην τριών- στη Μόσχα . Είναι πάντως ενδιαφέρον να δούμε ποιοι έδωσαν την αρχική ώθηση τον Οικουμενισμό, για ποιος λόγους το έκαναν, κυρίως όμως, ποιοι τον χρηματοδότησαν αφειδώς ώστε να γιγαντωθεί. Γι' αυτό πρέπει να κατανοήσουμε το ιστορικό περιβάλλον στο οποίο κυοφορήθηκε. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Σε όλο τον 19ο αι. η λέξη «φιλελευθερισμός» ήταν η έννοια κλειδί που τον καθόρισε. Γέννημα του Διαφωτισμού που απλώθηκε σε όλη την πολύμορφη πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής και έφερε μία κατάρρευση των παραδοσιακών αξιών. Είναι λοιπόν εξαιρετικά κρίσιμη, η ευρύτερη σημασία που αποκτούν με τον «φιλελευθερισμό», οι ιστορικοί ιδεολογικοπολιτικοί μετασχηματισμοί, στην περίοδο που ανοίγεται μετά την εμφάνιση του Διαφωτισμού στην Ευρώπη πρώτα και μετά στην Αμερική, καθώς και των νέων ισορροπιών που αυτός έφερε. Το νέο που ανέτειλε και που αποτέλεσε απειλή στη ζωή της Εκκλησίας, ήταν η εκκοσμίκευση που έφερνε ο Διαφωτισμός εντός των έως τότε παραδοσιακών ιεραρχικών κοινωνικών σχέσεων, που ορίζονταν σταθερά από έναν θρησκευτικής υφής Κόσμο.

Ο «φιλελευθερισμός» διαπότισε την πολιτική, κοινωνική, οικονομική, νομική και φιλοσοφική θεωρία. Ειδικά, όμως ως οικονομική θεωρία έπαιξε σημαντικό ρόλο, διότι με την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου, αλλάζει σύνολη την κοινωνία και οι αξίες που την χαρακτηρίζουν. Μη ξεχνάμε ότι τέλη του 19ου αι. και αρχές του 20ου, έχουμε στις ΗΠΑ την ανάπτυξη της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης με μεγάλες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Συνεχώς καταφθάνουν από την Ευρώπη οικονομικοί μετανάστες γιά τις εργατικές ανάγκες των βιομηχανιών. Παράλληλα μεταφέρουν και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, που κυρίως είναι προτεσταντικών αποχρώσεων. Αναβαπτιστές, Κουάκεροι, Λουθηρανοί, Μορμόνοι, Καλβινιστές, Αγγλικανοί, Μεθοδιστές και πολλοί άλλοι. Όλοι αποτελούσαν μικρές κλειστές κοινωνίες, με τάξη και αυστηρές αρχές. Στους μεν ήταν κάποιος πιστός, στους άλλους αιρετικός. Όσες οι συνοικίες, τόσα και τα δόγματα.

Η εκκοσμίκευση –και συγκεκριμένα o θεολογικός νεωτερισμός– δεν ήταν απλώς πνευματική εξέλιξη, αλλά στοχευμένος μηχανισμός προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Μετέτρεψε τις Προτεσταντικές εκκλησίες από δογματικά κλειστές -“απηρχειωμένες”- ομολογίες, σε σύγχρονες “ανοικτές” αστικές κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την κοινωνική ειρήνη, καθιστώντας τες ικανές να διαχειρίζονται την κοινωνική αστάθεια που προκαλούσε η ταχεία και ανεξέλεγκτη βιομηχανική ανάπτυξη, κάτι πολύ βολικό για το Σύστημα. Η «κοινωνική ειρήνη» δεν προωθούνταν επομένως ως ανθρωπιστικό ιδανικό, ή έμπρακτη χριστιανική αγάπη, αλλά ως οικονομική προϋπόθεση: χωρίς αυτήν, η ελεύθερη αγορά και οι τεράστιοι μονοπωλιακοί όμιλοι (τα τραστ, αγγλ. trusts), μέσω της αδηφάγου κερδοσκοπικής πλεονεξίας τους, θα απειλούνταν. Στις εργατικές παραγκουπόλεις των αρχών του 20ου Αιώνα, όπου η ακραία φτώχεια ήταν ο κανόνας, το κοινωνικό έδαφος ήταν όντως εκρηκτικό, και αυξανόταν από τις συχνές οικονομικές κρίσεις, που έφερνε τότε η διαδικασία σχηματισμού των τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων. Ακριβώς γι αυτούς τους λόγους, εμφανίστηκαν δύο κινήσεις το λεγόμενο “Κοινωνικό Ευαγγέλιο” και ο Οικουμενισμός, που αναδιάρθρωσαν εκ βάθρων τις Προτεσταντικές Εκκλησίες, ώστε να ευθυγραμμιστούν με το καινούργιο που έφερνε η νέα οικονομία στην Αμερική.

Τότε πρωτεμφανίζεται και η λεγόμενη “φιλανθρωπία” των μεγάλων Αμερικανών ολιγαρχών του πλούτου, που ασκείται μέσω ιδρυμάτων με πρώτο και κυριότερο, το Ίδρυμα Rockefeller (1913). Αυτού του είδους η “φιλανθρωπία”, δεν είχε τίποτε το χριστιανικό ή το ανιδιοτελές. Χρηματοδότησε επί τούτου και συστηματικά θεολογικές σπουδές και οικουμενικές πρωτοβουλίες με έναν σαφή στόχο: τη διαμόρφωση μιας ενιαίας Προτεσταντικής συνείδησης, απαλλαγμένης από κάθε είδους διομολογιακών τριβών ή προσήλωσης στο δόγμα. Η θρησκεία δεν απορρίφθηκε· απλώς επαναπροσδιορίστηκε. Στο επίκεντρο τέθηκαν η ηθική συμπεριφορά και η ατομική πνευματικότητα, ενώ οι αυστηρές ομολογιακές διατυπώσεις υποχωρούσαν σε δεύτερο πλάνο. Όπως χαρακτηριστικά τονιζόταν, «η θεολογία δεν ταυτίζεται πλέον με τη θρησκεία»· αρκούσε η πίστη, ιδιωτική, επομένως και μη ενοχλητική, για την καταναλωτικά προσανατολιζόμενη αγορά. Μια αγορά όπου ο ασκητικός χριστιανικός βίος ήταν απλώς απορριπτέος, καθότι την κατέστρεφε… Ήταν η απαρχή της πλουραλιστικής-ανεκτικής κοινωνίας που σήμερα ζούμε. Μιας άθεης και υλιστικής κοινωνίας.

Αυτή η προσαρμογή ήταν στην πραγματικότητα η θεολογική έκφραση του (ψευδο)προοδευτισμού: επιδίωκε κοινωνική αρμονία μέσω της εξουδετέρωσης της θρησκευτικής ομολογιακής ταυτότητας, και αποτελούσε ένα κρίσιμο στοιχείο στην αναμορφωμένη κοσμικού τύπου κοινωνία, επιτυγχάνοντας κοινωνική ειρήνη που εξυπηρετούσε πρώτα απ’ όλα την αδιάλειπτη και απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας, όπως ακριβώς επιθυμούσαν οι μεγαλο-ολιγάρχες.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΥ (1890–1930)

Ως απαραίτητη προεργασία εκ μέρους των Σχεδιαστών της νέας Χριστιανικής πνευματικότητας, που λειτούργησε ως βάση για τις κατοπινές εξελίξεις, εντάσσεται η θεολογική σύγκρουση που ξεσπά στα τέλη του 19ου αιώνα μεταξύ των «Παραδοσιακών» και των «Φιλελεύθερων Νεωτεριστών». Αρχικά περιορισμένη στη Μεθοδιστική Εκκλησία, η διαμάχη επεκτείνεται ραγδαία σε όλες τις κύριες προτεσταντικές ομολογίες των ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1920-1930. Το αποκορύφωμα αυτό ήταν η συνέπεια μιας μακροχρόνιας διαπάλης (1890–1910), η οποία είχε ως άξονα την απόρριψη των δογματικών σημείων που διαφοροποιούσαν τους Μεθοδιστές από τις λοιπές ομολογίες. Οι Νεωτεριστές επιδίωκαν έναν θεολογικό-δογματικό μινιμαλισμό, προσαρμόζοντας την πίστη στις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και στις ηθικές πιέσεις της που επέφερε ο προελαύνων καταναλωτισμός, με στόχο τον «εκσυγχρονισμό» του αμερικανικού Προτεσταντισμού.

Στόχος των Νεωτεριστών ήταν η επανερμηνεία του Ευαγγελίου υπό το πρίσμα της νεώτερης επιστήμης και φιλοσοφίας, καθώς και η ελευθερία επιλογής όσον αφορά κεντρικά δογματικά σημεία (όπως η εκ παρθένου γέννηση του Χριστού). Αντιθέτως, οι Παραδοσιακοί —ονομαζόμενοι «Φονταμενταλιστές» από τους αντιπάλους τους— κατηγορήθηκαν για οπισθοδρομικότητα και μισαλλοδοξία, καθώς απέρριπταν τη δογματική ποικιλομορφία. Ωστόσο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930, οι φιλελεύθεροι είχαν κερδίσει τη μάχη: ελέγχοντας τις πανεπιστημιακές θεολογικές σχολές, τους εκδοτικούς οίκους και τις ιεραρχίες των μεγάλων εκκλησιών. Οι Φονταμενταλιστές αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τα μεγάλα Πανεπιστήμια και τις αντίστοιχες θεολογικές σχολές, ιδρύοντας δικά τους, μικρότερης σημασίας.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ RΟCKEFELLER KAI TO YMCA (Χ.Ε.Ν.) ΩΣ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Κεντρικός άξονας αυτής της νίκης ήταν η τεράστια επιρροή του John D. Rockefeller Jr., κυρίως μέσω της χρηματοδότησης της Χριστιανικής Ένωσης Νέων (YMCA). Η ΧΕΝ (YMCA), με τα παραρτήματά της, που κάλυπταν την Αμερική, την Ευρώπη, τη Ρωσία, τα Βαλκάνια και την Ασία, αποτελούσε τον κινητήριο μοχλό των Νεωτεριστών. Μέσω του ελέγχου στα πανεπιστήμια και της δημιουργίας της Διεκκλησιαστικής Παγκόσμιας Κίνησης (Interchurch World Movement - IWM), διαμορφώθηκε για πρώτη φορά ένας υπερ-ομολογιακός οργανισμός που συσπειρώνε τις νεωτεριστικές δυνάμεις.

Το φιλελεύθερο πνεύμα του Οικουμενισμού βρήκε τότε έναν πανίσχυρο προστάτη και ανθρώπους σε καίριες θέσεις, ικανούς να διαμορφώσουν τους συσχετισμούς δύναμης υπέρ της επικράτησής τους. Πρωταγωνιστής αυτής της στρατηγικής ήταν ο John Mott (1865–1955), ο «πατέρας της Οικουμενικής Κίνησης». Μεθοδιστής ο ίδιος, ο Mott διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και Πρόεδρος της Χ.Ε.Ν. (του YMCA), ιδρυτής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Φοιτητικών Χριστιανικών Ενώσεων (WSCF), πρόεδρος του Συνεδρίου του Εδιμβούργου (1910, που αποτελεί την επίσημη απαρχή της Οικουμενικής Κίνησης), και του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (IMC, 1921). Επίσης αποτέλεσε μέλος της ηγεσίας του συνεδρίου «Ζωή και Έργο» της Οξφόρδης το 1937 (το οποίο το 1948 ενσωματώθηκε ως η αντίστοιχη Επιτροπή στο ΠΣΕ), και έγινε τέλος αντιπρόεδρος της προσωρινής επιτροπής του ΠΣΕ.

Το «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΚΑΙ Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟ  ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ειδικότερα, η ΧΕΝ (το YMCA) πού έλεγχε ο Mott, ενσάρκωνε το πλέον φιλελεύθερο πνεύμα στον αμερικανικό Προτεσταντισμό και έγινε το διεθνές όχημα προώθησης των δύο κεντρικών αξόνων του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού: του “Κοινωνικού Ευαγγελίου” (Social Gospel) και του Οικουμενισμού. Στις καταστατικές Αρχές του (Παρίσι 1855), καταγράφηκε η δογματική του πεποίθηση ότι οι χριστιανικές εκκλησίες είναι ενωμένες και η ΧΕΝ (YMCA) αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης αυτής της ενότητας! Ως δε Κοινωνικό Ευαγγέλιο, εννοούμε την προτεσταντική θεώρηση της εφαρμογής ευαγγελικών κανόνων στην εργασία. Στις ΗΠΑ ιδιαιτέρως, ουσιαστικά έως και την δεκαετία του 1930, οι ανάγκες που κάλυπτε το Κοινωνικό Ευαγγέλιο ήσαν τεράστιες: ευρεία χρήση παιδικής εργασίας, ανυπαρξία κρατικής πρόνοιας, ανυπαρξία εργατικής νομοθεσίας, ανυπαρξία ιατρικής περίθαλψης. Διότι, ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ενώ αρχικά προϋποθέτει ΙΣΟΝ αγώνα μεταξύ των ατόμων, δεν είναι παρά ένα κατά συνθήκη ψεύδος, επειδή στην πράξη ενισχύονται ΜΟΝΟ τα πανίσχυρα οικονομικά μονοπώλια που ελέγχουν τα πάντα.

Η ΧΕΝ (YMCA) εργαζόταν έτσι άοκνα, μαζί με άλλες εκκλησιαστικού χαρακτήρα οργανώσεις (πχ Στρατός Σωτηρίας) παρέχοντας ανακούφιση στις εργατικές μάζες, και το κυριότερο: επιτυγχάνοντας την πολυπόθητη κοινωνική ειρήνη που απαιτούνταν από το Κεφάλαιο και που χρηματοδοτούσε την δράση της ΧΕΝ (YMCA), ώστε να μη διακοπεί την κρίσιμη εκείνη εποχή (1880-1920) η διαδικασία μετασχηματισμού των μεγάλων εταιρειών σε μονοπωλιακούς ομίλους. Στο σημείο αυτό ακριβώς έγκειται η διαπλοκή μεταξύ των Ολιγαρχών του πλούτου, των εκκλησιαστικών οργανώσεων και των προσώπων που ηγούνταν αυτών. Για την εποχή που συζητάμε (1900-1930), η πλέον γνωστή σχέση, ήταν αυτή του Mott με την οικογένεια Rockefeller (Ροκφέλερ), ιδιοκτήτριας της μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας του Κόσμου, της Standard Oil (Στάνταρτ Όϊλ). Ο Mott, από την θέση του ως ηγέτης της ΧΕΝ (YMCA), καθοδήγησε, συνεργαζόμενος στενά με τους Rockefeller (πατέρα και υιό), στην απομόνωση ριζοσπαστικών στοιχείων εντός του Κινήματος του Κοινωνικού Ευαγγελίου (που ζητούσαν περισσότερα εργατικά δικαιώματα που η εργοδοσία δεν ήθελε να παραχωρήσει), όπως επίσης, εργάστηκε στην προσαρμογή και διαμόρφωση των όρων μετατροπής του Προτεσταντισμού στις ΗΠΑ, προς την φιλελεύθερη κατεύθυνση, που σήμαινε την εκκοσμίκευσή του, καθιστώντας τον με αυτόν τον τρόπο ανταγωνιστή στις σοσιαλιστικές ιδέες που στις αρχές του 20ου Αιώνα, ήσαν πολύ διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων φτωχών μεταναστών, και που προκαλούσαν τρόμο στους εργοδότες.


Η ΔΙΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ (IWM) ΩΣ «ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ»

Ειδικότερα, ο ρόλος του Rockefeller υιού στην διαμάχη ήταν τεράστια. Πρώτιστα μέσω της σταθερής χρηματοδότησης της ΧΕΝ(YMCA), που αποτέλεσε κινητήριο μοχλό των Νεωτεριστών στην διαμάχη, μέσω του ελέγχου που ασκούσε στα πανεπιστήμια. Η σημασία που έδινε ο Ροκφέλερ στην Κίνηση ήταν τεράστια. Επικοινωνώντας δε, με πλούσιους φίλους του, ζήτησε την οικονομική τους αρωγή στην ενίσχυση της Δι-εκκλησιαστικής Παγκόσμιας Κίνησης (IWM), και όχι των διάφορων προτεσταντικών εκκλησιών ξεχωριστά, διότι, όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε έναν πλούσιο φίλο του:

“Δεν γνωρίζω κανένα καλύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για έναν επιχειρηματία, για την ασφάλεια των επενδύσεών του, την ευημερία της χώρας και τη μελλοντική σταθερότητα της κυβέρνησής μας, από αυτό το Κίνημα.”

Η Διεκκλησιαστική Παγκόσμια κίνηση, αποδείχθηκε ότι ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που υποστήριξε, διεύρυνε και καθοδήγησε την διασπορά της διαμάχης των Παραδοσιακών με τους Νεωτεριστές Φιλελεύθερους, πέραν των αρχικών ορίων της, πέραν δηλαδή της Πρεσβυτεριανής εκκλησίας, στο σύνολο των μεγαλυτέρων Προτεσταντικών εκκλησιών των ΗΠΑ. Ουσιαστικά λειτούργησε ως ο άμεσος πρόδρομος του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), αποτελώντας την προετοιμασία του εδάφους για το επόμενο -μεγαλύτερο- βήμα. Ουσιαστικά ήταν ένας μεταβατικός μηχανισμός που διερεύνησε και κατεύθυνε τις υπάρχουσες δυνατότητες για ένωση, μεταξύ των προτεσταντικών εκκλησιών, ενώ συντόνισε δράσεις και πρωτοβουλίες, έχοντας συγκεντρώσει σε έναν ενιαίο φορέα, τους προθύμους από τις επί μέρους εκκλησίες, δηλαδή όσους εμφορούνταν από το Οικουμενιστικό πνεύμα και τη τόσο χρήσιμη, για τον Ροκφέλερ και την Τάξη των Ολιγαρχών, νέα διδασκαλία του “Κοινωνικού Ευαγγελίου”.

Αναφορικά δε με τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά χαρακτηριστικά του Κινήματος, ο ίδιος ο Ροκφέλερ, εξηγούσε τον ρόλο του, ως εξής:

“Το Κίνημα δεν στοχεύει στην ίδρυση μιας υπερ–εκκλησίας, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά οι ίδιες οι εκκλησίες που συνεργάζονται μέσω αυτού του απλού μηχανισμού, τον οποίο οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει και ελέγχουν.”

Ο χαρακτηρισμός του Κινήματος ως “μηχανισμού”, είναι αποκαλυπτικός. Παραδόξως, ο ορισμός που δίνεται είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτόν που επίσημα εξακολουθεί να προβάλλεται έως και σήμερα από το ΠΣΕ και τους θιασώτες του, ότι το ΠΣΕ δεν είναι υπερ-εκκλησία…

Η υπερ-ομολογιακότητα των οργανισμών που χρηματοδοτούσε ο Ροκφέλερ, δεν ήταν απλά μία επιλογή, ήταν η βαθειά πεποίθηση της ανάγκης να αλλάξει ο Χριστιανισμός και να υπερβεί τις ομολογιακές, δογματικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, σε ομιλία που έδωσε στους φοιτητές μέλη της ΧΕΝ (YMCA), του πανεπιστημίου Brown, ήδη το 1894, ξεκαθάριζε ότι:

«Ένας Χριστιανός είναι Χριστιανός ανεξάρτητα από την εκκλησία στην οποία ανήκει».

Το Κίνημα, λοιπόν, στελεχωνόταν από ανθρώπους με το νέο ιεραποστολικό όραμα που έφερνε ο Οικουμενισμός μαζί με το Κοινωνικό Ευαγγέλιο, είχε στην ηγεσία του τον Mott, και το κυριότερο, είχε τεράστια άμεση χρηματοδότηση από τους Rockefeller. Οι ίδιοι άνθρωποι -όσον αφορά τις ΗΠΑ- στελέχωσαν το Διεθνές Ιεραποστολικό Συμβούλιο (IMC), που κατάφερε να δημιουργήσει ο Mott το 1921, υλοποιώντας τις αποφάσεις του Εδιμβούργου το 1910, σε έναν οργανισμό που διεθνοποίησε το νέο ιεραποστολικό πνεύμα του φιλελεύθερου Προτεσταντισμού και μετέφερε το νέο Αμερικανικό πνεύμα, εκτός των ΗΠΑ. Άλλωστε οι χρηματοδότες του νέου εγχειρήματος ήταν και πάλι τα ίδια πρόσωπα…

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ: Το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου

Όμως, η δράση της ΧΕΝ (YMCA) δεν περιοριζόταν στις ΗΠΑ. Εξ αρχής είχαν θέσει ως στόχο την Ρωσία. Πριν την επανάσταση του 1917, η παρουσία του και η ισχύς του εντός της Ρωσίας ήταν μεγάλη, έχοντας δημιουργήσει ένα τεράστιο δίκτυο σχέσεων με εκκλησιαστικούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Με την τελική επικράτηση της Επανάστασης, με τη φροντίδα της ΧΕΝ(YMCA), φιλόσοφοι και θεολόγοι, μεταφέρθηκαν αρχικά στην Πράγα και έπειτα στο Παρίσι, όπου με την αποκλειστική χρηματοδότηση του Ροκφέλερ, μέσω της ΧΕΝ(YMCA), ιδρύθηκε το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου. Εκεί διαμορφώθηκαν ο θεολογικός Περσοναλισμός και η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, τα οποία έγιναν το θεολογικό όχημα για τον Οικουμενισμό.

Οι χρηματοδότες του Αγίου Σεργίου είχαν την πεποίθηση ότι η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία θα ανατρεπόταν στο εγγύς μέλλον, και ήθελαν να έχουν μίαν διαμορφωμένη φιλελεύθερη οικουμενιστική Ρωσική Συνείδηση, όταν θα επέστρεφαν πίσω οι εκδιωχθέντες και θα έπαιρναν την εξουσία. Μία ανάλογη προσπάθεια γίνεται σήμερα στην Ουκρανία.

Ιδού λοιπόν γιατί ο Οικουμενισμός θριαμβεύει: διότι πανίσχυροι οικονομικοί παράγοντες, με τεράστια επιρροή και στη πολιτική, προσφέρουν αμέριστη υποστήριξη και πλούσια χρηματοδότηση στους οργανισμούς που τον προβάλλουν και στους ανθρώπους που τον προπαγανδίζουν. 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΣΕ:

Όπως ήδη ελέχθη, κατά τα προπολεμικά χρόνια, οι ΗΠΑ είχαν καθοριστική παρουσία εντός των τριών κύριων οικουμενικών οργανισμών: του Διεθνούς Ιεραποστολικού Συμβουλίου (IMC), του κινήματος «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order) και του κινήματος «Ζωή και Έργο» (Life and Work), έχοντας πρώτιστα τακτοποιήσει το «εσωτερικό μέτωπο»: τη φιλελεύθερη μορφή του Προτεσταντισμού στις ίδιες τις ΗΠΑ. Από το 1937, προετοιμάζονταν πια για τα επόμενα βήματα: το γραφείο του ΠΣΕ στη Νέα Υόρκη είχε ήδη αναλάβει το κύριο οικονομικό βάρος του υπό διαμόρφωση οργανισμού. Ο Ροκφέλερ παρείχε ξανά άμεση και γενναία χρηματοδοτική στήριξη, εξασφαλίζοντας έτσι την υλική βάση του εγχειρήματος.

Κάνοντας -αναγκαστικά λόγω έλλειψης χρόνου- ένα άλμα στην μετά τον Β΄ΠΠ κατάσταση, συναντάμε –όπως ήταν αναμενόμενο– τους ίδιους παράγοντες να εργάζονται για την ίδρυση του ΠΣΕ, η οποία επετεύχθη τελικά το 1948. Πρώτος Γενικός Γραμματέας ορίστηκε ο Δρ. Βίσερ τʼ Χούφτ (Dr. Visser ’t Hooft), ο οποίος παράλληλα συνέχιζε να υπηρετεί ως γραμματέας της Παγκόσμιας Επιτροπής της ΧΕΝ(YMCA), (με τον Mott πρόεδρο) και γενικός γραμματέας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Φοιτητικών Χριστιανικών Ενώσεων (WSCF), πάλι με τον Mott επικεφαλής. Ο δε Mott, επαναλαμβάνοντας την καθοριστική του συμβολή στη γέννηση του ΠΣΕ, τιμήθηκε από τον οργανισμό για τις «ανεκτίμητες υπηρεσίες» του προς το Οικουμενικό Κίνημα με τον τίτλο του ισόβιου προέδρου.

Παράλληλα, μέσω της ισχυρής θεσμικής εκπροσώπησης και της εκτεταμένης χρηματοδότησης, οι φιλελεύθερες Αμερικανικές Προτεσταντικές Εκκλησίες κατεστάθησαν η κυρίαρχη δύναμη εντός του ΠΣΕ. Έτσι, μετά το 1948, η Οικουμενική Κίνηση, έχοντας πλέον ένα κεντρικό θεσμικό όργανο που είχε απορροφήσει τις επιτροπές «Πίστις και Τάξις» και «Ζωή και Έργο», εργαλειοποιήθηκε γρήγορα στους μακρόπνοους σχεδιασμούς των ΗΠΑ για το μέλλον της (Δυτικής) Ευρώπης. Μιας Ευρώπης που όφειλε να προσαρμοστεί στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες και να επανεκπαιδευτεί στις φιλελεύθερες αξίες της αμερικανικής εκδοχής της δημοκρατίας. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ (που ενεργοποιήθηκε το 1948, ταυτόχρονα με την ίδρυση του ΠΣΕ), η μείωση των διακρατικών φραγμών και η οικονομική ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης διαμόρφωσαν τις συνθήκες για την μετέπειτα ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση.

Στο ίδιο πλαίσιο, η προώθηση της «αξίας» της Δυτικής Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν από τους κεντρικούς στόχους του νεοπαγούς ΠΣΕ, φθάνοντας να την ταυτίσει –όπως και το κεφαλαιοκρατικό οικονομικό σύστημα– με την ανθρώπινη ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τον ίδιο τον Χριστιανισμό. Ενδεικτικά, ο John Dulles (Τζον Ντάλες, μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1953 επί Αϊζενχάουερ) συνέγραψε ένα καθοριστικό κείμενο για λογαριασμό της Επιτροπής Μελέτης του ΠΣΕ (Study Department Commission). Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε στο ιδρυτικό συνέδριο του Άμστερνταμ υπό τον τίτλο: «Η Εκκλησία και η Διεθνής Αναταραχή» (The Church and the International Disorder).

Η μέθοδος που προτείνεται απέναντι στους μη-δυτικούς πολιτισμούς δεν είναι η ταχεία πολιτική φιλελευθεροποίηση, αλλά η σταδιακή φιλελευθεροποίηση: δηλαδή, η σταδιακή ενσωμάτωση κρατών, κοινωνιών και θρησκειών στις κυρίαρχες δυτικές αντιλήψεις του φιλελευθερισμού και της άνευ ορίων και περιορισμών αγοράς, έχοντας ως πλαίσιο αναφοράς τον κοσμοπολίτικο διεθνισμό (cosmopolitan internationalism), που αντιτίθεται σθεναρά στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, και σε κάθε μορφή παραδοσιακής αξίας.

Στόχος επομένως γίνεται η “ψυχή” μιας κοινωνίας, και το μέσο που χρησιμοποιείται, η σταδιακή ενσωμάτωση στις δυτικές αξίες μέσω της πολιτισμικής ώσμωσης σε αυτές. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε: είναι η εκκοσμίκευση των θεμελιωδών υποστηριγμάτων της κοινωνίας, ανάμεσα στις οποίες -ίσως η πιο σημαντική- της θρησκευτικής της ταυτότητας, που σημαίνει την απόσπαση από την οικεία Παράδοση, την υιοθέτηση της θεμελιώδους φιλελεύθερης ιδέας του ατομισμού, που είναι με την σειρά του απαραίτητος, στην διαμόρφωση της καταναλωτικής κουλτούρας, σημείο αναφοράς του Αμερικανικού προτύπου, που οφείλει οπωσδήποτε να αντιγραφεί. Η αντίσταση και η μη φιλελευθεροποίηση της θρησκείας (στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, της Ορθοδοξίας), δεν δύναται παρά να υποσκάψει την διαδικασία εκμοντερνισμού της χώρας-κοινωνίας στόχου, με κίνδυνο να ανατραπεί ο συνολικός σχεδιασμός. Το ζητούμενο είναι δηλαδή η απορρόφηση της διακριτής Ορθόδοξης ταυτότητας σε μια υπερεθνική, διαπνεόμενη από τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες, οντότητα (Ευρωπαϊκή Ένωση).

Παράλληλα, το ΠΣΕ συγκρότησε το 1950 την Οικουμενική Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία (Ecumenical Commission on European Cooperation), με σκοπό να εξετάσει τον τρόπο που οι ευρωπαϊκές Εκκλησίες οφείλουν να συνδράμουν στην πρόοδο της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως την οραματίστηκαν ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν (Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας). Η διαδικασία αυτή βρήκε θεσμική έκφραση στη Διακήρυξη Σουμάν το 1950, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (1951/Συνθήκη του Παρισιού). Η Επιτροπή διατύπωσε ρητά ότι σκοπός της ήταν η καλλιέργεια ενός κλίματος “χριστιανικής υπευθυνότητας, που οφείλει να οδηγήσει στην επανασυμφιλίωση των ευρωπαϊκών λαών, που αποτελεί την μόνη ασφαλή οδό για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία”.

Πέραν αυτών, ουκ ολίγα κρίσιμα ζητήματα παραμένουν εκτός πεδίου ανάλυσης, ωστόσο η σιωπή τους δεν υποβαθμίζει την κεντρική υπόθεση. Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς:

Ποια ήταν η δράση της ΧΕΝ (YMCA) στην προεπαναστατική Ρωσία και πώς επηρέασε τον οικουμενιστικό προσανατολισμό του Πατριαρχείου Μόσχας;

Ποιος ο καίριος ρόλος της ΧΕΝ (YMCA) στην ίδρυση και χρηματοδότηση του Ορθόδοξου Θεολογικού Ινστιτούτου Αγίου Σεργίου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ένα ινστιτούτο που αποδείχθηκε καταλυτικό για την επικράτηση της οικουμενι(στι)κής θεολογίας στον Ορθόδοξο Κόσμο και για τη σύμπλευση με τους φιλελεύθερους περσοναλιστές θεολόγους του Παπισμού;

Ποια η σημασία της συντονισμένης δράσης του Διεθνους Ιεραποστολικου Συμβουλιου (IMC) και της ΧΕΝ (YMCA) στο ζήτημα της «διάσωσης» των Ρώσων Ορθοδόξων αντι-σοβιετικών «προσφύγων» –που είχαν ανοικτά συνεργαστεί με τη Ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, με τελικό προορισμό τις ΗΠΑ και την επακόλουθη εργαλειοποίησή τους στο αντι-κομμουνιστικό μέτωπο;

Ποιες ήταν οι συνεννοήσεις των ΗΠΑ με το Βατικανό πριν το 1948, καθώς και ο μετασχηματισμός του ίδιου του Βατικανού προς πλήρη στοίχιση με τις αμερικανικές επιδιώξεις φιλελευθεροποίησης, που έλαβε αποκορύφωμα στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962–1965);

Και πολλά άλλα ακόμη.

Τα στοιχεία που παραλείφθηκαν θα ενίσχυαν αναμφίβολα την εικόνα που επιχειρήσαμε εδώ να περιγράψουμε. Η κεντρική πρόταση παραμένει αμετάβλητη: ο Οικουμενισμός, από την πρώτη στιγμή, αποτελεί ένα καθαρά Δυτικό εγχείρημα (project), με σκοπό τη διάχυση της Αμερικανικής πολιτισμικής επιρροής στον Χριστιανικό Κόσμο. Η ίδια η Δυτική Ευρώπη υπέκυψε σε μια διαδικασία αμερικανοποίησης που την μετέτρεψε σε εξαρτημένο γεωπολιτικό χώρο, στερημένο οικείας βούλησης. Και ο ρόλος της θρησκείας –ειδικά κατά τη πρώτη εικοσαετία μετά το 1945– ήταν κρίσιμος, καθώς υπηρέτησε ως ιδεολογικός και θεσμικός μοχλός για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ας φανταστούμε μια στρογγυλή τράπεζα, όπως λέγεται, όπου κάθονται άνετα, οι Άγιοι Διδάσκαλοι, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Γρηγόριος, Αθανάσιος, Κύριλλος, μαζί με τους αιρετικούς, Άρειο, Ευνόμιο, Μακεδόνιο, Νεστόριο, Ιωάννη Βέκκο. Η συζήτησή τους περί Πίστεως δεν εστιάζει στην αλήθεια, αλλά στη διαβούλευση: «η γνώμη σου και η γνώμη μου», αρκεί να επικρατεί η αγάπη. Με απλά λόγια, το κρίσιμο ζήτημα της σωτηρίας διά της πίστεως διαγράφεται και εξοστρακίζεται. Ακυρώνεται παντελώς το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως που ορίζει: «Εις μίαν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν».

Η απαρασάλευτη διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, ότι εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία, ούτε αλήθεια, ούτε φωτισμός, ούτε Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ούτε ζωογόνα μυστήρια, ούτε κανονική ιερωσύνη, όχι μόνο σχετικοποιείται, αλλά αντίθετα, εντός της οικουμενιστικής ιδεοληψίας, αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτή η εγκυρότητα όλων αυτών ανεξαρτήτως δογματικής ομολογίας, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της πίστεως. Κατά συνέπεια, διαλύεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ βεβήλου και ιερού, φωτός και σκότους, όπως διδάσκει το Ευαγγέλιο. Οι αιρετικές διδασκαλίες εξισώνονται θεολογικά με την αγιοπνευματική ορθόδοξη πίστη και ταξινομούνται ως απλώς «διαφορετικές» παραδόσεις, που αναπτύχθηκαν σε ετερογενή πολιτισμικά πλαίσια. Ο ανά τους Αιώνες αγώνας των Αγίων εναντίον των αιρέσεων ακυρώνεται ολοσχερώς. Η σχέση ορθοδόξων και αιρετικών δομείται πλέον σε ένα φιλελεύθερο πνεύμα, όπου τα πάντα σχετικοποιούνται και θεωρούνται «καθ’ οδόν» προς μια αδιαμόρφωτη, αόριστη αλήθεια.

Η νέα αυτή θεολογική οπτική αρθρώνει τον λεγόμενο «δογματικό μινιμαλισμό» (δηλαδή την ελαχιστοποίηση των δογμάτων πίστεως), ο οποίος αποτελεί τη δογματική έκφραση της αιρέσεως του Οικουμενισμού. Έννοιες όπως «σχετικοποίηση», «ανεκτικότητα», «πλουραλισμός» και «εμπλουτισμός» κυριαρχούν στα κείμενα και στον προφορικό λόγο των εκπροσώπων του. Η ελευθεριότητα με την οποία κινούνται, καταπατώντας πλήθος ιερών κανόνων –τους οποίους περιφρονούν ως «τείχη του αίσχους»–, εδράζεται στην πεποίθηση ότι η Ιερά Παράδοση είναι ένα μουσειακό μνημείο άλλων εποχών, κάτι ξεπερασμένο και αχρείαστο. Γι’ αυτόν τον λόγο ομιλούν για την «κωδικοποίηση των ιερών κανόνων», δηλαδή για μια επιλεκτική προσαρμογή τους στο πλαίσιο της οικουμενικής αντίληψης. Σε τι μεταφράζεται αυτό πρακτικά; Στην αποδοχή του δεύτερου γάμου κληρικών, στον γάμο επισκόπων, στην πλήρη αναγνώριση κάθε αιρετικού βαπτίσματος, ιερωσύνης και μυστηρίων, στη γυναικεία ιερωσύνη, στη συνεχή τριβή με αιρετικούς μέσω συμπροσευχών και συνεδρίων, στην αλλαγή των Λειτουργικών κειμένων της Εκκλησίας, στην κατάργηση νηστειών και ιερής αμφίεσης. Δηλαδή, πρόκειται για έναν πλήρη εκμοντερνισμό της Εκκλησίας, ο οποίος ισοδυναμεί με την κατάργηση του Αποστολικού περιεχομένου της πίστεώς της.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικουμενιστικής σχετικοποίησης των πάντων, σχεδόν καθόλου γνωστό, έως και σε αυτούς που ασχολούνται με τα θέματα του Οικουμενισμού, και το οποίο αποτυπώνει την θεολογική δουλειά της Δ’ Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΠΣΕ, στο Μόντρεαλ το 1963, είναι το κείμενο «Γραφή, Παράδοση και παραδόσεις». Το κείμενο καλεί τις Εκκλησίες να επανεξετάσουν τη σχέση Γραφής και Παράδοσης μέσα από τον οικουμενικό διάλογο, διακρίνοντας τρεις έννοιες της λέξης «παράδοση»:

  1. Η Παράδοση (με κεφαλαίο Π): Είναι το ίδιο το Ευαγγέλιο, ο Χριστός που είναι παρών στη ζωή της αδιαίρετης Εκκλησίας.
  2. Η παράδοση (με μικρό π): Αναφέρεται στη διαδικασία μετάδοσης της Παράδοσης στις επί μέρους ομολογίες.
  3. Οι παραδόσεις: Ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ποικιλομορφία των μορφών έκφρασης των λεγόμενων «ομολογιακών παραδόσεων» (π.χ. Λουθηρανική, Ορθόδοξη κλπ). Στο τελευταίο μέρος του κειμένου, η λέξη αποκτά ακόμη την έννοια των πολιτιστικών παραδόσεων.

Η κυρίαρχη θεολογική προοπτική που επικρατεί στο κείμενο είναι ότι η Οικουμενική θεολογία του ΠΣΕ αποτελεί το «όλον», ενώ τα μέλη-εκκλησίες αποτελούν τα «επί μέρους». Με άλλα λόγια, το μέρος δεν μπορεί να υπάρξει έξω από το «όλον» από το οποίο ζωοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το «όλον», απολυτοποιείται και γίνεται η αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη και ανάπτυξη των επί μέρους μερών που το συναποτελούν, που είναι οι Εκκλησίες.

Το δε κείμενο του ΠΣΕ στο Πόρτο Αλέγκρε (2006) αποτελεί την κατάργηση της Εκκλησιολογίας του Συμβόλου της Πίστεως. Η πίστη που τέθηκε ως βάση της ενώσεως δεν είναι η Ορθόδοξη, αλλά η προτεσταντική. Τα βασικά ορθόδοξα δόγματα απορρίφθηκαν ως «αγκυλώσεις του παρελθόντος». Το κείμενο διακηρύττει ρητά:

«Επιβεβαιώνουμε εκ νέου ότι ο πρωταρχικός σκοπός της κοινωνίας των εκκλησιών, στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών είναι η μεταξύ τους κλήση για ορατή ενότητα σε μία πίστη και σε μία ευχαριστιακή κοινωνία, εκφραζόμενη στη λατρεία και στη κοινή εν Χριστώ ζωή […]» (παραγρ. 1).

Στη συνέχεια διατυπώνεται η φοβερή εκκλησιολογική αίρεση ότι το σύνολο των μελών του ΠΣΕ απαρτίζουν την καθολική Εκκλησία, και όχι κάποια επί μέρους «εκκλησία». Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της ΜΟΝΟ όταν βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες-μέλη. Μέσα στα άρθρα του κειμένου στο Πόρτο Αλέγκρε, το οποίο υπογράφηκε και από τα Πατριαρχεία μας, αναπτύσσεται το προτεστάντικο δόγμα περί της «αδιαιρέτου εκκλησίας» και της δογματικής πολυμορφίας εντός αυτής. Πρόκειται για μια θέση που έχει ήδη καταδικασθεί ρητώς από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1672.

Εδώ όμως πρέπει να πούμε, ότι υπήρξε Ορθόδοξη Συνοδική καταδίκη της οικουμενιστικής παναιρέσεως. Το εκκλησιαστικό γεγονός ήταν η Σύνοδος της Μόσχας τον Ιούλιο του 1948, ένα μόλις μήνα πριν το ιδρυτικό Συνέδριο του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ! Το Συνέδριο της Μόσχας έγινε στο περιθώριο των εορτασμών των 500 ετών αυτοκεφαλίας του Πατριαρχείου της.

Ουσιαστικά, ήταν μια πανορθόδοξη Σύνοδος στην οποία συμμετείχαν με αντιπροσώπους ή επικεφαλής ιεράρχες όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλην εκείνων που βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τον Δυτικό παράγοντα:

  1. Του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καθοδηγούμενου υπό του ακραίου οικουμενιστή και Μασόνου Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού, με τον Πατριάρχη Μάξιμο Ε’ σε ουσιαστική ομηρία (οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Οκτώβριο του 1948 υπό το πρόσχημα της ψυχοπάθειας), έως ότου αντικατασταθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα (ο οποίος κατέφθασε στην Τουρκία με το προσωπικό αεροπλάνο του Προέδρου Τρούμαν, τον Ιανουάριο του 1949).
  2. Της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την Ελλάδα να βιώνει τις τελευταίες τραγικές ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου, (που προκάλεσε η Μ. Βρετανία), και ουσιαστικά να βρίσκεται υπό Αμερικανική στρατιωτική κατοχή).
  3. Και της Εκκλησίας της Κύπρου (με την Κύπρο ακόμη υπό σκληρή Βρετανική κατοχή).

Οι αποφάσεις της Μόσχας αποτέλεσαν καίριο πλήγμα στο επερχόμενο αμερικανοκίνητο ιδρυτικό συνέδριο του ΠΣΕ, καθώς τορπίλισαν θεολογικά -επαναλαμβάνω: θεολογικά- τη νομιμοποίηση συμμετοχής των τριών προαναφερθεισών Εκκλησιών. Οι αποφάσεις συμπεριλάμβαναν μια άνευ προηγουμένου καταδίκη του Οικουμενισμού ως ξένου προς την ορθόδοξη δογματική αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Σε συνδυασμό με την καταδίκη του Παπισμού και την άρνηση αναγνώρισης του κύρους των Αγγλικανικών χειροτονιών (τις οποίες είχαν αναγνωρίσει η Κωνσταντινούπολη, η Ρουμανία και η Αλεξάνδρεια) –στηριζόμενη θεολογικά στην ερμηνεία της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου περί της ιερωσύνης των αιρετικών–, οι αποφάσεις αυτές αποτέλεσαν την οριστική θεολογική ταφόπλακα της συνδυασμένης επίθεσης προς την Ορθοδοξία και τους ορθόδοξους λαούς.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Η Οικουμενιστική θεολογική κατανόηση, που έχουμε εν συντόμω αναφέρει, πρέπει με κάποιον τρόπο να περάσει «ανώδυνα» στο λαό, μετά την αποδοχή της στους κόλπους της εκκλησιαστικής διοίκησης (Βλ. Κολυμπάρι), χωρίς όμως ο λαός να καταλάβει το μέγεθος της φοβερής προδοσίας που συντελείται. Με τη συνεργασία της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας, έχει συντελεσθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ένας δυσδιάκριτος πόλεμος, ώστε ο λαός να «ωριμάσει» και να είναι έτοιμος για την πνευματική του άλωση. Δηλαδή, να προσπερνά αδιάφορος, το ότι πολλοί ιεράρχες είναι πλήρως αποκκομένοι από την πίστη της Εκκλησίας και την ομολογία της. Να δέχεται αναντίρρητα τις όποιες αποφάσεις εκδίδονται, με το επιχείρημα : «έτσι αποφάσισε η σύνοδος και ο λαός οφείλει να υπακούσει». Να μην έχουν τη δυνατότητα να σκεφθούν, ότι η υπακοή στη διοίκηση της Εκκλησίας δεν είναι τυφλή, αλλά δογματικά προϋποθετημένη επί της ομολογίας της Ορθοδόξου πίστεως.

Ο ρόλος του λαού όμως δεν είναι να είναι ένας παθητικός δέκτης, αλλά να είναι ο φύλακας της πίστεως. Ο πιστός λαός δεν είναι ένας καταναλωτής «αποφάσεων», εύκολη λεία στην Οικουμενιστική λαίλαπα. Ο πιστός λαός δεν είναι οι νερόβραστοι «χριστιανοί», που δεν θέλουν να υστερούν στην ψευδοπρόοδο του κόσμου και δειλιάζουν υπό το βάρος του στιγματισμού και σιωπούν ακολουθώντας τα του Κόσμου.

Κλείνοντας, θα παραθέσω στην αγάπη σας, μία ιστορική μαρτυρία, για να εννοήσουμε όλοι, το τι σημαίνει «Λαός του Θεού» και πως διαφυλάσσει την Σωτήριο Πίστη του. Η μαρτυρία βρίσκεται στα Πρακτικά της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου (MANSI CONSILIORUM, 8 τομ.,σελ. 1062-1066). Tο 518, στις 15 Ιουλίου, ο Πατριάρχης Κων/λεως Ιωάννης Β’ εισερχόμενος στην Αγία Σοφία με συνοδεία κληρικών και 12 επισκόπων και φθάνοντας στο μέσον του Ναού, όλος ο λαός άρχισε να τον πολυχρονίζει. Στη συνέχεια όμως άρχισε ένας χείμαρρος διαμαρτυριών από τον λαό. Απαιτούσαν να παύσει ο Πατριάρχης την επαμφοτερίζουσα τακτική του, να αναθεματίσει τους αιρετικούς και να ορίσει Σύναξη εορταστική προς τιμή της Δ’ τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου. Δεν έλλειψαν και οι απειλές από τον λαό, «ο μη λαλών, Μανιχαίος εστί», «ή κηρύσσεις, ή εξέρχη». Ο Πατριάρχης εζήτησε τότε να προσκυνήσει πρώτα το θυσιαστήριον και μετά να απαντήσει. Νέες ισχυρότερες φωνές τον ανάγκασαν να ανέλθει στον άμβωνα, όπου ομολόγησε δημοσίως πίστη στο Σύμβολον της Πίστεως και στις 4 Οικουμενικές Συνόδους, χωρίς όμως να αναθεματίσει τους αιρετικούς, ή να ορίσει εορτή για την Δ’ Οικουμενική, όπου ζητούσε ο λαός.

Αναφέρει το κείμενο, ότι οι φωνές εξηκολούθησαν επί πολύ, λέγοντας ότι δεν αναχωρούν. «Την μνήμην των Πατέρων της Συνόδου κήρυξον, αν σήμερον κηρύξης, αύριον επιτελείται, …ουκ αναχωρούμεν… ου κατέρχη εκ του άμβωνος, εάν μη λάβωμεν απόκρισιν, εως νυκτός εδώ θα είμαστε». Ο Πατριάρχης είπε ότι θα ώριζε την εορτή εάν συμφωνούσε και ο Βασιλέας. Αμέσως, οι χριστιανοί το απέρριψαν και ορκίζοντο στο Ευαγγέλιο, ότι δεν φεύγουν αν δεν κηρυχθή η εορτή. Τότε ο Πατριάρχης δέχθηκε και ώρισε την επομένη, την 16η Ιουλίου, ως εόρτιο μνήμη των 4 Οικουμενικών Συνόδων.

Ο λαός όμως επέμενε και απαιτούσε ΚΑΙ τον αναθεματισμό των αιρετικών κατ’ όνομα, την διαγραφή τους από τα δίπτυχα και την εγγραφή των Ορθοδόξων Πατέρων. Ζητούσαν επιμόνως, για ασφάλεια να αναγνωσθούν τα δίπτυχα από τον άμβωνα. Ο δε Πατριάρχης άρχισε να ομιλεί εκτενώς για την Ορθόδοξη πίστη, την προσήλωση στην Παράδοση των Πατέρων και για το θείο κύρος των 4 Οικουμενικών Συνόδων, αλλά δεν έκανε λόγο για τα δίπτυχα, ούτε και αναθεμάτισε τους αιρετικούς.

Νέα θύελλα διαμαρτυριών, αναγκάζει τον Πατριάρχη να ζητάει χρόνο γιά να συμφωνήσει ο Βασιλέας και θα πράξει αυτό που ζητούν. Τότε οι χριστιανοί έκλεισαν τις θύρες της Αγίας Σοφίας και επέμεναν φωνάζοντας εκτενώς. Ο Πατριάρχης έδωσε εντολή και έγραψαν τις 4 Οικουμενικές Συνόδους στα δίπτυχα.

Τότε με μεγάλη φωνή άπαντες ως εξ ενός στόματος, εβόησαν «Ευλογητός Κύριος ο Θεός, ότι επεσκέψατο και εποίησεν λύτρωσιν τω λαώ αυτού». Επί πολλήν ώραν έψαλλον αντιφωνούντες αυτό. Έπειτα ανήλθον οι ψάλτες στον άμβωνα, ψάλλοντες τον Τρισάγιον Ύμνον. Ο δε λαός εσιώπα, ψάλλων και ευχόμενος. Κατά την τάξη εσυνεχίσθη η Θεία Λειτουργία, ενώ ήσαν οι θύρες του Ναού κλειστές. Μετά δε το «Πιστεύω», την ώρα των διπτύχων, συνέδραμε όλος ο λαός κύκλω του θυσιαστηρίου, και όταν άκουσαν τον Διάκονο να εκφωνεί τις 4 Οικουμενικές Συνόδους και να μνημονεύει τους εν οσία τη μνήμη Αρχιεπισκόπους Ευφήμιον, Μακεδόνιον, Λέοντα, μεγάλη τη φωνή έκραξαν άπαντες, «Δόξα Σοι Κύριε, Δόξα Σοι». Μετά τούτο, μετά μεγίστης ευταξίας επληρώθη, συν Θεώ, η Θεία Λειτουργία.

Αγαπητοί μου αδελφοί, με φρόνημα και επίγνωση πίστεως ενός τέτοιου λαού, ουδείς Οικουμενισμός μπορεί να γίνει απειλή για την Εκκλησία.

Ευχαριστώ για την προσοχή και την υπομονή σας.

Η Ημερίδα στο Πολεμικό Μουσείο (η ομιλία του Μοναχού Παισίου Καρεώτη βρίσκεται μεταξύ 1:14:14 και 1:58:40).

Читайте также

Βαρθολομαίος: Η Εκκλησία της Ρωσίας διασπά την Πανορθόδοξη Ενότητα

Επίθεση του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Εκκλησία της Ρωσίας, κατά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα.

Η Ι.Μ. Ναυπάκτου για την αναγόρευση του Σεβασμιωτάτου

Παρουσία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου πραγματοποιήθηκε στο ΑΠΘ η αναγόρευση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου σε επίτιμο Διδάκτορα.

Ο Υπ. Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτης παρέθεσε γεύμα στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο

Η εκδήλωση έγινε σε κεντρικό ξενοδοχείο στο πλαίσιο της επίσκεψης του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην ελληνική πρωτεύουσα.

Ο Πατριάρχης εγκαινιάζει το ERT Cosmos στην Αγία Παρασκευή

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμμετείχε στην εκδήλωση για τα 60 χρόνια της ΕΡΤ και την έναρξη του νέου διεθνούς καναλιού.

Η αποκαλυπτική εισήγηση του Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη για τον Οικουμενισμό

Ο Οικουμενισμός ως εργαλείο γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων - Η αλλοίωση των δογμάτων της Ορθοδοξίας. Δείτε ολόκληρη την εισήγηση του Αγιορείτη Μοναχού στο Πολεμικό Μουσείο.

Ισραηλινός στρατιώτης βεβήλωσε άγαλμα της Παναγίας στον Λίβανο

Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις ξεκίνησαν έρευνα για τη βεβήλωση ενός αγάλματος της Παναγίας από έναν στρατιώτη.